Ο Καβάφης παρά τας οδούς

1
129

Του Ευριπίδη Γαραντούδη

 

 

 

Τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα η δημόσια έκθεση της ποίησης, μέσω της ανάρτησης αφισών σε μέσα μαζικής μεταφοράς και χώρους διακίνησης επιβατών, εμφανίστηκε σε διάφορες περιστάσεις ως επικοινωνιακό μέσο ή και τακτική προβολής του ποιητικού λόγου. Έτσι μικρότερες ή μεγαλύτερες αφίσες με λιγότερους ή περισσότερους στίχους, ακόμα και με ολόκληρα ποιήματα μικρής έκτασης, είδαμε κυρίως στο πλαίσιο του εορτασμού γεγονότων όπως η παγκόσμια ημέρα ποίησης ή η επέτειος των εκατό χρόνων από τη γέννηση σημαντικών ποιητών, όπως του Γιάννη Ρίτσου το 2009 και του Οδυσσέα Ελύτη το 2011 με τη φροντίδα του Ε.ΚΕ.ΒΙ. Το να κρίνεται γενικώς αν πρέπει να προβάλλεται ο ποιητικός λόγος στον δημόσιο χώρο δεν έχει ιδιαίτερη σημασία, επειδή υπάρχουν επιχειρήματα τόσο υπέρ όσο και κατά μιας τέτοιας επικοινωνιακής τακτικής. Περισσότερη σημασία έχει να κρίνονται κάθε φορά οι συγκεκριμένες πρωτοβουλίες και, ειδικότερα, οι όροι με τους οποίους γίνονται.

Εδώ και μια περίπου εβδομάδα αντικρίσαμε σε μέσα μαζικής μεταφοράς και σε σταθμούς του μετρό μεγάλες αφίσες με μεμονωμένους στίχους ή και τμήματα στίχων του Κ.Π. Καβάφη, όπως «Δεν έχω σήμερα κεφάλι για δουλειά», «Ξένος εγώ ξένος πολύ», «Επέστρεφε συχνά και παίρνε με, αγαπημένη αίσθησις», «Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός», «Όπως μπορείς πια δούλεψε, μυαλό» και «Είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία». Πρόκειται για μια πρωτοβουλία που φέρει την «υπογραφή» του Ιδρύματος Ωνάση και συνδέεται με το γεγονός ότι πρόσφατα το εν λόγω ίδρυμα απέκτησε το αρχείο Καβάφη και συνεπώς θέλει να προβάλει τη σχέση του με το έργο του διασημότερου νεοέλληνα ποιητή. Μάλιστα, σύμφωνα με δημοσιογραφικές πληροφορίες, με τις αφίσες αυτές το Ίδρυμα Ωνάση «προσκαλεί το κοινό μέσα από τη σύγχρονη ματιά του βραβευμένου δημιουργικού γραφείου Beetroot να συνομιλήσει με τον αλεξανδρινό ποιητή». Οι αντιδράσεις που ήδη προκάλεσαν οι αφίσες, σ’ ένα αρκετά ευρύ περιβάλλον, από το διαδίκτυο μέχρι τα γραφεία πολιτικών κομμάτων, είναι τόσες και τόσο γνωστές που δεν χρειάζεται να τις περιγράψω. Θεωρημένες, πάντως, στο σύνολό τους οι αντιδράσεις φανερώνουν τις καθαρά αρνητικές επιπτώσεις που είχε η πρωτοβουλία του Ιδρύματος Ωνάση. Επί του παρόντος έχει κυρίως σημασία να σχολιαστεί και να εξηγηθεί ότι οι αρνητικές επιπτώσεις προήλθαν από την παραποίηση του καβαφικού έργου, οφειλόμενη στον τρόπο που αυτό επιλέχθηκε να προβληθεί.

