Παρασκευή, 27 Φεβρουαρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΑΡΘΡΑ Στη Σόφια- ένα δυό πράγματα που ξέρω γι’αυτή (του Γιώργου Μ....

Στη Σόφια- ένα δυό πράγματα που ξέρω γι’αυτή (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

0
234
Ένα ήσυχο καφε για διάβασμα στην πόλη

 

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου (*)

Περιδιαβάζω τις Πόλεις του Κόσμου, με τον τρόπο του Ρολάν Μπαρτ: ως βιβλιοθήκες- η κάθε μια με την ιδιοπροσωπία της-, με το κάθε κτίριό της ή κάθε στοιχείο του δημόσιου χώρου ως ένα άλλο βιβλίο. Με μια επισήμανση: το κάθε βιβλίο από αυτά είναι ένα ζωντανό βιβλίο, ρευστό, παλλόμενο, είτε είναι του κουτιού είτε είναι φθαρμένο. Κυκλοφορούν εκεί και άνθρωποι με σάρκα και οστά, με τους οποίους ενδέχεται να αλληλεπιδράσεις, άλλοι και αλλιώς από αυτούς του (πολύτιμου) πολιτισμού των φαντασμάτων που συνδέεται με τα χάρτινα, τυπωμένα βιβλία. Σε σχέση με αυτά τα ζωντανά, παλλόμενα σύμπαντα των Πόλεων, τα βιβλία από χαρτί που τις αφορούν (συνήθως ποιητικά ή λογοτεχνικά) λειτουργούν για μένα είτε ως ιδιόμορφη προ-οικονομία, είτε συμπληρωματικά μετά ως further reading, όπως αποκαλούν οι αγγλοσάξονες το «περαιτέρω διάβασμα».

Πριν ξεκινήσω λοιπόν με προορισμό τη Σόφια της Βουλγαρίας (για επαγγελματικούς λόγους κατ’αρχάς- μα πάντοτε σε συνδυασμό με όσο το δυνατόν μεγαλύτερο άπλωμα συνολικών εμπειριών γνωριμίας με έναν άλλο τόπο), αγόρασα την ποιητική συλλογή «Εκεί όπου δεν είμαστε», με ανθολόγηση/ μετάφραση της Αυγής Λίλλη, εκδόσεις Ίκαρος, του σύγχρονου Βούλγαρου συγγραφέα Γκασπαντίνοβ (Gospodinov), για τον οποίο πολύς λόγος γίνεται τελευταία, ακόμα περισσότερο μετά την απονομή σ’αυτόν του διεθνούς βραβείου Booker.

Γρήγορα διαπίστωσα ότι δεν ήταν αυτό που αναζητούσα- κι αυτό δεν συνιστά, σε καμμιά περίπτωση αξιολογική κρίση για το βιβλίο. Στη φάση μέχρι την αναχώρηση, σε σχέση με τις συγκεκριμένες ανάγκες μου, το συγκεκριμένο βιβλίο έμοιαζε περισσότερο με ένα πονεμένο, πολύ προσωπικό ημερολόγιο, ενώ εμένα με ενδιέφερε η συλλογικότητα, το Όλον της πόλης, μιας σχεδόν άγνωστης χώρας. Εκείνες τις μέρες μάλιστα ήταν σε εξέλιξη μια πολύ μεγάλη εξέγερση των Βουλγάρων σε πόλεις της χώρας, η οποία στη συνέχεια έριξε την κυβέρνηση. Η πρώτη προτεραιότητα λοιπόν, όπως συμπτωματικά προέκυψε, ήταν να ψηλαφήσω το πεδίο του εξεγερσιακού πνεύματος των ανθρώπων εκεί, τους τρόπους της συλλογικότητας, παρά της εσωστρέφειας μεμονωμένων ανθρώπων.

