του Δημήτρη Σαραφιανού
Η Κατερίνα Κοσκινά επιμελήθηκε μια αναδρομή ουσίας στο εξαιρετικό έργο του Kυριάκου Μορταράκου. Ο Μορταράκος, που ξεκίνησε μαθήματα σχεδίου δίπλα στον Πάνο Σαραφιανο, είναι από τους κατεξοχήν καλλιτέχνες που προβληματίστηκαν για τα μέσα έκφρασής του. Έχοντας κατακτήσει την αναπαράσταση, στράφηκε γρήγορα στην επαναστατικότητα της αφαίρεσης, που αφήνει το περιθώριο στον θεατή του έργου να ανοίξει έναν ελεύθερο διάλογο μαζί του, αναδεικνύοντας ότι η τέχνη είναι ένα επικοινωνιακό πεδίο και ο θεατής δεν είναι ένας απλός παθητικός δέκτης. Ζητήματα που διατρέχουν διαχρονικά το σύνολο της δουλειάς του είναι ήδη εμφανή από τότε, τόσο στη διαδικασία της διαγραφής, ως μέσο αφαίρεσης, όσο και ως προς το θέμα της κίνησης που ενσωματώνεται στο (ακίνητο) έργο τέχνης. Το σώμα του κιθαρίστα που ο κορμός του στρέφεται προς τα αριστερά και τα πόδια προς τα δεξιά αποτυπώνεται κινητικά μέσα από τον δυναμισμό της πινελιάς του πολεμιστή ζωγράφου, που παλεύει με τον καμβά για να εκφράσει τον συναισθηματικό του κόσμο και να δημιουργήσει μια ψυχική σύνδεση με τον θεατή. Στη διαδικασία αυτή, ο ίδιος ο κιθαρίστας διαγράφεται για να μείνει μόνο η ουσία. Ίχνη του μόνο απομένουν στο βάθος των χρωματικών στρώσεων. Κι αυτά τα ίχνη θα γίνουν στη συνέχεια το κύριο θέμα της δουλειάς του Μορταράκου – εκεί που η τέχνη του θα συνδέσει το εννοιολογικό στοιχείο με μια βαθιά συγκίνηση, όπως μόνο η τέχνη μπορεί να το κάνει.
Η υλική εγγύτητα της αφαίρεσης
Τα κατεξοχήν σύμβολα της αφαίρεσης, το τετράγωνο του Μαλέβιτς, ο κύβος του Πικάσο, θα βρεθούν στο στόχαστρο της δουλειάς του Μορταράκου, ο οποίος αναδεικνύει την εγγύτητά τους στην καθημερινή μας υλική και πνευματική ζωή. Το τετράγωνο επιστρέφει ως τραπέζι, ο κύβος ως κιβωτός, που ως πρωτογενές σχήμα κουβαλάει μέσα της μια ιστορική μνήμη αρχέγονη, αλλά και ταμπού και προκαταλήψεις. Το ίχνος επανέρχεται ως το υλικό αποτύπωμα που αφήνει το πρωτογενές σχήμα όταν το σηκώσουμε. Εδώ η πνευματικότητα είναι απόλυτα υλική, δεν παραπέμπει σε ένα μυστικισμό σουπρεματιστικού τύπου.
