Τα παιδιά και οι άνεμοι της Ιστορίας (της Ελένης Σβορώνου)

0
216

 

της Ελένης Σβορώνου

 

Και μετά το 1821 τι;

Τα πολλά και θαυμάσια παιδικά βιβλία που εκδόθηκαν πρόσφατα με αφορμή την επέτειο των 200 χρόνων έφεραν ένα δροσερό αεράκι στην παιδαγωγική προσέγγιση της Επανάστασης. Τα βιβλία αυτά αντανακλούν τις σύγχρονες απόψεις και τα ερευνητικά ενδιαφέροντα των Ιστορικών. Η διεθνής διάσταση του Αγώνα, ο ρόλος των γυναικών, των παιδιών και των ανώνυμων και αφανών ηρώων, ο Φιλελληνισμός εκτός Ευρώπης, το πολιτειακό, αλλά και η πολυπλοκότητα, τελικά, της Επανάστασης, σε αντιδιαστολή με τις μονοδιάστατες προσεγγίσεις του παρελθόντος, όλα βρήκαν τη θέση τους στο παιδικό βιβλίο.

Στην ανανέωση της εικονογραφίας του 1821, μάλιστα, το παιδικό βιβλίο πρωτοστατεί! Τα πρόσωπα του Αγώνα απέκτησαν ζωή. Τίναξαν από πάνω τους  τη σκόνη του χρόνου και μίλησαν στα παιδιά του 21ου αιώνα. Το ίδιο και οι τόποι, τα γεγονότα και οι λεπτομέρειες της καθημερινότητας της εποχής. Ως και οι χάρτες έγιναν κατανοητοί και μάθαμε επιτέλους που ακριβώς ήταν το Χάνι της Γραβιάς, η Αλαμάνα, τα Σάλωνα και η Βοστίτσα!

Όλα καλώς ειπωμένα και εικονογραφημένα! Τι έγινε όμως μετά την επιτυχή έκβαση του Αγώνα; Τι συνέβη στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος και στη γειτονιά του;

Δυο Ελληνίδες συγγραφείς κι ένας Αρμένιος συναντιούνται στη σειρά «Μικρές ιστορίες για μεγάλα γεγονότα» των εκδόσεων Καλέντη για να πιάσουν το νήμα της Ιστορίας από την άφιξη του Ιωάννη Καποδίστρια στην Ελλάδα, και τον βραχύ βίο του ως κυβερνήτη του κράτους, ως τα χρόνια της Γενοκτονίας των Αρμενίων με φόντο την καταστροφή της Σμύρνης και τα δικά μας τραύματα, περνώντας, ενδιαμέσως, από την Ήπειρο και τον καημό της απελευθέρωσής της.

Η Μαρία Ανδρικοπούλου στο Ο Ιωάννης Καποδίστριας και τα γεώμηλα της Αίγινας ακολουθεί τον κυβερνήτη βήμα βήμα στην πορεία του από την άφιξή του στην Ελλάδα ως τη δολοφονία του εστιάζοντας σε κάποιες από τις πτυχές της πολυδιάστατης προσφοράς του: στην ίδρυση του Ορφανοτροφείου (που λειτούργησε και ως Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο, Εθνικό Τυπογραφείο, Δημόσια Εθνική Βιβλιοθήκη και Στρατιωτική Σχολή Ευελπίδων) και του Νομισματοκοπείου στην Αίγινα καθώς και στην εισαγωγή της καλλιέργειας της πατάτας.

Η Ανδρικοπούλου γνωρίζει καλά το θέμα και καταφέρνει να εστιάσει στην προσφορά του Καποδίστρια και παράλληλα να ψηλαφήσει τα ρήγματα που ανοίγονται, από την πρώτη στιγμή κιόλας της άφιξής του, ανάμεσα σε εκείνον, από τη μία, και τους προκρίτους και τον λαό από την άλλη. Διαγράφει έναν έμπειρο πολιτικό με πολύ καλές προθέσεις, ικανό, εργατικό, μεθοδικό και σεμνό. Μία νοοτροπία και ένας τρόπος δουλειάς και διακυβέρνησης ξένα ίσως ακόμη στα ήθη της εγχώριας πολιτικής τάξης και κοινωνίας.

