ΑΡΧΙΚΗ ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ «Ρομπέρτο Τσούκκο» (Μπερνάρ-Μαρί Κολτές, Δημ. Καραντζάς): Ωδή στους καταραμένους (της Όλγας Σελλά)

«Ρομπέρτο Τσούκκο» (Μπερνάρ-Μαρί Κολτές, Δημ. Καραντζάς): Ωδή στους καταραμένους (της Όλγας Σελλά)

0
14

 

της Όλγας Σελλά

Δυο άντρες στέκονται για ώρα πολλή, πριν ξεκινήσει η παράσταση, ακίνητοι, μπροστά σ’ έναν μεταλλικό τοίχο, χρώματος γκρι. Μοιάζουν με φρουρούς. Είναι η σκηνική απεικόνιση μιας φυλακής. Οι ώρες περνούν στη σκοπιά τους, χωρίς  να συμβαίνει τίποτα. Είναι η εικόνα της καθημερινότητας αυτών των δύο φυλάκων (Μπάμπης Αλεφάντης, Βασίλης Ζαφειρόπουλος) που για να σκοτώσουν την ανία τους απλώς τσακώνονται, σ’ έναν διάλογο απολύτως μπεκετικό. Και ο ένας αναρωτιέται τι νόημα έχει αυτό που κάνουν: «Βρίσκω άχρηστο να έχουμε τα μάτια ανοιχτά και να κοιτάζουμε το τίποτα, και τ’ αυτιά τεντωμένα για να παραμονεύουμε το τίποτα, ενώ την ώρα αυτή θα ‘πρεπε τα’ αυτιά μας ν’ ακούν τον θόρυβο του εσωτερικού μας κόσμου και τα μάτια μας να ατενίζουν τα εσωτερικά μας τοπία», λέει ο ένας φύλακας, ο λιγότερο συμβιβασμένος με τη ρουτίνα της καθημερινότητάς του. Κι εκεί που αυτός ο μπεκετικός διάλογος συνεχίζεται, εκεί που οι δύο φύλακες διαπιστώνουν τη ματαίωση που  νιώθουν μέσα από τη δουλειά τους, ένας κρατούμενος, ο Ρομπέρτο Τσούκο –«που σήμερα τ’ απόγευμα τον χώσαν μέσα γιατί σκότωσε τον πατέρα του»- δραπετεύει. 

Έτσι ξεκινάει η παράσταση «Ρομπέρτο Τσούκκο», το ομώνυμο και τελευταίο έργο του Γάλλου Μπερνάρ-Μαρί Κολτές, (που  πέθανε από AIDS στα 41 του χρόνια το 1989), το οποίο φέτος σκηνοθετεί στο θέατρο «Προσκήνιο» ο σκηνοθέτης Δημήτρης Καραντζάς.  Ένα έργο εμπνευσμένο από την πραγματική υπόθεση του Ιταλού εγκληματία Ρομπέρτο Τσούκο, με αφορμή την ιστορία του οποίου, ο Κολτές κάνει μια αλληγορία για τη βία, την ελευθερία και τα αδιέξοδα της σύγχρονης ζωής.  

Και μετά, ξαφνικά, αυτός ο μεταλλικός τοίχος  μ’ έναν μαγικό τρόπο (φρόντισε γι’ αυτό η Μαρία Πανουργιά που υπογράφει τα σκηνικά) ανοίγει και μετατρέπεται σ’ έναν σιδερένιο κύβο, που χωράει δωμάτια ενός σπιτιού ή χώρους ιδιωτικούς και δημόσιους μιας γειτονιάς. Όλοι λεροί, σκουρόχρωμοι, στριμωγμένοι, με σιδεριές στα παράθυρα. Κάπου εκεί ζει και η οικογένεια του Ρομπέρτο Τσούκκο (Δημήτρης Καπουράνης) ο οποίος μετά την απόδραση εκεί καταφεύγει. Στην αρχή  η μάνα του (Άννα Καλαϊτζίδου) αρνείται να του ανοίξει, τον διώχνει, τον απορρίπτει με τα χειρότερα λόγια -«για μένα πιο μεγάλη σημασία από σένα έχει μια σκατόμυγα», και μετά ταλανίζεται απέναντι στο μητρικό νοιάξιμο και στον τρόμο που της έχει προκαλέσει η πράξη του γιου της. Κι ο Ρομπέρτο Τσούκκο αντιδρά ανακατεύοντας το άγγιγμα της αγάπης με το άγγιγμα του θανάτου.

