Κυριακή, 11 Οκτωβρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΚΕΙΜΕΝΑ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ Η μεταφυσική του καλού κηπουρού – στ΄ ζ’ η΄ (του Μιχάλη Μακρόπουλου)

Η μεταφυσική του καλού κηπουρού – στ΄ ζ’ η΄ (του Μιχάλη Μακρόπουλου)

0
16

Φίλη,-ε αναγνώστρια,-η, η ιστορία του καλού κηπουρού θα ολοκληρωθεί στο λ΄ ή το μ΄. Σ’ ευχαριστώ που ακολούθησες έως εδώ αυτήν την αφήγηση στα α΄, β΄ και γ΄, δ΄, ε΄.

 

στ΄

Καθισμένος στην πολυθρόνα του, σ’ ένα μισοΰπνι με τα μάτια άλλοτε ανοιχτά κι άλλοτε κλειστά, μπρος στη φεγγερή οθόνη της κλειστής κουρτίνας όπου σκιές φύλλων προβάλλονται, και φευγαλέα η σιλουέτα μιας δεκαοχτούρας, που για λίγο κάθεται στην κουπαστή κι έπειτα πετάει πάλι, ο καλός κηπουρός φαντάζεται, ή ονειρεύεται μπορεί, μια νεαρή γυναίκα, κορίτσι εχθές μόλις, στην ακροθαλασσιά, να κάθεται στις φτέρνες, να ξεδιαλέγει ανάμεσα στα βότσαλα ένα πλατύ και στρογγυλό· να το ζυγιάζει ανάμεσα στον δείχτη και τον αντίχειρα· να το ρίχνει με κορμί πλάγια σκυφτό και χέρι μισολυγισμένο παράλληλα στην άμμο και τη θάλασσα ꟷ και το βότσαλο να κάνει ψαράκια, ένα, δύο, τρία, τέσσερα…, οχτώ, εννιά, γράφοντας τόξα ολοένα πιο μικρά πάνω από το φωτερό νερό όπου λαμπυρίσματα χορεύουν· και να χάνεται απρόθυμα, ίσως και με λίγη λύπη να ’χει κάπως χωρέσει μέσα στην πέτρινη ομοιομορφία του· λες κι αντανακλάει το βότσαλο την παιδική λαχτάρα της γυναίκας, που εχθές μόλις ήταν κορίτσι ακόμα, να παραμείνει ένα πλάσμα του αέρα που μονάχα φιλάει φευγαλέα το νερό και πετάει ξανά.

Τι κρίμα…

Και βλέπει τώρα αυτό το χθεσινό κορίτσι, με άμμο να αλευρώνει τα βρεμένα του πέλματα, να ’χει σταθεί και να κοιτάζει. Τι; Το φάντασμα του πλατιού βότσαλου να συνεχίζει τα ψαράκια του ώσπου πια χάνεται στο βάθος ꟷ και το νιώθει ακόμα να αναπηδάει και ν’ αναπηδά;

 

 

ζ΄

Στη γειτονιά, όλοι βέβαια τον ξέρουν και τον χαιρετούν, αλλά κανένας δεν τον γνωρίζει, πέρα από τ’ ότι μένει μόνος σ’ εκείνο το διαμέρισμα με τις πολλές γλάστρες στο μπαλκόνι· κι ούτε ξέρουν εάν ποτέ είχε γυναίκα, αν έχει παιδιά. Μα, μήτε απορούν με τούτη την άγνοιά τους, γιατί προτού τον μάθουν έχουν προφτάσει να τον συνηθίσουν, όπως συνηθίζεις κείνη εκεί τη γωνιά που ’χει φύγει ο σοβάς, κι έλεγες στην αρχή να τη σοβατίσεις και να τη βάψεις ξανά· μα, κάπως το ανέβαλλες, και τώρα τη συνήθισες πια, κι έπαψες να το βλέπεις· όπως συνηθίζεις το κορδόνι που ’ναι στραβοπερασμένο στο αριστερό παπούτσι, κι ο φιόγκος κρέμεται από τη μια μεριά κι είναι τσουρούτικος από την άλλην, έτσι δεν μπαίνεις στον κόπο να το βγάλεις και να το περάσεις ξανά, ώσπου ξεφτάει, τέλος κόβεται, και πρέπει να περάσεις άλλο…

Δε νιώθεις μοναξιά, κύριε Ηλία; τον είχε ρωτήσει κάποτε με τη ρωσική της προφορά η Σόφιγια, η νέα υπάλληλος στο mini market.