Ανεξάρτητα από το ποιος ή ποιοι επέλεξαν την προβολή σε αφίσες μεμονωμένων καβαφικών στίχων (ή ακόμα και φράσεων από στίχους, όπως «Ξένος εγώ ξένος πολύ»!), ο επιεικέστερος χαρακτηρισμός που μπορεί να του ή να τους αποδοθεί είναι ο χαρακτηρισμός του άσχετου ή των άσχετων. Η άγνοια προφανώς αφορά όχι μόνο την ποίηση του Καβάφη αλλά και τους βασικούς όρους της σύγχρονης ερμηνείας της. Μάλιστα η ασχετοσύνη δεν μπορεί παρά να προδίδει και την ανάλογη άγνοια των ιθυνόντων ενός κατά τα άλλα σοβαρού πολιτιστικού φορέα, όπως το Ίδρυμα Ωνάση. Εύλογα αναλογίζεται κανείς με θλίψη: Είναι δυνατόν να μην γνωρίζουν στοιχειωδώς, τόσο αυτός που επέλεξε να αναρτηθούν μεμονωμένοι καβαφικοί στίχοι σε αφίσες όσο και εκείνοι που ενέκριναν την επιλογή του, το έργο του Καβάφη και τη σχετική με αυτό βασική βιβλιογραφία; Επίσης, είναι δυνατόν, εξαιτίας αυτής της άγνοιας, σήμερα το έργο του διασημότερου ανά τον κόσμο νεοέλληνα ποιητή να υφίσταται παραποίηση; Οι θετικές απαντήσεις στα παραπάνω ερωτήματα επαληθεύουν δυστυχώς, για άλλη μια φορά, την προχειρότητα και τη βιασύνη με τις οποίες εξακολουθούν να γίνονται τα πράγματα στην Ελλάδα σε όλες τις εκφάνσεις του δημόσιου βίου. Ειδικότερα, η κρινόμενη εδώ περίσταση δείχνει ότι η ποίηση εξακολουθεί να είναι ένα ξέφραγο αμπέλι όπου μπαίνουν άσχετοι και ανεύθυνοι, π.χ. «δημιουργικοί» διαφημιστές με «σύγχρονη ματιά», για να συλλέξουν τους καρπούς της προβολής τους εις βάρος της.

Πράγματι, λοιπόν, «είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία». Χρησιμοποιώ ειρωνικά αυτή τη φράση επειδή θα την χρησιμοποιήσω παρακάτω ως ενδεικτικό παράδειγμα της παραποίησης του έργου του Καβάφη. Μιλώντας γενικά, αυτή καθεαυτή η αποκοπή-απομόνωση στίχων από τα κειμενικά τους συμφραζόμενα, δηλαδή η αφαίρεσή τους από το ποίημα στο οποίο οργανικά ανήκουν, αποτελεί μια επιλογή που προκαλεί αρκετά προβλήματα, ανεξάρτητα από το ποιος είναι ο ποιητής των στίχων και των ποιημάτων. Γι’ αυτό και η επιλογή αυτή, όποτε υιοθετείται, πρέπει να γίνεται με περίσκεψη και να ανατίθεται σε ανθρώπους που αποδεδειγμένα διαθέτουν γνώση του ποιητικού έργου. Στην περίπτωση, π.χ., ολιγόλεξων στίχων του Οδυσσέα Ελύτη, όπως «Είμαστε από καλή γενιά», «Κάνε άλμα πιο γρήγορο από τη φθορά» και «Θε μου τι μπλε ξοδεύεις για να μη σε βλέπουμε!» (χρησιμοποιώ παραδείγματα από αφίσες που αναρτήθηκαν σε δημόσια θέα το 2011), οι στίχοι αυτοί διαθέτουν τέτοιο ποσόν και ποιόν ποιητικότητας, και μάλιστα της ποιητικότητας ειδικά του έργου από το οποίο αποσπάστηκαν, ώστε επικοινωνιακά μπορούν να «σταθούν» στον δημόσιο χώρο, χωρίς να παραποιούν το ποιητικό έργο και έχοντας τη δυνατότητα να λειτουργήσουν ως μέσο προσέλκυσης στην ανάγνωσή του. Αλλά στην περίπτωση της καβαφικής ποίησης η αποκοπή-απομόνωση στίχων ή και τμημάτων στίχων από τα κειμενικά τους συμφραζόμενα ενέχει πολύ περισσότερο τον κίνδυνο της παραποίησης του έργου, λόγω των ειδικών χαρακτηριστικών του.

