Σάββατο, 21 Φεβρουαρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΑΦΙΕΡΩΜΑΤΑ ΕΝΑ ΔΙΗΓΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟΝ ΜΑΡΚΟ Ο Μάρκος και ο γάτος (της Χίλντας Παπαδημητρίου)

Ο Μάρκος και ο γάτος (της Χίλντας Παπαδημητρίου)

0
149

 

της Χίλντας Παπαδημητρίου

Όταν ήταν μικρή, η Μαρκέλλα καμάρωνε για το όνομά της. Η μαμά της έλεγε ότι τη βάφτισαν έτσι για να χαρεί ο παππούς ο Μάρκος ο Ιταλός, που ήταν πολύ μεγάλος και άρρωστος. Η Μαρκέλλα δεν τον θυμόταν καθόλου γιατί πέθανε όταν ήταν πολύ μικρή. Η μαμά της έφυγε τότε μια βδομάδα και πήγε στο νησί, για την κηδεία του. Και η Μαρκέλλα έκλαιγε όλες τις μέρες γιατί φοβόταν ότι η μαμά της δεν θα ξαναγύριζε ποτέ.

Κι αν ο μπαμπάς ξαναπαντρευόταν και η μητριά της αποδεικνυόταν κακιά και τη βασάνιζε; Και να σου πάλι τα κλάματα και οι θρήνοι. Όταν πήγε στο δημοτικό, ξεκίνησε το άλλο βάσανο. Τα αγόρια την κορόιδευαν και τη φώναζαν Μαρκέλλα-Ψαροκασέλα, και της θύμιζαν ότι το 1940 οι Έλληνες είχαν πάρει φαλάγγι τους Ιταλούς που ήταν δειλοί. Σαν τον παππού της. Η Μαρκέλλα ήθελε να τους πει ότι ο παππούς της δεν ήταν δειλός αλλά δεν την άκουγε κανείς. Έφταιγε ο Μάνθος ο χοντρός, αυτός της έβγαλε το παρατσούκλι γιατί τον είχε πει χοντρέλο μπροστά σε όλη την τάξη. Μα αφού ήταν χοντρός, η Μαρκέλλα δεν το είπε ψέματα.

Επειδή γύριζε κάθε μέρα κλαίγοντας στο σπίτι, η μαμά της για να την παρηγορήσει τής υποσχέθηκε ότι το καλοκαίρι θα πήγαιναν για διακοπές στο νησί. Είχαν πάει δύο καλοκαίρια στο νησί αλλά η Μαρκέλλα ήταν πολύ μικρή και δεν θυμόταν τίποτα. Μόνο μια φορά που οι γονείς της την άφησαν μια ώρα με τη γιαγιά για να πάνε σε μια βεγγέρα, και η Μαρκέλλα δεν έπαψε ούτε στιγμή να φωνάζει, «θέλω τη μαμά μου!». Το καλοκαίρι που η Μαρκέλλα τέλειωσε την τρίτη δημοτικού, ο μπαμπάς πήρε άδεια είκοσι μέρες από το γραφείο και η μαμά της έκλεισε το ψιλικατζίδικο.

Και πήραν το καράβι για να πάνε στο νησί της μαμάς που το λέγανε Σίκινο. Και ταξίδευαν, και ταξίδευαν, και το ταξίδι δεν είχε τελειωμό. Τη Μαρκέλλα την πείραξε το καράβι κι έκανε εμετό, και μετά ένιωθε χάλια και την πονούσε το κεφάλι της. Και έκλαιγε πάλι. «Αυτό το παιδί δεν ξέρει να κάνει τίποτα άλλο, παρά μόνο να κλαίει;» ρώτησε ο μπαμπάς τη μαμά. Κι εκείνη του έκανε «σουτ!» για να μην τον ακούσει η Μαρκέλλα και βάλει πάλι τα κλάματα. Φτάσανε στο νησί όταν άρχισε να βραδιάζει, αλλά μετά έπρεπε να ανεβούν στο Κάστρο όπου ήταν το σπίτι της γιαγιάς. Ευτυχώς η γιαγιά είχε μαγειρέψει γιουβαρλάκια, που ήταν το αγαπημένο φαγητό της Μαρκέλλας. Έφαγε και κοιμήθηκε σαν ξερή, όπως είπε η μαμά της.