Και η κίνηση όμως εξακολουθεί να απασχολεί τον Μορταράκο και την αναζητά στα πόδια του τραπεζιού και της πολυθρόνας, που, κατασκευασμένα πια από χαρτοπολτό, ενσωματώνονται στον πίνακα και ως δάπεδα και ως σύμβολα του βήματος. Κι εδώ δεν μπορούμε παρά να θυμηθούμε το πρωταρχικό εκείνο γλυπτικό βήμα του Κούρου, που συμβόλισε την άνθηση ενός ολόκληρου ελπιδοφόρου πολιτισμού: ένα βήμα χαρούμενο, εφηβικό, που καταλύει την παγωμάρα των ιερατείων. Είναι άραγε τυχαίο που στη ζωγραφική του Μορταράκου το βήμα αυτό συνδυάζεται με το φως; Ένα φως που συμβολίζει συνειδητά την ιερότητα; Ένα φως εσωτερικό, που δεν είναι το φως του ήλιου, αλλά η λάμπα του δωματίου;
Η ίδια, άλλωστε, λάμπα φωτίζει και τους πρωτόπλαστους, τον Άνδρα και τη Γυναίκα, που θα κινηθούν ζωγραφικά στο έργο του Μορταράκου ανάμεσα σε μια παραστατικότητα που θυμίζει τα πρώιμα έργα του Ρόθκο με τις μακρόστενες φιγούρες στο μετρό (όπου το καθημερινό και το πνευματικό του Ελ Γκρέκο συνταυτίζονται) και φτάνει μέχρι την πλήρη αφαίρεση, όπου το μόνο που μένει είναι η υλικότητα και ο όγκος του ιμπάστο.
Δωμάτια της ψυχής
Το εσωτερικό του δωματίου είναι ο βασικός χώρος μέσα στον οποίο θα κινηθεί η ζωγραφική του Μορταράκου και, επειδή ακριβώς παραπέμπει και στο δικό μας ψυχικό εσωτερικό, θα συμβολοποιηθεί ως εργοστάσιο ψυχής με τη βοήθεια του τραπεζιού, και των ποδιών του που θα μετατραπούν σε φουγάρα. Ήδη εδώ η γραφή αρχίζει να αποκτά έναν άλλο ρόλο από την απλή ημερομηνία, την υπογραφή ή τον τίτλο του έργου, που παραδοσιακά εγγράφονται στον πίνακα. Στο ψυχικό εργοστάσιο του 1997 μικρά τετράγωνα από διπλωμένα σημειώματα έχουν ενσωματωθεί στο έργο. Κι αν στο ένα διαβάζουμε αποσπασματικά για τα ζωύφια που προσελκύει η (ιερή) λυχνία, στο άλλο αποκαλύπτεται τι πραγματικά προσπαθεί να κάνει αυτό το εργοστάσιο ψυχής: να δώσει ένα λόγο.
Το να δώσει κανείς ένα λόγο σημαίνει να αναζητήσει ένα νόημα στην ψυχική του ύπαρξη και στις ψυχικές του διεργασίες, σε μια εποχή μάλιστα που στερείται βεβαιοτήτων, αλλά, ταυτόχρονα, να πάρει και τη σχετική ευθύνη. Την ευθύνη αυτή την παίρνει ο Μορταράκος, και για μια ολόκληρη τριακονταετία ο λόγος γίνεται το αντικείμενο της δουλειάς του.
Ποιο νόημα όμως να βρει ένα θνητό πλάσμα, εξατομικευμένο, θραυσματοποιημένο, τραυματισμένο; Ποια ερμηνεία θα δεχτούν τα λόγια του όταν ακόμα κι ο χρόνος είναι προϊόν μιας σύμβασης, όπως αναδεικνύει η ενσωμάτωση στους πίνακες των φράσεων «ώρα μπρος – ώρα πίσω», οι οποίες παραπέμπουν στις πινακίδες που βάζουν οι ναυτικοί για να θυμούνται ότι πρέπει να αλλάξουν τα ρολόγια τους, όταν περνάνε σε μια διαφορετική ζώνη ώρας; Μήπως η ίδια αυτή φράση δεν θα μπορούσε άλλωστε να είναι αντικείμενο πολλαπλών ερμηνειών;
Η ανάδειξη του δωματίου ως σύμβολο ψυχικού εργαστηρίου φέρνει τον Μορταράκο στο δωμάτιο του Βαν Γκογκ. Το δωμάτιο αυτό, αν και ζωγραφίστηκε ως σύμβολο ίασης και σταθερότητας, είναι πρωτίστως σύμβολο μιας σημαίνουσας απουσίας: λείπει από αυτό και ο ίδιος ο Βαν Γκογκ και, όπως ξέρουμε, η ψυχική του ηρεμία. Μέσα σ’ αυτό το δωμάτιο ο Μορταράκος ξεκινάει τη διαδικασία της αφαίρεσης, όχι πια με την πινελιά, αλλά με τον λόγο. Τα πράγματα αντικαθίστανται με τη φράση «εκεί ήταν…».