Ο πρωταγωνιστής όμως που κερδίζει το ενδιαφέρον του αναγνώστη είναι η ελληνική κοινωνία και η δεινή κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει μετά από επτά (ως την άφιξή του στο Ναύπλιο) χρόνια Αγώνα. Στο κεφάλαιο «Καποδίστριας» του βιβλίου της Στ’ δημοτικού γίνεται μνεία για  την κατάσταση αθλιότητος που βρίσκονταν οι Έλληνες χωρικοί εξ’ αιτίας του πολέμου (κεφ. 17, «Οι πηγές αφηγούνται»). Με τα «γεώμηλα» οι χωρικοί αυτοί αποκτούν σάρκα και οστά, συναισθήματα, ελπίδες και προσδοκίες. Βλέπουν τον Καποδίστρια ως θεό που όχι μόνο θα τους σώσει από την πείνα, αλλά και από το πένθος, τη δυστυχία, την απελπισία. Περιμένουν από τον Κυβερνήτη, τρόπον τινά, ακόμη και να αναστήσει και τους νεκρούς τους! Ταυτόχρονα οι άνθρωποι αυτοί μοιράζονται τις ίδιες προκαταλήψεις με τους αγρότες της …Ρωσίας! Κι εκεί η πατάτα έγινε δεκτή με δυσπιστία. Τι ήταν αυτός ο καρπός που φύτρωνε μέσα στη γη! Στη Ρωσία βοήθησε η…βότκα! Ο ρόλος της πατάτας στην παρασκευή της βότκας, του νερού των Ρώσων, έσωσε την τιμή της πατάτας! Στην Πρωσία πάλι ήταν το κόλπο με την περιφρούρηση της καλλιέργειας από στρατιώτες που κίνησε τον ενδιαφέρον των αγροτών. Στην Ελλάδα τι έπρεπε να γίνει; Αυτά σκέφτεται ο Καποδίστριας σε μια σκηνή του βιβλίου καθώς ατενίζει, έξω από το παράθυρο του αρχοντικού του Βούλγαρη, όπου διέμενε, τις πρώτες καλλιέργειες πατάτας στην Ελλάδα.

Ο πόνος των ανθρώπων, οι φιλοδοξίες των προυχόντων, τα στενά όρια του κράτους («μα όταν μιλάμε για κράτος, η επικράτειά του μετριέται στα δάχτυλα: Ανάπλι, Αίγινα, Πόρος, Ύδρα, Κόρινθος, Μέγαρα, Σαλαμίνα.») και σημαντικά πρόσωπα όπως ο Εϋνάρδος, η Δούκισσα της Πλακεντίας ο Κολοκοτρώνης, ο Θεόφιλος Καΐρης, οι Μαυρομιχαλαίοι, ο Μέτερνιχ αλλά και λιγότερο γνωστά πρόσωπα όπως ο γεωπόνος που συμβουλεύτηκε ο Κυβερνήτης για την καλλιέργεια της πατάτας, ο Πικτέτ Καζενόβη, περνάνε μέσα από την πρωτοπρόσωπη αφήγηση του Καποδίστρια.

Λεπτομέρειες όπως η αφιέρωση που χάραξαν στο ρολόι που χάρισαν οι Ελβετοί στον Κυβερνήτη «Σ’ αυτόν που διαχειρίζεται σωστά τον χρόνο, αυτοί που τον μετρούν σωστά» ή αποσπάσματα από τις επιστολές του Καποδίστρια δίνουν τον τόνο.