Κι αυτός ο κύβος περιστρέφεται, όπως η ζωή του Τσούκκο. Και μετά βρισκόμαστε σ’ ένα άλλο σπίτι. Κάπου δίπλα. Εκεί ασφυκτιά μια ακόμα οικογένεια, ο πατέρας, ο γιος, οι κόρες. Εκεί ο ένας διαφεντεύει τη ζωή του άλλου κι όλο κάποιος προσπαθεί να ξεφύγει (η μία κόρη). Οι γυναίκες ελέγχονται από τους άντρες, οι αδελφές από τους αδελφούς. Και μετά ο κύβος πάλι περιστρέφεται και στο γύρισμά του βλέπουμε αποσπάσματα από τη ζωή τους, μισές εικόνες, και ρίχνουμε κλεφτές ματιές στις ζωές των άλλων.  Και μετά χανόμαστε σ’ ένα φτηνό ξενοδοχείο που στεγάζει τον αγοραίο έρωτα, σε σταθμούς του μετρό που γίνονται ξαφνικά τρομακτικοί και δαιδαλώδεις. Ο Ρομπέρτο Τσούκκο περιφέρεται σ’ όλη την πόλη, προσεγγίζει κάθε πλευρά της, φεύγει από κάθε πλευρά της. Και κάθε φορά βρίσκει την ευκαιρία (ο Κολτές αυτή τη φορά) να βάλει στο στόμα των ηρώων του τις αγωνίες του, τους φόβους τους, την αβάσταχτη ρουτίνα της καθημερινότητας τους και την τρομακτική αβεβαιότητα που συναντούν διαρκώς, τις οποίες εικονοποιεί μοναδικά η φιγούρα του Μανώλη Μαυροματάκη: «…Και δεν ξέρω τώρα τίποτα για το τι πρόκειται να συμβεί, για τον τρόπο που θα δω τον κόσμο και που ο κόσμος θα με δε ή δεν θα με δει. Γιατί δεν θα ξέρω πια τι είναι η μέρα και τι είναι η νύχτα, δεν ξέρω πια τια τι να κάνω, θα στριφογυρίζω στην κουζίνα μου αναζητώντας την ώρα κι όλ’ αυτά με φοβίζουν πολύ, νεαρέ…» εξομολογείται στον Τσούκκο, σ’ έναν καθηλωτικό μονόλογο. Ένας άνθρωπος που κουβαλάει τη ρουτίνα του και την απόλυτη επίγνωση ότι δεν είναι κανείς σ’ αυτή τη ζωή, όπως κουβαλάει τις πλαστικές σακούλες με τα ψώνια.

Σ’ αυτές τις συναντήσεις ο Ρομπέρτο Τσούκκο συναντά τις αγκυλώσεις και τους φραγμούς της κοινωνίας που δυναστεύουν τους ανθρώπους, τις διαψεύσεις, τα αδιέξοδα και τους κλειστούς δρόμους που συναντούν στη διαδρομή τους, εμπόδια που κάνουν άλλους να συνεχίσουν τον βηματισμό της ρουτίνας και της εγκαρτέρησης κι άλλους να εκραγούν. Σαν τον Ρομπέρτο Τσούκκο, που δεν σταματάει ν’ αντιδρά, να νικάει, να χάνει, ν’ απογοητεύεται, να διαπιστώνει τη ματαιότητα και να βρίσκει την τρυφερότητα κρυμμένη στα πιο απίθανα σημεία.  Και να αναζητά πάντα τη διέξοδο, τη φυγή, την απόδραση. Εκεί όπου δεν υπάρχουν περιορισμοί και φραγμοί. 

Οπωσδήποτε είναι ένα έργο για τους καταραμένους, γραμμένο από έναν σύγχρονο «καταραμένο» των γαλλικών γραμμάτων. Ένα έργο όπου κυριαρχεί ο ζόφος, ένα έργο σκληρό, προκλητικό και την ίδια στιγμή πονεμένο κι απελπισμένο. Και ο Δημήτρης Καραντζάς μας έχει δείξει κι άλλες φορές (πιο πρόσφατα στην περυσινή του παράσταση, που συνεχίζεται και φέτος, στο «Cleansed» της  Σάρα Κέιν) ότι μπορεί να αποστάξει ποίηση μέσα από τον πιο σκληρή ιστορία, μέσα από τις πιο ανατριχιαστικές πράξεις και συμπεριφορές. Μπορεί να ξύσει τη ζοφερή επιφάνεια και να αναδείξει την πονεμένη σκληρότητα των ηρώων. 

Κι αυτό ακριβώς κάνει και στον «Ρομπέρτο Τσούκκο». Ξεσκεπάζει την κρυμμένη ευαλωτότητα εκεί που σε πρώτο πλάνο κυριαρχεί η βία και η σκληρότητα. Και αναδεικνύει την ποίηση που είναι κρυμμένη  μέσα στη λάσπη, έτσι ακριβώς όπως το λέει στον έναν ακόμη συνταρακτικό μονόλογο του έργου η Δήμητρα Βλαγκοπούλου: «Ας βρέξει, ας βρέξει κι άλλο, ας πλύνει η βροχή λιγάκι την τρυγονίτσα μου πάνω στην κοπριά που βρίσκεται». 