Όχι, έχω τον κήπο μου.

Όλη μέρα;

Όλη μέρα. Αν δεν τον περιποιούμαι, τον σκέφτομαι. Κι όταν δεν το σκέφτομαι τον ονειρεύομαι.

Έντεκα κι εβδομήντα πέντε σύνολο.

Ο καλός κηπουρός έβαλε το χέρι στην τσέπη κι ακούμπησε στον πάγκο ένα δεκάρικο,  ένα ευρώ, ένα πενηνταράκι, ένα εικοσαράκι κι ένα πεντάλεπτο.

Μετρημένα τα ’χες;

Έτυχε…

Έτυχε…

 

η΄

Δε νιώθεις μοναξιά, κύριε Ηλία; τον είχε ρωτήσει κάποτε η Σόφιγια, και της είχε απαντήσει: Όχι, έχω τον κήπο μου. Αν δεν τον περιποιούμαι, τον σκέφτομαι. Κι όταν δεν το σκέφτομαι τον ονειρεύομαι.

Είν’ αλήθεια, ο καλός κηπουρός δεν παύει να ’ναι στον κήπο του ως και στα όνειρά του ακόμα. Είναι πλαγιασμένος κάτω από σεντόνια φρεσκοπλυμένα και φρεσκοσιδερωμένα πάντα, με το περίσσεμα του πανωσέντονου διπλωμένο προσεχτικά πάνω απ’ την κουβέρτα. Αυτή η τάξη τον γαληνεύει· είναι ο ήσυχος προθάλαμος του ύπνου, όπου ψίθυροι αντηχούν, μα ποτέ φωνές, κι εικόνες τρέχουν πίσω από τα κλειστά ματόφυλλα σαν γρήγορο ξεφύλλισμα των σελίδων ενός εικονογραφημένου βιβλίου, όπου καθετί ꟷδέντρο, ζώο ή άνθρωποςꟷ μπλέκεται με τ’ άλλο, σαν να κυνηγιόνται όλα για ν’ ανταλλάξουν κεφάλια, χέρια, πόδια, κλαριά, φύλλα ꟷ ώσπου να ’ρθει ο καθαυτό ύπνος, και τότε τ’ όνειρο που βλέπει είναι μονάχα ένα, το ίδιο πάντα: βρίσκεται ο ίδιος στον κήπο του ξανά, που όμως έχει απλώσει κι απλώσει, ως πέρα από τον ορίζοντα του ονείρου, σε μια πράσινη θάλασσα από φύλλα, με πινελιές λουλουδιών. Πιο συχνά είναι μόνος, αλλά μπορεί κάποτε να στέκεται μια κοπέλα στον κήπο και να κοιτάζει ένα μακρινό πουλί. Θα ’θελε να της μιλήσει, μα δεν το κάνει. Γιατί; Ποτέ δεν της μιλάει, μα μόνο την κοιτά, όπως εκείνη το πουλί. Η κοπέλα είναι μακρινή πάντα· είτε ρίχνει ένα πλατύ βότσαλο στη θάλασσα, είτε κοιτάζει το πουλί.

Άλλοτε, πιο νέος… Προτού φέρει το ένα τ’ άλλο, και γίνει ο καλός κηπουρός ꟷ ο Θεός…

Στο κεφάλι του, φοράει τη μαδημένη ψάθα που ’χει για το καλοκαίρι, για να μην του καίει ο ήλιος τη μύτη, τα αυτιά, τον σβέρκο. Αγγίζει ένα φύλλο, για λίγη ώρα μένει έτσι, ασάλευτος· μετά πηγαίνει παρακάτω και κάνει το ίδιο ꟷ ώσπου δείχνει τόσος δα στον απέραντο κάμπο που ’ναι ο κήπος του, αλλά κάπως ξεχωρίζει πάντοτε, ως κι από πολύ μακριά ακόμα, κι όταν δεν είναι, πια, παρά μία κουκκίδα, το μόνο ακίνητο σημείο μες στο κυμάτισμα των φύλλων σε κάθε πνοή…

 

Διάβασε και τα προηγούμενα

Η μεταφυσική του καλού κηπουρού – γ΄δ΄ε΄ (του Μιχάλη Μακρόπουλου)

Η μεταφυσική του καλού κηπουρού – α΄ β΄ (του Μιχάλη Μακρόπουλου)

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΠεριήγηση στο τοπίο της μικρο-μυθοπλασίας (του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