Ιδιαίτερη μνεία γίνεται, στην επιδημία πανώλης που ξέσπασε τον πρώτο κιόλας καιρό μετά τη άφιξή του Κυβερνήτη στην Ελλάδα, και τα αντιδημοφιλή μέτρα που χρειάστηκε να πάρει για την αντιμετώπισή της. Η διάχυτη δυσαρέσκεια, η διάψευση προσδοκιών και η διαφορά νοοτροπίας και αντίληψης για τη διακυβέρνηση (για εκείνον, η Ελλάδα δεν ήταν ακόμη έτοιμη για Σύνταγμα) οδηγούν στην τελική λύση του δράματος, τη δολοφονία του, με την οποία και τελειώνει το βιβλίο.

Στο τέλος του βιβλίου παρατίθενται τα τοπόσημα που συνδέονται με τη ζωή και τη δράση του Καποδίστρια στην Αίγινα, το Ναύπλιο, την Κέρκυρα, την Αθήνα αλλά και στη Λωζάνη, την Αγία Πετρούπολη και το Κόπερ της Σλοβενίας. Συνιστά μία δελεαστική πρόταση για θεματικό ταξίδι!

Την Επανάσταση και την Απελευθέρωση δεν τη βίωσαν όλοι οι Έλληνες με τον ίδιο τρόπο. Η αφήγηση της εθνικής ιστορίας συχνά παραβλέπει τις τοπικές ιδιαιτερότητες. Η Ιφιγένεια Μαστρογιάννη στο Ο Ποιητής και η Σφραγίδα της Ελευθερίας, μας στέλνει να διαβάσουμε και να θυμηθούμε.

Η Ήπειρος απελευθερώθηκε με τους Βαλκανικούς Πολέμους (1912-13) κι ο Ποιητής πέθανε με τον καημό. Δεν πρόλαβε να δει τον τόπο του, το Συρράκο, ελεύθερο. Κι ας πλήρωσε ο ίδιος βαρύ τίμημα για τους στίχους που έγραψε, μαθητής ακόμη, για την ελευθερία. Κυνηγημένος, τότε, από τους Οθωμανούς αναγκάστηκε να εγκαταλείψει το αγαπημένο του Συρράκο, την αητοφωλιά αυτή της Πίνδου, για να περάσει το υπόλοιπο του λιγοστού βίου του σε ανήλιαγα και υγρά τυπογραφεία στην Αθήνα, προσπαθώντας να βγάλει το μεροκάματό του. Η εύθραυστη υγεία του δεν άντεξε. Πέθανε το 1894, 26 μόλις χρονών.

Ποιος είναι αυτός ο ποιητής που μπορεί να μην έγραψε τον Θούριο αλλά το «Αι σκιαί του Άδου», ένα φλογερό επαναστατικό ποίημα που σήμερα ελάχιστοι γνωρίζουν; Η συγγραφέας αργεί να αποκαλύψει την ταυτότητά του. Κι αν δεν είσαι βιαστικός αναγνώστης, να γκουγκλάρεις αμέσως τον δημιουργό του «Αι σκιαί του Άδου», θα συνθέσεις το πορτρέτο του Κώστα Κρυστάλλη μέσα από τον το Συρράκο και το δραματικό ορεινό τοπίο της Πίνδου που καθόρισε το έργο και τη ζωή του.

Ο Οδυσσέας ένα σύγχρονο παιδί του κινητού και του τάμπλετ, αλλά με έφεση στην ξυλογλυπτική, την τέχνη του παππού του, του καλύτερου τεχνίτη του ξύλου του Συρράκου, έρχεται στο χωριό για τις καλοκαιρινές διακοπές του. Ο παππούς έχει φούριες. Πρέπει να ολοκληρώσει το ξυλόγλυπτο που προορίζεται για το Μουσείο του Ποιητή. Πλησιάζει, άλλωστε, η μέρα της γιορτής που θα γίνει προς τιμήν του. Όλα πρέπει να είναι έτοιμα! Και η Σφραγίδα! Ενώ όμως το ξυλόγλυπτο ολοκληρώνεται πια, κι ο Σταυραητός που εικονίζει μοιάζει έτοιμος να πετάξει, ο παππούς αρρωσταίνει. Ποια είναι όμως αυτή η Σφραγίδα που ζητά επίμονα ο φύλακας του μουσείου από τον παππού;