Το πιο κοντινό στο θέμα βιβλίο, μολονότι αφορούσε μια σχετικά μακρινή περίοδο, που βρήκα στη βιβλιοθήκη μου στην Αθήνα- μέχρι να φύγω δεν είχα χρόνο για περαιτέρω αναζητήσεις σε βιβλιοπωλεία-, ήταν του Ανδρέα Λυμπεράτου, με τίτλο «Οικονομία, Πολιτική και Εθνική Ιδεολογία: η διαμόρφωση των εθνικών κομμάτων στη Φιλιππούπολη του 19ου αιώνα», από τις Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης. Είχα διαβάσει αυτό το πολύτιμο βιβλίο πριν από κάποια χρόνια, και ξεφυλλίζοντάς το ξαναθυμήθηκα τα βασικά του σημεία. Η Φιλιππούπολη, δεύτερη πόλη της Βουλγαρίας μετά τη Σόφια, ήταν τότε ένα ισχυρό κέντρο του ελληνισμού στην περιοχή. Στο επίκεντρο του βιβλίου είναι- σε συνθήκες όλο και βαθύτερης παρακμής της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας και εξάπλωσης του νεοφανούς ευρωπαϊκού καπιταλισμού εκεί- το αναβράζον κοινωνικό και οικονομικό τοπίο της κομβικής πόλης, με τις συγκρούσεις ανάμεσα στον αναδυόμενο βουλγαρικό εθνικισμό- υποστηριζόμενο από την τοπική Εκκλησία, σε φάση απόσχισης από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως-, και τον παλαιότερο, και μέχρι τότε κυρίαρχο στα εμπορικά, επιχειρηματικά, εκπαιδευτικά και εκκλησιαστικά δίκτυα της περιοχής, ελληνικό εθνικισμό.

Αυτό που χαρακτήριζε την κατάσταση, ήταν ότι η μεγάλη πλειοψηφία των ανθρώπων της υπαίθρου περί τη Φιλιππούπολη και των άλλων ισχυρών οικονομικών κέντρων του ελληνισμού εκεί, όπως η Στενήμαχος ή ο Πύργος, μιλούσε βουλγαρικά και ήταν κοντά σε μια υπό διαμόρφωση βουλγαρική συνείδηση. Η αντίθεση λοιπόν μεταξύ της υπαίθρου και κάποιων συγκεκριμένων πόλεων φαινόταν κατ’αρχάς να έχει εθνικό χαρακτήρα. Όπως διαπίστωσα στη συνέχεια, δεν ήταν ακριβώς έτσι, δεν ήταν μόνον αυτό.

Όλα αυτά θα μπορούσαν να είναι «περσινά ξινά σταφύλια» για τις έγνοιες της σημερινής εποχής, μα δεν είναι. Όπως μας εξήγησαν μετά, στις μέρες της παραμονής μας στην πόλη, η αντίθεση μεταξύ των ανθρώπων της υπαίθρου και του (κάθε φορά) κατεστημένου των πόλεων είναι πάντοτε παρούσα στη σύγχρονη βουλγαρική Ιστορία, παίρνοντας κάθε φορά διαφορετική μορφή- με μια ενδεχόμενη χαλάρωση στη φάση του καθεστώτος του υπαρκτού σοσιαλισμού-, οπότε οι εσωτερικές αντιθέσεις της κοινωνίας πήραν άλλη μορφή.

Στη φάση του Μεσοπολέμου το εξεγερσιακό πνεύμα της υπαίθρου εκφράστηκε με το Αγροτικό Κόμμα που κυριαρχούσε στην πολιτική σκηνή. Το Κόμμα αυτό, μαζί με το εκσυγχρονιστικό του πρόγραμμα υπέρ της τοπικής αυτοδιοίκησης, νέων δομών στο επιχειρείν και άλλων συναφών ζητημάτων, ήταν κατά τη διάρκεια του καταστρεπτικού για τη Βουλγαρία Ά Παγκοσμίου Πολέμου, κατά της συμμαχίας της Βουλγαρίας με τη Γερμανία και την Αυστροουγγαρία, όπως και κατά της βασιλείας. Το Αγροτικό Κόμμα κυβέρνησε για ένα μικρό διάστημα με πρωθυπουργό τον Σταμπολίνσκι, ώσπου όλα αυτά να καταπνιγούν στο αίμα από τον Στρατό. Τον ίδιο τον Σταμπολίνσκι τον εκτέλεσαν, αφού τον βασάνισαν φριχτά. Ο Στρατός ήταν η δύναμη υποστήριξης αργότερα ενός φιλοναζιστικού καθεστώτος στις παραμονές του Β Παγκοσμίου Πολέμου.

