της Βαρβάρας Ρούσσου
Οι πολλαπλές αναγνώσεις της νέας συλλογής του Ιωάννου ανακάλεσαν το δοκίμιο του Έλιοτ «Παράδοση και ατομικό ταλέντο» (1919). Ο Έλιοτ δίνει περιεκτικά δυο χαρακτηριστικά της ποίησης: διαφυγή από το συναίσθημα και από την προσωπικότητα και όχι έκφρασή τους. Επίσης, κατακρίνει την τυφλή προσήλωση σε επιτεύγματα της προηγούμενης γενιάς ενώ η παράδοση «συνεπάγεται την ιστορική αίσθηση […] να έχεις αντίληψη όχι μόνο όσων από το παρελθόν έχουν τελεσίδικα παρέλθει αλλά και του παρελθόντος που είναι παρόν.».
Αυτά νομίζω, παρουσιάζουν συνάφεια με τη συλλογή του Ιωάννου ο οποίος καίτοι χειρίζεται στοιχεία-μορφές από το λογοτεχνικό παρελθόν δεν προσκολλάται σε αυτό και ταυτόχρονα βρίσκει τρόπο να διαφύγει από το προσωπικό που ταυτίζεται συχνά με την αυτοαναφορικότητα και τον βιογραφισμό αλλά κατορθώνει και να χειριστεί το συναίσθημα. Το διακύβευμα της συλλογής που διαμορφώνεται με αυτό τον τρόπο είναι η δυνατότητα να διαρρήξει το χώρο του απόλυτα προσωπικού προς το συλλογικό.
Στα 38 ποιήματα του βιβλίου υπερτερούν αριθμητικά οι πρωτοπρόσωπες χαμηλόφωνες συνθέσεις του Ιωάννου, όχι εκτενείς, με την υιοθέτηση μιας ελεύθερης αλλά συντονισμένης εμπρόθετα ρυθμικότητας, γνωστής ήδη από την πρώτη συλλογή του. Σε πολλά ποιήματα ο ιαμβικός ρυθμικός βηματισμός γίνεται άμεσα αισθητός και κάποτε συνάπτεται με το περιεχόμενο του ποιήματος. Τέτοιο το «Ακροστιχίδα» με μότο από τον Λαπαθιώτη, στον οποίο ανήκει η φωνή εκφοράς, ποιητή σταθερά έμμετρο. Στο ποίημα μάλιστα αναγνωρίζονται σπασμένοι ή ανεστραμμένοι 15σύλλαβοι: «Τις νύχτες που δεν άφηνα/ Κορμί να μην πλευρίσω/ Και σα σκιά μεγάλωνα/». Παρόμοια παραδείγματα φαίνονται αποτέλεσμα εμπρόθετης επεξεργασίας παρά τυχαιότητας και δηλώνουν την τάση του Ιωάννου προς την επιλεκτική ρυθμικότητα μέσω εμμετρότητας, όχι όμως διαρκώς παρούσα.
Στην «Ακροστιχίδα» απαντά άλλο ένα πάγιο γνώρισμα του Ιωάννου, παρόν και σε άλλα ποιήματα: η αξιοποίηση της πολυσημίας/αμφισημίας λέξεων («Σφαίρα τον πήγαινε ο χρόνος/Και από τρίπολη σε τρίπολη/Δεν έκανε χωριό» στο «Γεωγραφικό στίγμα» όπου η «σφαίρα» και η «τρίπολη» διαβάζονται σε συσχετισμό με τον Καρυωτάκη η μορφή του οποίου αποτελεί το κέντρο του ποιήματος), η μεταφορική χρήση τους ή και η ειρωνική αντιστροφή τους όταν πρόκειται για δάνεια όπως η ειρωνική μετατόπιση του κάλβειου «γλυκύς» σε «πικρός» στο «Στον τόπο» μετασχηματίζει τη σημασία του δανεισμένου στίχου και σχολιάζει την αντιφατική σχέση του ποιητικού υποκειμένου με την πατρίδα.
Η ένθεση στίχων γίνεται με πλάγια γραφή και οι επιλογές είναι απόλυτα λειτουργικές, ενταγμένες στο κλίμα του ποιήματος όπου εντίθενται και συχνά απρόσμενες όπως ο καταληκτήριος στίχος δημοτικού στο «Άνω ποταμών», ποίημα για τους Τσέλαν και Ελιγιά. Ας επισημανθεί επίσης η τήρηση των στροφικών ενοτήτων συνδυαστικά με το νοηματικό βάρος και η αστιξία όπως και η έναρξη των στίχων με κεφαλαίο, στοιχείο που οδηγεί σε δεύτερες αναγνώσεις για τον εντοπισμό κάθε παύσης αυξάνοντας περιπτώσεις αμφισημίας.