Ο Οδυσσέας θα το ανακαλύψει παραβιάζοντας τα κιτάπια του παππού. Μια μέρα, ενώ ο Κρυστάλλης δούλευε στο τυπογραφείο, στην Αθήνα, έρχεται ένα πελάτης. Ζητά αντίγραφο ενός κειμηλίου από την εποχή της Εθνεγερσίας. Είναι μία από τις Σφραγίδες Ελευθερίας των επαναστατημένων. Η συγκεκριμένη ήταν των Αθηναίων. Έφερε την επιγραφή «Σφραγίς Ελευθερίας Αθηναίων». Συγκινήθηκε ο ποιητής. Ονειρεύτηκε τη στιγμή που θα έμπαινε κάποιος άλλος πελάτης στο τυπογραφείο και θα του έφερνε εκείνη την άλλη ιερή Σφραγίδα, των ελεύθερων Συρρακιωτών.

Αυτό το όνειρο του Κώστα Κρυστάλλη είχε αναλάβει να λαξέψει στο ξύλο ο παππούς αλλά η ανάρρωσή του αργούσε. Ο Οδυσσέας, αμάθητος στο σκαρπέλο –μόνο λίγες ώρες εξάσκησης είχε προλάβει πλάι στον παππού– αναλαμβάνει δράση. Όποιος δεν έχει λαξέψει όμως στο ξύλο ούτε μια γραμμή, δεν ξέρει τι σημαίνει να γράψεις ολόκληρη επιγραφή και μάλιστα με γράμματα όμορφα και συμμετρικά, σαν του παππού. Από το πλήκτρο ως το σκαρπέλο ο δρόμος είναι μακρύς! Ο Οδυσσέας θα τον διανύσει, όχι χωρίς δυσκολίες.

Το υποβλητικό τοπίο, οι βουνοκορφές, η άγρια ζωή, οι φωνές των ζώων μέσα στη σιγαλιά της νύχτας, και προπαντός η πέτρα («το Συρράκο έγερνε σιγά σιγά να κοιμηθεί στο πέτρινο μαξιλάρι του») συνθέτουν το πορτρέτο αυτού του ιδιαίτερου τόπου. Αναπνέεις τον αέρα του, πετάς με τα αρπακτικά πουλιά, κυλάς με τα νερά του ποταμού κι αντιλαμβάνεσαι τον πόνο του ποιητή όταν τα έχασε όλα αυτά και πήγε στην Αθήνα.  «Ανάθεμά σε, ξενιτιά, με τα φαρμάκια πόχεις!» (Από το «Το τραγούδι της ξενιτιάς» του Κρυστάλλη).

Τα σχέδια του εικονογράφου και αρχιτέκτονα Φίλιππου Φωτιάδη αποδίδουν θαυμάσια τον ορεινό οικισμό και το εσωτερικό ενός παραδοσιακού σπιτιού. Αναδίδουν άρωμα βουνού. Θέλεις να είσαι εκεί, στο Συρράκο, μια ξάστερη νύχτα του χειμώνα!

Στο τέλος του βιβλίου παρατίθενται αποσπάσματα από ποιήματα του Κρυστάλλη και σχόλια για το ποιητικό του έργο. (Μόλις κυκλοφόρησε και το τεύχος 1886 του περιοδικού Νέα Εστία με αφιέρωμα στον Κρυστάλλη).

Από το Συρράκο στη Μπαντίρμα της Προποντίδας και από τη λαχτάρα των Ηπειρωτών για ελευθερία στον διαχρονικό λυγμό των όπου γης Αρμενίων.