Το εξεγερσιακό πνεύμα της χώρας είχε τους ποιητές του, όπως ανακάλυψα σταδιακά στη συνέχεια. Ένας από τους ιδιαίτερους ποιητές εκείνης της εποχής στη Βουλγαρία, ο Νικόλα Βαπτσάροφ (1909- 1942)- δυναμικό μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Βουλγαρίας, που εκτελέστηκε από το καθεστώς, μεσούντος του Β Παγκοσμίου Πολέμου- γράφει πριν από την εκτέλεσή του στη γυναίκα του: «Απρόσμενος, μακρινός επισκέπτης θα γυρίσω, κάποτε, μέσα μες στον ύπνο σου. Μα έξω, μη μ’αφήσεις στον δρόμο, τις πόρτες φοβισμένη μην τις κλείσεις. Θα μπω αθόρυβα μέσα κι απαλά θα καθήσω// με καρφωμένα τα μάτια μου στο πρόσωπό σου, μες στο σκοτάδι. Κι όταν θα σ’έχω πια κοιτάξει τόση, τόσην ώρα, που το βλέμμα στα μάτια μέσα να παλιώσει, θα σε φιλήσω πριν χαθώ ξανά από εμπρός σου» (μετάφραση: Άρης Δικταίος).

Στο ποίημά του «Η Ιστορία» ο Βαπτσάροφ γράφει: «Σαν τι μας πρόσφερες, ω Ιστορία, μες στις κιτρινισμένες σου σελίδες, σε μας τον κόσμο της αφάνειας της φάμπρικας και του γραφείου;/…/ Οι ποιητές θα στρατευθούνε όλοι να γράφουν στίχους, ρίμες προπαγάνδας, κι άγραφτος ο δικός μας πόνος έρημος θα πλανιέται μόνος/… / Όμως στους χοντρούς τόμους σου, ανάμεσα σε γράμματα και κάτω απ’τις αράδες, θα ουρλιάζουνε τα βάσανά μας, με άγριο πρόσωπο θα σας κοιτάνε» (μετάφραση: Ρίτα Μπούμη- Παππά). Το συνολικό έργο του ποιητή κυκλοφόρησε κάποια στιγμή διεθνώς με τον τίτλο «Μην κλείνετε την πόρτα».

Φυσικά, το πνεύμα του ^αντι-^ δεν αφορά μόνο τον Μεσοπόλεμο ή την αντίθεση υπαίθρου- πόλης. Είναι χαρακτηριστική η περίπτωση του ποιητή Νικολάϊ Κούντσεφ (1936- 2007), με μεγάλη αναγνώριση και στη Γαλλία, τα έργα του οποίου ήταν απαγορευμένα στη Βουλγαρία του υπαρκτού σοσιαλισμού από το 1968 ως το 1980. Παραθέτουμε το ποίημά του «Φόβος», μεταφρασμένο από τον Άρη Δικταίο: «Όταν η ώρα θα φτάσει της Μεγάλης Κρίσης, θα δικάσουν και μένα σαν τους άλλους/ Ως την ώρα τούτη δεν χωριζόμουν απ’το δέντρο, -μ’όλο που δηλητηριαζόμουν από το χυμό του, -γιατί θα με παίρναν για σπασμένο κλαρί, και θα με καίγαν».