Το άλλο πρωί, αφού ήπιε το κακάο της, βγήκε στην αυλή της γιαγιάς να παίξει. Στην απέναντι αυλή στεκόταν ένα αγοράκι και την κοιτούσε με γουρλωμένα μάτια. Η Μαρκέλλα έκανε ότι δεν το είδε κι άρχισε να τραγουδάει το Ντο-φα-φα-φα και να χορεύει μόνη της σαν τη Μπέσυ Αργυράκη. Όταν βγήκε η μαμά της για να απλώσει τα ρούχα, είδε το αγοράκι και του έπιασε κουβέντα. Έτσι ήταν η μαμά της, έπιανε κουβέντα με όλο τον κόσμο, ίσως επειδή είχε το ψιλικατζίδικο στη Σωκράτους και ήθελε να τους κάνει όλους πελάτες. Ύστερα γύρισε η μαμά του αγοριού από το μπακάλικο, πιάσανε κουβέντα με τη μαμά της γιατί ήταν συμμαθήτριες και είχαν χρόνια και ζαμάνια να βρεθούν. Η μαμά τη φώναξε τότε για να τη συστήσει. Η Μαρκέλλα δεν είχε καμία διάθεση να γνωρίσει αυτούς τους ανθρώπους αλλά πήγε. «Ο γιος της φίλης μου της Κικής είναι συνομήλικός σου, θα πάει το φθινόπωρο στην τέταρτη τάξη, όπως εσύ. Και ξέρεις πώς τον λένε; Μάρκο!» είπε η μαμά της χαρούμενη. Ο Μάρκος τότε τη ρώτησε αν ήθελε να δει τη γάτα του, την Παρδάλω που ήταν ετοιμόγεννη, και η Μαρκέλλα ήθελε. Και μετά παίξανε μαζί με τον Μάρκο, και η γιαγιά τούς τηγάνισε πατάτες.

Από τότε έπαιζαν κάθε μέρα, πρωί κι απόγευμα, και πήγαιναν με το φορτηγό του μπαμπά του Μάρκου στη θάλασσα, κάτω στο λιμάνι. Λίγες μέρες αργότερα, η Παρδάλω γέννησε πέντε μωρά. Η Μαρκέλλα παρακάλεσε τη μαμά της να πάρουν ένα γατάκι, αλλά της εξήγησαν ότι τα μωρά πρέπει να μεγαλώσουν με τη μαμά τους. Περίμενε κι αυτή να μεγαλώσουν, και κάθε μέρα πήγαινε και τα κοίταζε αλλά αυτά ήταν συνέχεια μικρά. Η γιαγιά τότε της υποσχέθηκε ότι όταν θα ερχόταν στην Αθήνα για να δει το ζάχαρό της, αφού στο νησί δεν είχαν γιατρό, θα της έφερνε ένα γατάκι.

Η γιαγιά κράτησε την υπόσχεσή της και τον Οκτώβριο τής πήγε ένα μικρό κόκκινο γατάκι που ήταν αγοράκι. Η Μαρκέλλα το βάφτισε Μάρκο όπως τον φίλο της στη Σίκινο. Στο νησί δεν ξαναπήγε. Δεν έμαθε ποτέ τι απέγινε ο συνονόματός της, ο Μάρκος, αν και για κάποιο διάστημα αλληλογραφούσαν. Ύστερα όμως πέθανε ο μπαμπάς της από καρδιά, και δεν είχε πια διάθεση για αλληλογραφία. Έπαιρνε κάθε βράδυ στο κρεβάτι της τον Μάρκο, που της χάιδευε τα μουσκεμένα μάγουλα με το πατουσάκι του. Τι θα έκανε η Μαρκέλλα χωρίς τον Μάρκο της; Τα χρόνια πέρασαν, η Μαρκέλλα μεγάλωσε κι έγινε συγγραφέας παιδικών βιβλίων με ήρωα τον Μάρκο τον Μεγαλοπρεπή, ένα γάτο που έλυνε αστυνομικά μυστήρια. Και δεν ξέχασε ποτέ τον Μάρκο• ούτε τον πρώτο γάτο της, ούτε τον φίλο της.

 

Προηγούμενο άρθροΤο γέλιο απελευθερώνει ή το απόλυτο καρναβαλικό μυθιστόρημα (γράφει ο Θανάσης Μήνας)
Επόμενο άρθροΚρυμμένες αλήθειες. Γιατί κλείνουν τα βιβλιοπωλεία; (του Γιάννη Ν.Μπασκόζου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