Η πρόσφατη αναγνώριση, μάλιστα, της Γενοκτονίας των Αρμενίων από τις ΗΠΑ κάνει το τρίτο βιβλίο της σειράς εξαιρετικά επίκαιρο. Ο Αρτούρο Αλεξανιάν με το βιβλίο του Το παιδί και οι άνεμοι της Αρμενίας πηγαίνει πέρα από την εξιστόρηση της Γενοκτονίας όπως τη βίωσε η οικογένειά του. Ανοίγει το ζήτημα της ταυτότητας του ξεριζωμένου δεύτερης γενιάς. Ο αφηγητής, απόγονος μιας οικογένειας Αρμενίων που γλίτωσε το 1922 από τους διωγμούς των Τούρκων, καταφεύγοντας στην Κωνσταντινούπολη, πρώτα, κι από εκεί στη Βενετία κι ύστερα στη Γαλλία, είναι ένας μεσήλικας με μια πετυχημένη καριέρα. Ωστόσο κάτι τον αναγκάζει ν’ αλλάζει τόπους διαρκώς. Αδυνατεί να ολοκληρώσει μια σωστή σχέση με τα πρόσωπα που αγαπά. Μοιάζει να δραπετεύει με την πρώτη ευκαιρία από τόπους και ανθρώπους. Τι συμβαίνει τελικά; Αν οι γονείς και οι παππούδες του μετακινούνταν από ανάγκη, ποια αόρατη ανάγκη ωθεί τον ίδιο σε αυτό το αέναο ταξίδι χωρίς σταματημό; Ποιος είναι τελικά; Ο διάλογος με το alter ego του αφηγητή ξεκινά. Μαζί και η αναζήτηση της αρμενικής ταυτότητας μέσα από την εξιστόρηση του παρελθόντος.

Η αφήγηση είναι πολυφωνική. Ο κεντρικός αφηγητής, και ο διάλογός του με τον άλλο του εαυτό, διακόπτεται από τις αφηγηματικές φωνές μελών της οικογένειάς του, ακόμη και από εκείνη του Τούρκου αξιωματικού που βοήθησε, στην κρίσιμη στιγμή, τη μάνα του και τη γιαγιά του.

Διαγράφεται μία αρμενική ταυτότητα που βρίσκεται υπό διαρκή απειλή. Ο αφηγητής μιλάει τα αρμενικά της διασποράς. Ξένος στην Μπαντίρμα, λοιπόν, στη γενέτειρα της μάνας του, όπου θα επιστρέψει σε ένα ταξίδι αυτογνωσίας, ξένος και στη Γαλλία όπου ζει. Ο πατέρας του είχε αναγκαστεί να αρνηθεί το όνομά του για να επιβιώσει. Με δανεικό όνομα πως ζεις; Η μάνα του και η γιαγιά του, όταν έτρεχαν για να σωθούν στο λιμάνι της Μπαντίρμα, σκηνή αντίστοιχη με την Καταστροφή της Σμύρνης, φοβόντουσαν διπλά. Μιλούσαν καλά τα ελληνικά. Μπορούσαν να μπουν ίσως σε ένα καράβι ελληνικό. Κυνηγημένες ως Αρμένισσες ή ως Ελληνίδες!

«Είπα πως δεν μπορώ να διατυπώσω με σαφήνεια την αρμενικότητά μου», λέει ο αφηγητής στον Έλληνα φίλο του. Είναι άραγε αυτή η μοίρα των απογόνων των ξεριζωμένων;

Εντυπωσιάζεται ο αναγνώστης από το πόσο στενά δεμένες ήταν οι τύχες Ελλήνων και Αρμενίων:

«Εκείνον τον Αύγουστο του 1922 είχε αρχίσει η ‘Μεγάλη Επίθεση των Τούρκων’ που θα κορυφωνόταν με την ολοκληρωτική συντριβή των Ελλήνων.

Η φυγή μας συνέπιπτε με τα αντίποινα που είχαν εξαπολύσει οι Τούρκοι, οι οποίοι έκαιγαν και κατέστρεφαν συθέμελα τις πόλεις. Την πλήρωναν βέβαια πάντα οι Αρμένιοι της Τουρκίας και οι Έλληνες του Πόντου. Τώρα είχε έρθει η σειρά της Μπαντίρμα, έπειτα θα ακολουθούσε η Σμύρνη, της οποίας ο αφανισμός έμελλε να ολοκληρωθεί με τη μεγάλη πυρκαγιά, τη διαβόητη Καταστροφή.»