Υπάρχει μεταξύ άλλων κι ένα πολύ στιβαρό ποίημα του φημισμένου στη χώρα του, και επίσης βραβευμένου από τη Γαλλία, Λιούμπομιρ Λέβτσεφ (1935- 2019), με τίτλο «Ανοιξιάτικες φωνές», μεταφρασμένο από τον Άρη Δικταίο: «Σε νύχτα σκοτεινή έλυωνε το χιόνι. Σε γαλήνια νύχτα. Σε μια πολύ γαλήνια νύχτα. Λευκό όνειρο με μικρά γυάλινα σφυριά και ηλεκτρικούς ζόχους/ Κι απότομα φάνηκε κάποιος. Έτρεχε και φώναζε βοήθεια. Έπαιρνε μια πελώρια ανάσα και φώναζε με μια φωνή αλλαγμένη από τη φρίκη./ Έσβησαν τα μικρά δειλά παράθυρα. Σταμάτησαν να στάζουν οι υδρορρόες. Ακόμη κι ο καπνός κρύφτηκε μες στις καμινάδες./ Κι ήτανε φοβερό. Ήταν κάτι φριχτό, γιατί κανένας τον άνθρωπο δεν κυνηγούσε. Και κανένας δεν έβγαινε να τον βοηθήσει, ίσαμε που η φωνή σβήστηκε ολότελα/ Μια ζεστή καταιγίδα άρχισε τότε. Σπάσαν τα τζάμια κάποιου εξώστη. Και πέφτανε χιονοστιβάδες απ’τις στέγες στα πεζοδρόμια πλαταγίζοντας επάνω. Κι από παντού άρχισαν ακάθαρτα νερά να τρέχουν…/ Και, το πρωΐ, είδαμε: τη νύχτα κείνη είχε εξαφανιστεί ένα άγαλμα σιδερένιο.»

Στην αντίληψή μου, το ποίημα έχει (έστω μια χλωμή) μια εκλεκτική συγγένεια με ποιήματα του Εγγονόπουλου και του Σαχτούρη, που γράφτηκαν στην Ελλάδα την ίδια περίπου εποχή, κάπου στα μέσα της δεκαετία του 1950.

Καμμιά κοινωνία δεν είναι μονοκόμματη. Οι έντονες εσωτερικές αντιθέσεις διαχρονικά, μπορεί να δείχνουν και τη δυσφορία έναντι των καθεστώτων που «κατσικώνονται» στους πολλούς και στρίβουν το όχημα προς τα κει που συμφέρει στενά τους προεξάρχοντες, ασχέτως αν επαγγέλονται τα καλλίτερα για ολόκληρη την κοινωνία.

Δεν έχω την κατάρτιση να μιλήσω περισσότερο γι’αυτά, μολονότι θα αντιλαμβανόμαστε επί της ουσίας πολύ περισσότερα για μας, για τη δική μας χώρα, αν μπορούσαμε να εμβαθύνουμε στην ιστορία και των άλλων κοινωνιών της περιοχής μας.

Βιβλιοπωλείο με αγγλικά κυρίως βιβλία

Η ζωντανή πόλη- ως ηδονική γεωγραφία

Η επαφή με τη συγκεκριμένη πόλη της Σόφιας έχει και την ιδιομορφία της επαφής με έναν για πολύ καιρό αποξενωμένο γείτονα- που όταν χτυπάς την πόρτα του σπιτιού του και σου ανοίγει, βλέπεις τη θέα αλλιώς, μα και τον εναλλακτικό τρόπο με τον οποίο έχει ζήσει ένας άλλος τη γειτονιά.

Υπάρχει μια ευγένεια στους δρόμους, μια ησυχία, ένας σεβασμός στους πεζούς όταν περνάνε τις διαβάσεις. Τα κτίρια του κέντρου- που φτιάχτηκαν στα τέλη του 19ου αιώνα και στις αρχές του 20ου– είναι μεγαλειώδη, οι μνημειακές  εκκλησίες επίσης- πολύ χαρακτηριστικές της ιδιοπροσωπίας αυτής της κοινωνίας, με κορυφαία αυτή του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκι, αφιερωμένη στη Ρωσία για τη συμβολή της στην ανεξαρτησία της Βουλγαρίας-, ενώ οι εσωτερικοί δρόμοι έχουν τους χαμηλούς ρυθμούς μιας επαρχίας, με πολλά από τα κτίρια ενδιαφέροντα μα φθαρμένα, κι ανάμεσά τους μεγάλης κλίμακας σύγχρονα συγκροτήματα που φωτίζουν με ένταση τη νύχτα.