Εστιάζοντας συγκεκριμένα στους στίχους που επιλέχθηκαν να προβληθούν από το Ίδρυμα Ωνάση, οι περισσότεροι αποκόπηκαν από εμφανώς αφηγηματικά ποιήματα, δηλαδή κείμενα που αφηγούνται, και μάλιστα με πεζολογικό τρόπο, μια ιστορία. Επιπρόσθετα, οι αφηγητές στα ποιήματα, οι φωνές που μας αφηγούνται την ιστορία, ανήκουν στο ιστορικοκοινωνικό και πολιτισμικό περιβάλλον μέσα στο οποίο αυτή η ιστορία συνέβη. Ειδικότερα ακόμα, οι αφηγητές μιλούν όχι μόνο από την αναπόδραστη σκοπιά του χώρου και του χρόνου της ιστορίας τους, αλλά και με ενίοτε ιδιωματικό γλωσσικό τρόπο. Με βάση τα παραπάνω, τα οποία γνωρίζουν και οι μη ειδικοί αναγνώστες της καβαφικής ποίησης, η αποκοπή-απομόνωση στίχων από τα κειμενικά τους συμφραζόμενα ενέχει τον κίνδυνο και συχνότατα έχει ως αποτέλεσμα τη μετάδοση νοήματος διαφορετικού από αυτό που οι στίχοι έχουν εντός των ποιημάτων.

Επανέρχομαι λοιπόν στο παράδειγμα του στίχου «Είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία» για να εξηγήσω πώς λειτουργεί ο μηχανισμός της παραποίησης του νοήματός του, όταν αυτός απομονώνεται. Καταρχάς δεν πρόκειται καν για στίχο, αλλά για τμήμα στίχου που αποσπάστηκε από το ποίημα «Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ.», έκτασης 36 στίχων. Ολόκληρος ο στίχος είναι: «Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία». Ο Γ.Π. Σαββίδης, ο εγκυρότερος εκδότης των καβαφικών ποιημάτων, σχολίασε ως εξής τον τίτλο του ποιήματος και το ίδιο το ποίημα: «Ο Καβάφης δεν εντοπίζει την αποικία παρά μόνο χρονικά: το 200 π.Χ. δηλώνει την καμπή της ελληνιστικής εποχής – την εμφάνιση των Ρωμαίων ως διαιτητών του Ελληνισμού – δέκα χρόνια πριν από την μάχη της Μαγνησίας». Με άλλα λόγια, το ποίημα αφηγείται μια ιστορία τοποθετημένη στην περίοδο της παρακμής των αποικιών των ελληνικών πόλεων στην ελληνιστική εποχή. Η συλλογική φωνή που αφηγείται στο ποίημα είναι ανώνυμη αλλά από τον τρόπο που μιλάει γίνεται φανερό ότι είναι εκείνη των ιθυνόντων της αποικίας, όσων διαχειρίζονται, όπως λέμε, τα κοινά. Το θέμα στο οποίο αναφέρεται αυτή η αφηγηματική φωνή στο ποίημα «Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ.» είναι το δίλημμα αν ήρθε ή όχι η στιγμή να ληφθούν μέτρα για να αντιμετωπιστούν τα μεγάλα προβλήματα της αποικίας, κυρίως με την προσφυγή σε εξωτερική βοήθεια (στον λεγόμενο «Πολιτικό Αναμορφωτή»). Η άποψη που κυριαρχεί εντέλει (αυτή με την οποία κλείνει το ποίημα) είναι ότι, αν και η αποικία αντιμετωπίζει σοβαρά προβλήματα, δεν ήρθε ακόμα ο καιρός να ληφθούν μέτρα τα οποία μπορούν και πρέπει να αναβληθούν προς το παρόν. Σε αυτό το νοηματικό πλαίσιο εγγράφεται ο τριακοστός δεύτερος στίχος «Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία». Στα συμφραζόμενα λοιπόν του ποιήματος ο στίχος σημαίνει: Είναι επικίνδυνο να κάνουμε τα πράγματα με βιασύνη. Αντιθέτως, η φράση της αφίσας, απομονωμένη από το ποίημα, σημαίνει ότι η βία είναι επικίνδυνη. Μάλιστα ο αναγνώστης της αφίσας, που δεν γνωρίζει το ποίημα, προφανώς θα αποδώσει τη φράση στον ίδιο τον Καβάφη και μάλιστα θα θεωρήσει ότι ο ποιητής έχει τη διδακτική πρόθεση να ψέξει ευθέως την κάθε μορφή βίας. Επιστρέφοντας στο ποίημα, πρέπει να επισημανθεί ότι ο λόγος των ιθυνόντων της αποικίας εγγράφεται στην πολύ γνωστή τεχνική της λεκτικής και δραματικής ειρωνείας της καβαφικής ποίησης. Αυτό απλά σημαίνει ότι το ουσιαστικό νόημα του στίχου «Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία» είναι το αντίθετο από αυτό της λεκτικής του διατύπωσης. Με άλλα λόγια, οι επικεφαλής της αποικίας λένε ότι είναι επικίνδυνο να βιαστούν να λάβουν μέτρα, αλλά ο αναγνώστης του ποιήματος, που επιπρόσθετα γνωρίζει την ιστορική εξέλιξη μετά το 200 π.Χ., αντιλαμβάνεται το «βαθύτερο» νόημα του στίχου (και του ποιήματος): Όχι μόνο δεν είναι επικίνδυνο να βιαστούν, αλλά θα έπρεπε άμεσα να λάβουν μέτρα αν επιθυμούσαν πραγματικά να σωθεί η αποικία.

