Μαρία Ορφανού
Ο κρύος ιδρώτας έτρεχε στο κορµί µου. Το χάιδευε απαλά σαν τα πιο στοργικά χέρια. Η κοιλιά µου άδεια. Δεν ξέρω αν θα γεµίσει ποτέ. Η αποικία από τις πεταλούδες έχει καταλάβει όλο τον χώρο. Η µπλούζα σου κολλούσε στο δέρµα µου και µε έπλαθε σαν το πιο ευαίσθητο µάρµαρο. Έτρεχα στην θάλασσα όταν είχα αϋπνίες και περίµενα να βγει ο ήλιος. Οι ακτίνες του στα κύµατα σήµαιναν πως ήρθε η ώρα να επιστρέψω σπίτι, όχι µεθυσµένη όπως οι άλλοι. Να επιστρέψω σπίτι τώρα που ήλιος µπορεί να σε διώξει από τους τοίχους που έχεις γαντζωθεί.
Έψαξα πόσες µέρες επιβιώνει κανείς έτσι, αλλά η απάντηση ήταν απογοητευτική. Για αυτό έµεινα κ άλλο εκεί στην αµµουδιά, όσο τα λόγια σου έβαφαν άλλους τοίχους.
Το νερό πιο κρύο και από το τελευταίο σου γράµµα. Η άδεια µου κοιλιά σφίγγει στο κάλεσµα του βυθού. Η άµµος κολλάει πάνω µου τόσο κτητικά, ξέρεις πως αν την καθαρίσω δεν θα ξαναγυρίσω ποτέ. Τα παράθυρα πίσω µου µαρτυρούν την ύπαρξη τόσων άλλων. Οι ζωές τους συνεχίζουν και οι σκιές τους λερώνουν τις κλειστές κουρτίνες. Τα γέλια τους µε κουφαίνουν και ας µην τα ακούω µήνες τώρα. Δεν θέλω να µε δουν, δεν θέλω να αποδείξω σε κανέναν πως υπάρχω αυτή την ώρα. Όχι εδώ.
Όταν σε γνώρισα, οι τοίχοι ήταν άσπροι. Το θυµάµαι γιατί µου είπες πως έτσι φαίνονται πιο καθαρά τα λάθη. Ένευσα, σαν να καταλάβαινα. Είπες, εγώ είµαι άσπρο….ή εγώ είµαι λάθος….δεν µπορώ να θυµηθώ. Ʃτεκόσουν πάντα λίγο πιο µακριά, ακόµα κι όταν ήσουν δίπλα µου. Κάθε φορά έφευγες λίγο πριν ξηµερώσει, αφήνοντας το δωµάτιο γεµάτο χρώµατα που µαύριζαν τους τοίχους και δεν ήξερα πως να τα καθαρίσω. Για αυτό καθόµουν εκεί.
Ήξερα την επιστροφή για το σπίτι µου πιο καλά και από το όνοµα µου και ας χανόµουν στα στενάκια γύρω µήπως σε πετύχω κρυµµένο µέσα τους. Μήπως βρω λίγη έµπνευση πάνω σου γιατί τα τελευταία χρόνια ανοίγω το στόµα µου και δεν θυµάµαι ούτε το όνοµα µου. Ούτε το σπίτι µου. Ούτε εσένα. Περίεργο δεν είναι; Πάντα πίστευα πώς ξεχωρίζω για την καλή µου µνήµη.
Ίσως µένουν άλλοι τώρα στο σπίτι µου. Ίσως να έχουν βάψει τους τοίχους µου κόκκινους. Ίσως να σκουπίζουν κάθε µέρα τα λουλούδια που πέφτουν από το δέντρο στην αυλή µου. Ίσως όταν την παίρνει αγκαλιά να µην την σηκώνει στον αέρα. Ίσως όταν πηγαίνουν στην θάλασσα να παίρνουν άλλον δρόµο. Ίσως να σε βρήκαν στα στενάκια µαζί µε την έµπνευση µου.
***
Οι τοίχοι µας είναι µπλε. Ʃαν την θάλασσα που µου τραγούδησες τότε και µε βρήκες µέσα της να κολυµπώ. Πάντα ήξερες πού να µε βρεις. Με έβαλες µέσα στο βαζάκι σου, σαν το πιο πολύτιµο κοχύλι της συλλογή σου. Και µε άφησες εκεί να πεθάνω.
Το µπλε δεν µου πάει. Το ξέρω. Όµως το αγαπηµένο µου ρούχο συνεχίζει να είναι τα κύµατα της, αυτά που µε πήραν όταν σε είδα τελευταία φορά. Τα σγουρά µου µαλλιά είναι το µόνο ατίθασο που µου έχει αποµείνει, αλλά έχω να τα δω καιρό. Τα βλέπω όταν θέλω να σ’ ονειρευτώ. Τα βλέπω να µπλέκονται µε το αλάτι κ να καίγονται από τις ακτίνες σου.
Η κόρη µου σου µοιάζει. Δεν ξέρω αν αυτό είναι τιµωρία ή σωτηρία.
Θέλω να την πάω σ’ αυτή την θάλασσα. Ξέρω πως εκεί, ζω ακόµα. Θέλω να την δω να κολυµπάει. Θέλω να την δω να κολυµπάει χωρίς να κοιτάζει πίσω της. Να µπαίνει στο νερό χωρίς να περιµένει κανέναν να έρθει. Αν σου µοιάζει, θα το αντέξω. Αν µου µοιάζει, ίσως µάθω επιτέλους να επιστρέφω σπίτι πριν ξηµερώσει.











![Τα μεταμφιεσμένα (βιβλία) εκτός Απόκρεω [της Μαρίζας Ντεκάστρο]](https://www.oanagnostis.gr/wp-content/uploads/2026/02/ccb052aebf9ab89eb4ba0dcadf63d752-218x150.jpg)