Η πόλη δεν έχει τη χάρη και το σκέρτσο των ιταλικών πόλεων, ο τρόπος της είναι βαρύς, ενίοτε τραχύς («Γιατί η ανελέητη ζωή πολύ μας χτύπησε με τη σκληρή γροθιά της πάνω στο πεινασμένο μας το στόμα. Γι’αυτό μιλάμε άγρια και στιφά» γράφει ποιητικά ο Βαπτσάροφ), μα υπάρχει κάτι το ιδιαζόντως θελκτικό στην ατμόσφαιρά της. Ο Γιώργος Φιλαδελφεύς, Έλληνας που ζει και σταδιοδρομεί στη Βουλγαρία, ως τενόρος στο ανθηρό πεδίο της κλασικής μουσικής, αποδίδει ωραία αυτή την ατμόσφαιρα: «Η Σόφια έχει ονειρικό χαρακτήρα, ως χώρος μυστηρίου, ερωτικού κινδύνου, αναπόλησης και αλήθειας. Εκεί η δημιουργία γίνεται αναγκαστική. Ακόμα και τα πιο νεκρικά κτίρια μας καλούν για κέρασμα».

****

Από τα πολλά, και προκειμένου να κάνω μια περαιτέρω σύνδεση με τα βιβλία από χαρτί, θα αναφερθώ σε ορισμένα πεδία ειδικού ενδιαφέροντος.

Στο Μουσείο Εθνικής Ιστορίας- που βρίσκεται σχετικά μακριά από το κέντρο, πολύ χαρακτηριστικό έργο των τελευταίων δεκαετιών του υπαρκτού σοσιαλισμού, και οργανωτικά πολύ συγκροτημένο (γράφω με σεβασμό προς τους επιμελητές που έχουν συντελέσει στο περιεχόμενο και στη διάρθρωση του), υπάρχει μεταξύ πολλών άλλων μια μεγάλη αναφορά στις ιστορικές περιπέτειες (ειρηνικές, και με πολιτιστικές επιρροές/ αλλά και πολεμικές) μεταξύ Βουλγάρων και Βυζαντινών.

Είναι λοιπόν εντυπωσιακό ότι σ’αυτό το τμήμα η προσέγγιση βασίζεται στο βιβλίο του βυζαντινού ιστορικού Ιωάννη Σκυλίτζη (1040- 1101), με τίτλο «Σύνοψις ιστοριών» που καλύπτει τις βασιλείες των βυζαντινών αυτοκρατόρων από τον θάνατο του Νικηφόρου Ά το 811 έως την αποκαθήλωση του Μιχαήλ ΣΤ το 1057. Το πιο διάσημο αντίγραφο του έργου δημοσιεύτηκε στη Σικελία τον 12ο αιώνα και σήμερα βρίσκεται στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ισπανίας, στη Μαδρίτη. Περιλαμβάνει 574 έγχρωμες μινιατούρες, κάνοντάς το μοναδικό εικονογραφημένο βυζαντινό χρονικό και, κατ’επέκτασιν κορυφαία πηγή πληροφόρησης για την καθημερινή ζωή στην Ανατολική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία. Η αλήθεια είναι ότι αναρωτήθηκα για τη θέση αυτού του πολύτιμου χρονικού στα δικά μας Μουσεία.

Τα Μουσεία της Σόφιας είναι πολύ «εποικοδομητικά» (δεν βρίσκω άλλον καταλληλότερο όρο): σε εισάγουν με καίριο τρόπο στο θέμα τους, βοηθώντας σε στην εμβάθυνση επί των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών της χώρας συνολικά. Ιδιαίτερη μνεία στην Εθνική Πινακοθήκη, που στεγάζεται στο πάλαι ποτέ βασιλικό παλάτι. Από μια άποψη, συνιστά και ένα είδος ιστορικής δικαιοσύνης η στέγαση της Πινακοθήκης εκεί: οι βασιλείς της Βουλγαρίας, μολονότι χρεώνονται μεταξύ άλλων- από όσα αναγράφονται εκεί- με τις τεράστιες καταστροφές της χώρας από τον τρόπο που συμμετείχαν τόσο στον Β Βαλκανικό Πόλεμο, όσο και στους δύο Παγκόσμιους Πολέμους, όπως και τη μεγάλη βαναυσότητα των καθεστώτων που οργάνωσαν και διοίκησαν, πάντως συνετέλεσαν πολύ στην καλλιέργεια και την πρόοδο των σύγχρονων Τεχνών στη χώρα, όπως και στην πολεοδομική συγκρότηση της Σόφιας και άλλων πόλεων, στη νέα εποχή μετά την Οθωμανοκρατία.