Μια ολόκληρη σειρά πινάκων αποδομούν τα δωμάτια και τα έπιπλά τους, αλλά και τον ίδιο τον λόγο, που διαγράφεται, που μουτζουρώνεται, ενώ ταυτόχρονα οι χρονικότητες συγχέονται: το παρελθόν «εδώ ήταν» συνυπάρχει με το παρόν «εδώ είναι». Η απώλεια αγαπημένων προσώπων (η καρέκλα του Παρασκευά, του αδελφού του Κυριάκου), συναντά την ιστορική μνήμη (την εργαλειοθήκη που παραπέμπει και στον ίδιο, αλλά και στον μηχανοξυλουργό πατέρα και τον μαραγκό αδελφό), μέχρι που φτάνουμε στο απόλυτο σύμβολο της απώλειας, στο «Εδώ ήταν παράθυρο που έβλεπε στη Σαλαμίνα», όπου είναι το ίδιο το δωμάτιο που χάνεται, που καταπίνεται μέσα στο μαύρο.
Χτίζοντας με τα ίχνη
Μέσα σε αυτά τα ψυχικά δωμάτια, τι ρόλο μπορεί να έχει το παράθυρο; Είναι κάτι που βλέπει προς τα έξω; Είναι κάτι που μας αποκλείει από το έξω; Και τι ρόλο μπορεί να παίξει ο ίδιος ο πίνακας, που είναι κι αυτός ένα παράθυρο προς το ψυχικό μας δωμάτιο;
Εκεί ο Μορταράκος, συναντώντας τον Ντερριντά, μας δείχνει ότι προσπαθώντας να δώσουμε μια ερμηνεία, βρίσκουμε ταυτόχρονα μέσα σε αυτή και το αντίθετό της: η απουσία εμπεριέχει την προηγούμενη παρουσία, η απώλεια έχει αφήσει πίσω της ίχνη. Και αυτά τα ίχνη, τις διαγραφές, τις μουτζούρες, χρησιμοποιεί ο Μορταράκος ως δομικά εργαλεία για να χτίσει καινούρια έργα, καινούριους κόσμους, καινούριες συναισθηματικές συνδέσεις με τον θεατή, όπως δεν θα μπορέσει ποτέ να το κάνει η Γραμματολογία. Ο ναρκισσισμός του υπάρχοντος υποχωρεί μπροστά στη σημασία της απώλειας και του ίχνους της ιστορικής μνήμης, αλλά και μπροστά στο στρώμα, που ορθώνεται και κυριαρχεί μέσα στο δωμάτιο, ως το πράγμα πάνω στο οποίο ονειρευόμαστε και ερωτευόμαστε. Και τα ίχνη πια αυτού του λόγου γίνονται ημερολόγια φανταστικών ή πραγματικών γεγονότων, όπου θα ξαναβρούμε τα ηλιοτρόπια του Βαν Γκογκ, θα ξαναβρούμε τα ιερογλυφικά των Αιγυπτίων, θα ξαναβρούμε τα ταξίδια μας και θα καταλάβουμε ότι τέχνη είναι η ίδια η ζωή.
* Ο Δημήτρης Σαραφιανός είναι νομικός και κριτικός τέχνης, επικεφαλής του χώρου εκθέσεων και εκδηλώσεων «Λόφος art project», στην οδό Βελβενδού 39, στην Κυψέλη.
info
Κυριάκος Μορταράκος, Αναδρομή
Επιμέλεια: Κατερίνα Κοσκινά
Πινακοθήκη Δήμου Αθηναίων, Γερμανικού και Μυλλέρου, Μεταξουργείο, Αθήνα
Διάρκεια: Έως 25 Ιανουαρίου 2026
Ώρες λειτουργίας: Τρίτη – Σάββατο 11.00-19.00, Κυριακή 10.00-16.00.


