Η παραποιημένη, λόγω της απομόνωσής της στην αφίσα, φράση «Είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία» προκάλεσε, ως γνωστόν, πολιτικές αντιδράσεις. Συγκεκριμένα το Ίδρυμα Ωνάση κατηγορήθηκε ότι θέλησε με τη φράση της αφίσας να παρέμβει στα πολιτικά τεκταινόμενα και στην επίκαιρη και ακανθώδη συζήτηση περί της βίας, καταδικάζοντάς την. Προφανώς αυτοί που διατύπωσαν αυτή τη μομφή αγνοούν επίσης τόσο το νόημα της φράσης μέσα στα κειμενικά συμφραζόμενά της όσο και το «βαθύτερο» νόημά της. Παρεξηγήσεων συνέχεια λοιπόν πάνω στην «πλάτη» της ποίησης (του Καβάφη). Ύστερα από αυτή την κατηγορία το Ίδρυμα Ωνάση εξαναγκάστηκε να εκδώσει την εξής ανακοίνωση:

 

«Οι στίχοι που επελέγησαν για την καμπάνια στα μέσα μαζικής μεταφοράς, στόχο είχαν την πρόκληση της περιέργειας και του προβληματισμού εκείνων που δεν γνωρίζουν ήδη το έργο του Καβάφη. Στόχος επίσης, ήταν το να ξεκινήσει μία ευρεία συζήτηση γύρω από τους τρόπους με τους οποίους η ποίηση μπορεί να συνομιλήσει με τον πολίτη στο περιβάλλον της καθημερινότητάς του, γεγονός το οποίο συνέβη με απίστευτη δυναμική και δημιουργικότητα, ιδιαίτερα στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης.

Συγκεκριμένα ως προς το στίχο “είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία”, κομματικές ή πολιτικές σκοπιμότητες ούτε υπήρξαν, ούτε υπάρχουν. Σε καιρούς έντονης πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής, κατά τους οποίους λέξεις και φράσεις αποκτούν διαστάσεις διαφορετικές από εκείνες που θα είχαν σε άλλες χρονικές στιγμές, ακόμη και η πρόθεση χρήσης ενός στίχου μπορεί να παρερμηνευθεί.

Θεωρώντας, όμως, ότι ο διάλογος και η συζήτηση έχουν νόημα πάντοτε, ο συγκεκριμένος στίχος, θα συμπληρωθεί όπου έχει αναρτηθεί ως εξής:
Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.»

 

Η παραπάνω ανακοίνωση, παρά τον απολογητικό τόνο και την αναγγελία της διορθωτικής κίνησης της συμπλήρωσης της αφίσας, κάνει τα πράγματα χειρότερα για τους ιθύνοντες του Ιδρύματος Ωνάση, καθώς αυτοί αποδίδουν την παρερμηνεία της επίμαχης φράσης στην αλλαγή του νοήματος των λέξεων «σε καιρούς έντονης πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής», με άλλα λόγια σε όσους σκέφτονται μόνο πολιτικά (και όχι, άραγε, ποιητικά;). Το τιμιότερο και το ειλικρινέστερο θα ήταν το Ίδρυμα Ωνάση να αντιληφθεί και να ομολογήσει ευθέως το λάθος της επιλογής του. Αυτό το λάθος προκάλεσε τη μακρά σειρά των παρανοήσεων και των παρερμηνειών.

Ας δούμε πόσα και ποια θα ήταν τα πλεονεκτήματα μιας διαφορετικής επιλογής, της επιλογής να παρατεθούν σε μια αφίσα οι έξι στίχοι της τελευταίας στροφής του ποιήματος «Εν μεγάλη Ελληνική αποικία, 200 π.Χ.»:

 

Ίσως δεν έφθασεν ακόμη ο καιρός.

Να μη βιαζόμεθα· είν’ επικίνδυνον πράγμα η βία.