*****

Κατά τα άλλα, η επαφή με το τυπωμένο χαρτί- δηλαδή τα βιβλία- μπορεί να σε οδηγήσει σε απρόβλεπτα μονοπάτια. Όταν σε ένα από τα λιγοστά μα πολύ ατμοσφαιρικά βιβλιοπωλεία της Σόφιας με ξενόγλωσσο, κατά βάση αγγλόφωνο, τμήμα, μου δώσανε ένα σύγχρονο βιβλίο του Nikolay Peev με τίτλο «Cinderella: Hardwired», με χειρόγραφη αφιέρωση- που μεταφράζω στα ελληνικά: «Καλώς ήρθατε στη βουλγαρική επιστημονική φαντασία!», ξεκινήσαμε μια πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα εκεί.

Έτσι κι αλλιώς, η απαγωγή της πρωταγωνίστριας του βιβλίου του Peev, αναφερόταν σε κάτι το πολύ κοντινό μου, αφού αυτή υποτίθεται ότι συνέβη στο υπερπολυτελές συγκρότημα που ήταν ακριβώς απέναντι από το ξενοδοχείο μας. Στην ιστορία συμμετέχουν άνθρωποι με προσθετικά μέλη ή και καθ’ολοκληρίαν ανθρωποειδή ρομπότ, μα το διακύβευμα αφορούσε επιχειρηματικά οφέλη από τη διαχείριση της υψηλής τεχνολογίας.

Από τη ζωηρή κουβέντα προέκυψε ότι η βουλγαρική επιστημονική φαντασία έχει μια μάλλον στιβαρή προϊστορία- όπως και τα βουλγαρικά βιβλία «φαντασίας» όπου πνεύματα του Μεσαίωνα μπλέκονται με τη σύγχρονη ζωή-, και μάλιστα έχει τη δική της ιδιοπροσωπία διαφέροντας, όπως μου λένε, από την αντίστοιχη που αναπτύχθηκε στη Δύση, κυρίως μετά τον Β Παγκόσμιο Πόλεμο.

Ο «πατριάρχης» της βουλγαρικής λογοτεχνίας Ιβάν Βάζοβ (1850- 1921), θεωρείται συμβολικά ότι έγραψε το πρώτο μυθιστόρημα αυτού του είδους με τίτλο «Η τελευταία μέρα του 20ου αιώνα». Με μια ευρεία έννοια, θεωρείται ότι και το βιβλίο του Giorgi Gospodinov (αναφερθήκαμε στα ποιήματά του στην αρχή του κειμένου) με τίτλο στα ελληνικά «Χρονοκαταφύγιο», εκδόσεις Ίκαρος, σε μετάφραση Αλεξάνδρας Ιωαννίδου, έχει μια συνάφεια με την επιστημονική φαντασία. Στο βιβλίο, ένας αινιγματικός φλανέρ ανοίγει μια «κλινική για το παρελθόν» που προσφέρει θεραπεία στους πάσχοντες από Αλτσχάϊμερ: κάθε όροφος της κλινικής αναπαριστά με εξαντλητικές λεπτομέρειες μια περασμένη δεκαετία, μεταφέροντας τους ασθενείς στο παρελθόν. Καθώς η κλινική προσελκύει όλο και περισσότερους ανθρώπους, μια απροσδόκητη εξέλιξη προκύπτει: ακόμα και υγιείς θέλουν να εγκατασταθούν εκεί, προτιμώντας το παρελθόν από το παρόν. Μια πολύ ενδιαφέρουσα αλληγορία.