 Έχοντας, ξανά, ένα θαυμάσιο σκηνικό περιβάλλον με την υπογραφή της Μαρίας Πανουργιά, την εξαιρετική κίνηση του Τάσου Καραχάλιου, τους φωτισμούς του Δημήτρη Κασιμάτη, τα κοστούμια της Ιωάννας Τσάμη και τη μουσική του Γιώργου Ραμαντάνη (μόνιμοι συνεργάτες του όλοι). Και βεβαίως τη μετάφραση του  Δημήτρη Δημητριάδη. Και έχοντας, και πάλι, επιλέξει ηθοποιούς που ζωντάνεψαν χαρακτήρες στραπατσαρισμένους, φοβισμένους, παραιτημένους, αλαφροΐσκιωτους, σκληρούς και βίαιους. Είδαμε τη στωική σοφία και την απελπισμένη παραίτηση του Μανώλη Μαυροματάκη, τη στέρεη απλότητα της Άννας Καλαϊτζίδου, την ευθραυστότητα της Δήμητρας Βλαγκοπούλου, την αδιέξοδη καθημερινότητα του Μπάμπη  Αλεφάντη και του Βασίλη Ζαφειρόπουλου, τη «στολή» της προκλητικής μαγκιάς που φοράει και την ίδια στιγμή τη φοβάται ο Μιχάλης Τιτόπουλος, τη σιωπηλή κραυγή της Ιωάννας Δεμερτζίδου. 

Αφήνω στο τέλος τον Δημήτρη Καπουράνη, που ερμήνευσε τον Ρομπέρτο Τσούκκο, γιατί έχω έναν προβληματισμό που θέλω να μοιραστώ: σπουδαίος ηθοποιός ο Δημήτρης Καπουράνης, ανταποκρίνεται, με αυταπάρνηση, σε κάθε ρόλο που του εμπιστεύονται. Πιστεύω όμως ότι στον συγκεκριμένο ρόλο που του ανατέθηκε, δεν τον βοήθησε η μορφή του, η έκφρασή του, στην οποία κυριαρχεί κυρίως η τρυφερότητα και η ευγένεια και όχι η σκληρότητα. Ανταποκρίθηκε κι αυτή τη φορά στις εναλλαγές του ρόλου, όργωσε δεκάδες φορές τη σκηνή,  έκανε μια σκηνή ανθολογίας –αυτήν του τέλους στην ταράτσα της φυλακής-, αλλά φοβάμαι ότι δεν μας έδειξε με τις εκφράσεις του τη σκληρότητα με την οποία «σύστηνε» τον εαυτό του αυτός ο τρομερός, δυστυχισμένος άνθρωπος, ο Ρομπέρτο  Τσούκκο. Ίσως, πάλι, τώρα που το ξανασκέφτομαι, να είναι μία ακόμα από τις κόντρα ερμηνευτικές επιλογές του Δημήτρη Καραντζά (όπως ήταν ο Άρης Μπαλής στο ρόλο του Στάνλεϊ Κοβάλσκι στο «Λεωφορείον ο Πόθος» ή ο Μανώλης Μαυροματάκης στο ρόλο του Τριγκόριν στον «Γλάρο»), επιλογές που αντιμάχονται τα στερεότυπα που υπάρχουν στο θεατρικό συλλογικό ασυνείδητο. 

Ένας προβληματισμός που δεν μειώνει διόλου την εντύπωση του συνόλου της παράστασης, που ήταν και πάλι δουλεμένη, ολοκληρωμένη, με πρόταση, με αισθητική, με το έργο ατόφιο, είτε αυτό έφτασε στην πλατεία μέσα από τις λέξεις είτε έφτανε μέσα από τις εικόνες. 

Η ταυτότητα της παράστασης

Μετάφραση: Δημήτρης Δημητριάδης, Σκηνοθεσία: Δημήτρης Καραντζάς, Σκηνογραφία: Μαρία Πανουργιά, Ενδυματολογία: Ιωάννα Τσάμη, Μουσική: Γιώργος Ραμαντάνης, Κίνηση: Τάσος Καραχάλιος, Φωτισμοί: Δημήτρης Κασιμάτης, Βοηθός σκηνοθέτη: Δημήτρης Χαραλαμπόπουλος, Βοηθός σκηνογράφου: Σοφία Θεοδωράκη 

Φωτογραφίες, Trailer & Artwork αφίσας: Γκέλυ Καλαμπάκα, Δημόσιες Σχέσεις & Επικοινωνία: Όλγα Παυλάτου, Social media: Renegade Media

Θεάτρο Προσκήνιο, Παραγωγή: Θεατρικές Επιχειρήσεις Τάγαρη

Παίζουν: Δημήτρης Καπουράνης, Μανώλης Μαυροματάκης, Άννα Καλαϊτζίδου,
Δήμητρα Βλαγκοπούλου, Μιχάλης Τιτόπουλος, Ιωάννα Δεμερτζίδου,
Μπάμπης Αλεφάντης, Βασίλης Ζαφειρόπουλος

 

NO COMMENTS

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here