Οι Έλληνες τουλάχιστο έχουν μια Συνθήκη της Λωζάνης. Οι Αρμένιοι ούτε κι αυτό:  «Για τους Αρμένιους η καταστροφή της Σμύρνης σήμανε το τέλος οποιασδήποτε διεκδίκησης, η γενοκτονία του λαού ξεχάστηκε, η λέξη «Αρμένιοι» δεν αναφερόταν σε κανένα κείμενο της Συνθήκης της Λωζάνης. Όταν τελείωσε η εποπτεία των συμμάχων πάνω στη διαλυμένη Οθωμανική Αυτοκρατορία, το 1923, υπό την ηγεσία του Ατατούρκ ανακηρύχθηκε η Τουρκική Δημοκρατία.  Η Μπαντίρμα είχε το τέλος της Σμύρνης, πολλοί απ’ όσους ξέφυγαν βρήκαν καταφύγιο στην Κωνσταντινούπολη και στη συνέχεια, όπως έκαναν η μάνα μου και η γιαγιά μου, άφησαν την Τουρκία για να πάνε σε άλλες χώρες.»

Οι Έλληνες όμως κάποτε υπήρξαν η ελπίδα των Αρμενίων: «Όταν οι Έλληνες, σπρωγμένοι από τα έθνη της Δύσης και συγκεκριμένα από την Αγγλία και τη Γαλλία, εισέβαλαν στην Τουρκία το 1919, πολλοί Αρμένιοι τους θεώρησαν σωτήρες. Ξαναβρήκα μια φωτογραφία του πατέρα μου με μια συντροφιά ανθρώπων κάτω από μια ελληνική σημαία: πιθανότατα ήταν στην Μπαντίρμα, που είχε κατακτηθεί από τους Έλληνες. Δυστυχώς αυτή η ελπίδα πως θα προστατεύονταν από έναν χριστιανικό λαό έσβησε και η εκδίκηση των Τούρκων υπήρξε μοιραία.»

Λέει ο πατέρας του αφηγητή: «Συμμερίστηκα το έστω και σύντομο όνειρό τους για ανάκτηση των εδαφών, μοιράστηκα το ψωμί με τους Έλληνες συντρόφους μου, έβαλα σε κίνδυνο τη ζωή μου κοντά τους.»  Δεν υπάρχει όμως μίσος και εκδικητικότητα, ούτε καν πικρία: «Η ιστορία είναι ένας τροχός που γυρίζει –χτες συνέθλιβε εσάς, σήμερα είναι η σειρά μας- …»

Οι άνεμοι της Αρμενίας είναι οι άνεμοι της Ιστορίας. Αυτός ο τροχός που γυρίζει, και θα γυρίζει πάντα, αλλάζοντας τη θέση νικητών και ηττημένων, είναι και ο τροχός της αυτογνωσίας. Αν δε μελετήσεις την κίνησή του εκείνη τη μικρή στιγμούλα που διαμόρφωσε την οικογενειακή σου ιστορία, δύσκολα θα πας παρακάτω. Έστω και ρευστές, έστω και διαρκώς μεταβαλλόμενες οι εθνικές ταυτότητες μοιάζουν να είναι προϋπόθεση για το άλλο διαβατήριο, το πιο σημαντικό στις μέρες μας: αυτό του πολίτη του κόσμου.

 

Ιnfo

Mαρία Ανδρικοπούλου, Ο Ιωάννης Καποδίστριας και τα γεώμηλα της Αίγινας, εικ. Φιλιππος Φωτιάδης, Καλέντης, 2021.

Βρες το εδώ

 

 

Ιφιγένεια Μαστοράκη, Ο Ποιητής και η Σφραγίδα της Ελευθερίας, εικ. Φιλιππος Φωτιάδης,  Καλέντης, 2021.

Βρες το εδώ

 

Αρτούρο Αλεξανιάν, Το παιδί και οι άνεμοι της Αρμενίας, μτφρ. Άννα Παπασταύρου Καλέντης, 2021.

Βρες το εδώ

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here