Σε συνέχεια των παραπάνω, κι επειδή τα απρόβλεπτα μονοπάτια συχνά σε οδηγούν σε ακόμα πιο απρόβλεπτα ξέφωτα, στο ερώτημά μου «Μα καλά, πώς προέκυψε η σχέση της Βουλγαρίας- μιας χώρας με ανθρώπους με τετράγωνο μυαλό, όπως νόμιζα-, με την επιστημονική φαντασία;». Η απάντηση που πήρα και με κατέπληξε (ισχύει το «έν οίδα, ότι ουδέν οίδα»), ήταν ότι στα χρόνια του υπαρκτού σοσιαλισμού η Βουλγαρία λειτούργησε ως ένα είδος Silicon Valley (!) για το λεγόμενο ανατολικό μπλοκ, στο πεδίο της παραγωγής ηλεκτρονικών υπολογιστών, μα και σ’αυτό του λογισμικού- κοινού και πειραματικού, με πολύ ενδιαφέροντα αποτελέσματα. Το έλεγξα και μετά από ανεξάρτητη πηγή, και βεβαιώθηκα πως ισχύει. Μια τέτοια δραστηριότητα, δεν μπορεί παρά να συνιστά (αν και δεν γνωρίζω τι συμβαίνει στις σημερινές συνθήκες) μια από τις πτυχές του πολιτισμού της χώρας.

Πάντως, βρίσκω μια συμβολική σύνδεση αυτής της επίδοσης, με το περίφημο φουτουριστικό Μνημείο της τελευταίας περιόδου του υπαρκτού σοσιαλισμού στην κορυφή Μπούζλουντζα (τουρκικά η λέξη σημαίνει: παγωμένη) του Αίμου, το οποίο σήμερα συγκαταλέγεται μεταξύ των δέκα πιο επικίνδυνων για κατάρρευση μνημείων της Europa Nostra, μα μελετάται η ανασυγκρότησή του.

Κατάληξη

Επιστρέφοντας στην Ελλάδα, ενημερώθηκα ότι το κοίτασμα της μεταφρασμένης στη γλώσσα μας (όπως και της μη μεταφρασμένης) βουλγαρικής λογοτεχνίας είναι πολύ μεγάλο και ενδιαφέρον. Η δική μου επαφή με αυτή είναι εκ των πραγμάτων μόνο σημειακή και ιδιοσυγκρασιακή- σε συσχετισμό με τις εμπειρίες μου από την επίσκεψη στη Σόφια.

Επεκτείνοντας το ζήτημα στον τρόπο του βίου των κοινωνιών, ενδιαφέρον θα είχαν για την συνολική μας αντίληψη των πραγμάτων και βουλγαρικές μελέτες για τον τρόπο που εξελίχθηκαν οι πόλεις στη σύγχρονη εποχή.

Είναι πολλά, πάρα πολλά τα πράγματα που δεν γνωρίζουμε, ακόμα και για την άμεση γειτονιά μας. Μόνο συμφέρον έχουμε να διευρύνουμε κατά το δυνατόν τον γνωστικό μας ζωτικό χώρο προς αυτή την κατεύθυνση, διευρύνοντας ευφορικά τους ορίζοντές μας.

Επίμετρο

Επιστρέφοντας στην Αθήνα, αναζήτησα (και βρήκα) την «Ανθολογία Βουλγαρικής Ποίσης», μια πολύ σοβαρή δουλειά (ένας απρόβλεπτος για μένα θησαυρός) του Άρη Δικταίου, που εκδόθηκε το 1971 από τη «Δωδώνη». Ο ποιητής Άρης Δικταίος συγκέντρωσε ποιήματα που καλύπτουν αιώνες της βουλγαρικής ποίησης, τα συζήτησε με βούλγαρους ποιητές, τα μελέτησε και τα μετέφρασε. Το βιβλίο κλείνει με μια πολύ περιεκτική «Σύντομη Ιστορία της βουλγαρικής ποίησης».