Βάση των περισσότερων ποιημάτων αποτελούν πτυχές/λεπτομέρειες του βίου λογοτεχνών. Ο Ιωάννου δεν επιστρέφει σε λογοτέχνες για να ανασυστήσει μια γενεαλογική γραμμή, αλλά για να κινηθεί πέρα από την αυτοαναφορική εξομολόγηση, χωρίς να εξοβελίζει το εγώ του ποιητικού υποκειμένου. Δεν αναπαριστά βίους μετασχηματίζει στοιχεία τους, και μέσω αυτών σχολιάζει το παρόν για να συγκροτήσει προσωπικές εμπειρίες του ποιητικού υποκειμένου ή για να σχολιάσει καταστάσεις του σήμερα ανάλογες του τότε, δηλαδή ως τρόπος σύντηξης παρελθόντος παρόντος. Ο Ιωάννου επεξεργάζεται είτε ένα κοινό στοιχείο δυο προσώπων όπως π.χ. την χωρίς συνάντηση συνύπαρξη τον ίδιο τόπο Κάλβου-Σολωμού (διάλογος των δυο στα «Οστική πυκνότητα» και «Στον τόπο» όπου φορέας του λόγου είναι στο πρώτο ο Κάλβος στο δεύτερο ο Σολωμός με διαμεσολαβημένο στίχο το μότο από τον Αναγνωστάκη) είτε μεμονωμένες αλλά καίριες στιγμές του βίου τους όπως το τέχνασμα με το οποίο εξαπατήθηκε ο Βιζυηνός ώστε να εισαχθεί στο Δρομοκαΐτειο στο τελευταίο ποίημα της συλλογής «Μεταξύ Πειραιώς και Νικοπόλεως» παραλλάσσοντας τον τίτλο διηγήματος του Βιζυηνού με μια αναπροσαρμογή του τόπου (Νικοπόλεως αντί Νεαπόλεως). Άλλοτε η αναφορά στη ζωή του λογοτέχνη -Μαβίλης στο «Πλατεία Μαβίλη»- περνά στο συλλογικό για να επιστρέψει μέσω του έργου του στην ατομική εμπειρία της ποιητικής φωνής: «Κορίτσι με το ρυθμικό σου πρόσωπο/Σονέτο του Λορέντζου/Χυδαία γλώσσα δεν υπάρχει όπως έλεγε//Και θέλω όλα να σ’ τα πω/Και να σ’ τα κάνω». Ανάλογα και το «Δον Κιχώτης».
Έχει ενδιαφέρον να προσέξουμε τις επιλογές του Ιωάννου στους λογοτέχνες: δεν αποτελούν μόνο προγόνους/σημεία αναφοράς αλλά και πρόσωπα που έργω ή βίω αντιτάχθηκαν σε κοινωνικές επιταγές ή περιθωριοποιήθηκαν. Συχνά, είναι χαρακτηριστική στην ποιητική απόδοση του βίου τους η ειρωνεία -στοιχείο ιδιαίτερα παρόν σε όλη τη συλλογή- που στρέφεται είτε στην κοινωνία, σε θεσμούς που αντιμετωπίζουν τους λογοτέχνες στη βάση μιας μυθολογίας περί ιδιορρυθμίας, παραφροσύνης.
Στο «Ακροστιχίδα» ο εξομολογητικός λόγος, ψύχραιμος και όχι μελοδραματικός, ένα είδος αυτοκριτικής αλλά και με τόνους υπερήφανης διαφοράς καθώς, κατά το καβαφικό, «τελείως αφέθηκα κι επήγα. Στες απολαύσεις,…» περιλαμβάνει και τη κριτική στη λεγόμενη γενιά του ‘30, «Τα αστόπαιδα/Που βάλανε σημάδι τη γενιά μου». Τόσο αυτό το ποίημα όσο και άλλα όπως το «Οπλισμένο σκυρόδεμα» αποτελούν νύξεις στο σήμερα, την βιωμένη πραγματικότητα: το πρώτο έναν υπαινιγμό για την στάση των μεταγενέστερων προς τη γενιά του ‘30 το δεύτερο μια καταγγελία της βίας και του ανελέητου καλλιτεχνικού χώρου: «Δεν ξέρω αν με πιάνεις συνονόματε/Αλλά μετά το κάθε σουαρέ/Ήθελε μέρες ο καρπός/Από τις χαιρετούρες τους/Να ‘ρθει στα συγκαλά του» («Οπλισμένο σκυρόδεμα»). «Άδειο μου Magmum ποίηση/Ούτε τους κάλυκές μου δεν μπορώ/Μαζί σου να τινάξω//Τα άδεια όλα όμως είναι που σκοτώνουν/» καταλήγει το «Magnum opus» δια της φωνής Μαγιακόφσκι, ως κατάθεση άποψης για το διαρκές ερώτημα περί του ρόλου της ποίησης. Το τελικό ποίημα «Μεταξύ Πειραιώς και Νικοπόλεως» συνδέεται με το πρώτο «Αμφίβια μοίρα» μέσω του πληθυντικού «εμείς», (όπως και το προτελευταίο «Νάρκη θαλάσσης» όπου κυριαρχεί ο έρωτας ως πηγή αναζωογόνησης). Δεν πρόκειται για συλλογικότητα πολιτικής ταυτότητας ή «γενιά» αλλά για ποιητική σύμπραξη που παρεκκλίνει από τη νόρμα και που η τρέλα αναδεικνύεται σε επαναστατική, δημιουργική ορμή παρά την εχθρότητα του περίγυρου: «Έξω φρενών κι έξω καρδιά/Στο κάλεσμα του δρόμου» κλείνει η συλλογή με μια πρόσκληση.