Τα πρόωρα μέτρα φέρνουν μεταμέλεια.

Έχει άτοπα πολλά, βεβαίως και δυστυχώς, η Αποικία.

Όμως υπάρχει τι το ανθρώπινον χωρίς ατέλεια;

Και τέλος πάντων, να, τραβούμ’ εμπρός.

 

Στην περίπτωση αυτή οι στίχοι θα μπορούσαν να λειτουργήσουν στα μάτια και στο μυαλό ευαίσθητων διερχόμενων ως ένα ισχυρό ερέθισμα να αναλογιστούν τι συμβαίνει τα τελευταία χρόνια στη δική μας «Αποικία». Αναλόγως διαφορετική και λειτουργική θα ήταν η επιλογή να παρατεθούν στις αφίσες ολόκληρα ολιγόστιχα ποιήματα του Καβάφη, όπως το «Επιθυμίες» (6 στίχοι), «Ηδονή» (4 στίχοι), «Επήγα» (6 στίχοι), «Εκόμισα εις την τέχνη» (7 στίχοι) και «Στον ίδιο χώρο» (5 στίχοι).

Μεταφέρω, τέλος, από δημοσιογραφικό ρεπορτάζ δηλώσεις της εκτελεστικής διευθύντριας του Ιδρύματος Ωνάση Αφροδίτης Παναγιωτάκου σχετικά με την «καμπάνια» των αφισών:

 

«Είναι μια κίνηση που σηματοδοτεί τη δική μας στάση απέναντι στο έργο του Καβάφη και στο πώς θέλουμε να κυκλοφορεί το περιεχόμενο του αρχείου [του] στο ευρύ κοινό. Η εικαστική γραμμή είναι αρκετά πιο ποπ και οι στίχοι απολύτως καταληπτοί και όπως κυκλοφορούν στην πόλη με τα μέσα μαζικής μεταφοράς μπορούν να αποδείξουν στο μη μυημένο κοινό πόσο οικείος ποιητής είναι ο Καβάφης, πώς μιλάει μέσα από πολλές διαδρομές –στην κυριολεξία στη συγκεκριμένη περίπτωση– και εκφράζει το πνεύμα της εποχής μας».

Ελπίζω να έδειξα πόσο παραπλανητικά ακατάληπτοι έγιναν οι καβαφικοί στίχοι, εξαιτίας μιας επιλογής που αν εκφράζει το πνεύμα της εποχής μας το εκφράζει επειδή την χαρακτηρίζουν η επικίνδυνη βιασύνη, η απαράδεκτη προχειρότητα και η καταφανής άγνοια. Στο ποίημα «Ζωγραφισμένα» ένα από τα πρόσωπα-καλλιτέχνες της καβαφικής ποίησης, ένας ζωγράφος, δηλώνει: «Την εργασία μου την προσέχω και την αγαπώ». Η φράση αυτή, ως έκφραση της καλλιτεχνικής αυτοσυνειδησίας και της αδιάπτωτης αφιέρωσης στην υπηρεσία της τέχνης, μπορεί βεβαίως να αποδοθεί και στον Καβάφη. Είναι απαραίτητο όσοι δηλώνουν ότι αγαπούν την καβαφική ποίηση να δείχνουν απέναντί της τον οφειλόμενο σεβασμό και να την «προσέχουν».

 

1 ΣΧΟΛΙΟ

  1. Η δημόσια έκθεση ποίησης στα μέσα μαζικής μεταφοράς, που τα τελευταία χρόνια βλέπουμε στην Ελλάδα, δεν είναι ούτε πρόσφατη ούτε ελληνική επινόηση. Θυμάμαι, είκοσι περίπου χρονια πριν, αφίσες με στίχους αγγλων και μη ποιητών στο μετρό του Λονδίνου. Κι ακριβώς επειδη δεν ήταν μεμονωμένοι στίχοι ή τμήματα στίχων αλλα στροφικά σχήματα με αυτοτέλεια ή και ολόκληρα σύντομα ποιήματα, η πρωτοβουλία αυτή είχε κάποιο νόημα. Εύλογα επομένως αυτά που επισημαίνει ο κ. Γαραντούδης. Πάντως οι περισσότερες αντιδράσεις για το συγκεκριμένο εγχείρημα είναι αμφίβολο εάν απέρρεαν από την παραποίηση της ποίησης του Καβάφη, γεγονός που συνιστά μια ακόμα μορφή κακοποίησης του Αλεξανδρινού…

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