Επιλέγω από την ποίηση του βουλγαρικού δημοτικού τραγουδιού το «Ποιος ήλιος αστραποβολεί»: όχι μόνο επειδή σ’αυτή την αποκεντρωμένη χώρα δεν είναι μόνο οι πόλεις που μετράνε παραγωγικά και πολιτιστικά, μα και η ύπαιθρος, κυρίως για να αναδείξω τη ^χαρά της ζωής^ που διαχέεται σ’αυτό το έργο. Επί πλέον, ο γιος μου ο Μιχάλης, δεινός ανθρωπογεωγράφος, μου υπέδειξε αναφορικά με τη Βουλγαρία ότι έχει βαρύνουσα σημασία η δημοτική μουσική της, την οποία μάλιστα μεταπολεμικά φρόντισαν να καταγράψουν συστηματικά, στις πολλές εκδοχές της, όσο ήταν ακόμα ζωντανή.

 

«Ποιός ήλιος αστραποβολεί στης κορασιάς το σπίτι;/ Ήλιος δεν αστραποβολεί, μα η ίδια η Νέντα λάμπει/ με τα μεγάλα μάτια της, τα μαύρα, τ’αλαφίσια/ με του σγουρού βασιλικού τις ματοβλεφαρίδες/ με την αλυγαρένια της δαχτυλιδένια μέση.

Κι όλα τα νεια και τα όμορφα κορίτσια συναχτήκαν/ πάνω στο καταπράσινο γρασίδι να χορέψουν/ να δρέψουν πούλουδα λευκά και κίτρινα λελούδια/ κ’ήλιο για να συνάξουνε καλό, να ζεσταθούνε.

Κ’η Νέντα τους μιλά σιγά, κι απόσιγα τους λέει:/ ^Ήρθατε, καλώς ήρθατε, νειά κι όμορφα κοράσια/ ήλιο για να συνάξετε καλό, να ζεσταθείτε/ προτού σβηστεί, προτού χαθεί, προτού τη λάμψη χάσει/ προτού ο χειμώνας ο κακός σας βρεί σε ξένο σπίτι!»

Και μια μικρή, μια λυγερή φύτρωνε ιτιά στο σπίτι/ κ’ιτιά μικρή και λυγερή δεν φύτρωνε στο σπίτι/ και στην αυλή της κορασιάς, μα ήτανε η ίδια η Νέντα/ με τα λευκά τα χέρια της, τα λευκά κι άσπρα ως χιόνι/ με το συγνεφιασμένο της μέτωπο το χιονάτο/ και με τα λυπημένα της, τα νυχτωμένα μάτια.

Κι όλοι οι νειοί κι όλοι οι γιόμορφοι λεβέντες συναχτήκαν/ τη λυγερή, απ’της λυγερής το σπίτι, ιτιά να κόψουν/ κ’η Νέντα τους μιλά σιγά, κι απόσιγα τους λέει:/ ^Ήρθατε, καλώς ήρθατε, τρακόσοι νοματαίοι, κι όλοι είστε νειοί κι όλοι όμορφοι περίττα και λεβέντες/ έτοιμοι ιτιές να σπάσετε, έτοιμοι ιτιές να κόψτε/ μα πρώτα να μυρίσετε, καιρός όσό’ναι ακόμη/ τη λυγερή, τη μικρή ιτιά/ τη χυμοφουσκωμένη/ κι αυτό το φύλλο το χλωρό, το πράσινο το φύλλο/ και τη μικρή, τη λυγερή/ την ώρια ακόμη Νέντα!»

 

 

(*) Ο Γιώργος Μ. Χατζηστεργίου είναι συγγραφέας και πολιτικός μηχανικός. Το πιο πρόσφατο βιβλίο του «Μεθόριος- η αυτοκρατορία των ορίων», όπως και το σύνολο των έργων του στην Ελλάδα, κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

Προηγούμενο άρθροΟ Μάρκος στην Τήνο (του Σταύρου Χατζηθεοδώρου)
Επόμενο άρθροΤο καλοκαίρι ως σκηνικό ενηλικίωσης (γράφει ο Θανάσης Αγάθος)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