Τα «δάνεια» στίχων, λέξεων, προσώπων επαναφέρουν τη σύνδεση παρελθόντος-παρόντος επιμένοντας στο πώς το πρώτο επιβιώνει στο δεύτερο στο πώς μέσω του πρώτου σχολιάζεται το δεύτερο, στο πόσο «ανίατα μεσοπόλεμος» μπορεί να είναι το παρόν.
Επίσης, είναι προφανής σε πολλά ποιήματα η βαρύτητα στον τόπο (συχνή σε μεγάλο μέρος της σύγχρονης ποίησης που διακρίνεται για την τοποφιλία βλ. για τον όρο και την έννοια «τόπος» Yi-Fu Tuan, Topophilia: A Study of Environmental Perception, Attitudes, and Values, 1974). Ο τόπος νοείται αισθητηριακά και συμβολικά αλλά και ηθικά (ως πλέγματα αξιών) στο ποίημα «Εκδρομή» όπου η ποιητική φωνή αναπολεί τη εκδρομή της στο Μεσολόγγι ως χώρο και συνδέει τον τόπο και τον υπό διαμόρφωση 12χρονο εαυτό με τον Μπάυρον. Η Έξοδος γίνεται έξοδος μεταφέροντας την πολιορκία σε ατομικό επίπεδο χωρίς όμως να αγνοείται το ιστορικό πλαίσιο: «Σε τέτοια λειψανδρία ούτε ήρωες/Μήτε στο βάθος κήπος/Μονάχα λιμνοθάλασσα κλειστή/Να περισσεύει αλάτι//Και ούτε λόγος πια για έξοδο/Χάνοντας πόντο πόντο έδαφος/». Υπόκειται το ερώτημα για την έννοια του ήρωα και την αντιηρωική ατομικιστική σύγχρονη εποχή.
Ο τόπος από σταθερό υπόστρωμα της εμπειρίας γίνεται κόμβος απ’ όπου πρόσωπα, καταστάσεις, γεγονότα μνήμες ξεκινούν και συναρθρώνονται στο ποίημα και επιτρέποντας να δούμε ανανεωτικά και τον ίδιο τον τόπο. Στα ποιήματα της συλλογής οι τόποι ποικίλλουν και συνάπτονται με αναμνήσεις από το προσωπικό πεδίο, από το βίο των «διάμεσων» προσώπων ως σύνδεσμοι. Η Άρτα ως καταγωγή του Λάγιου στο ποίημα «Προφήτου Ηλία», η Πρέβεζα και το Μονολίθι ως κατεξοχήν καρυωτακικοί χώροι σε τρία ποιήματα: «Γεωγραφικό στίγμα», «Τα μπάνια του λαού», «Οδός Καρυωτάκη (πρώην πριγκιπίσσης Μαρίας)», η Ήπειρος του ήρωα Λορέντζου Μαβίλη στο «Πλατεία Μαβίλη, η Νικόπολη ως «Ηττόπολη» στο ομώνυμο ποίημα αλλά και στο τελευταίο «Μεταξύ Πειραιώς και Νικοπόλεως», ενώ αναφορές υπάρχουν και σε εκτός Ελλάδας τόπους.
Έχοντας οριστικοποιήσει το ύφος του ο Ιωάννου δεκατέσσερα χρόνια μετά την πρώτη συλλογή Ιπποκράτους 15 βρίσκει τρόπους για να μιλήσει για «Το παρόν συνωστίζεται γύρω μου/Με πιέζει με το ογκώδες σώμα του». Η νέα του συλλογή λειτουργεί ως υπόμνηση ότι η ποίηση δεν αναπαύεται στην κληρονομιά της αλλά την επαναδιαπραγματεύεται ως σχέση αποκαλύπτοντας ότι το παρόν συγκροτείται από επαναλαμβανόμενες κριτικές αλλά ποτέ ταυτοτικές επιστροφές.
Θωμάς Ιωάννου, Ανοιχτή ημερομηνία, Πόλις 2025
![]()



