ΑΡΧΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ Η άλλη όψη του ορατού: Διαβάζοντας τους «Κρατήρες» της Μαίρης Μικέ (του...

Η άλλη όψη του ορατού: Διαβάζοντας τους «Κρατήρες» της Μαίρης Μικέ (του Βασίλη Γραμμενά)

0
4
Η Τυρώ

 

του Βασίλη Γραμμενά (*)

Όταν δέχτηκα την ευγενική πρόσκληση από τη Μαίρη Μικέ –στις αρχές του περασμένου Ιουνίου– χάρηκα, γιατί επρόκειτο να παρουσιαστεί ένα βιβλίο που επισφραγίζει με τον καλύτερο δυνατό τρόπο την ολοκλήρωση μιας μακράς, γόνιμης πορείας, με την αφυπηρέτησή της από το Τμήμα Φιλολογίας του Αριστοτέλειου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, ύστερα από τέσσερις δεκαετίες αφοσιωμένης παρουσίας στην πανεπιστημιακή εκπαίδευση. Ως φοιτητής της είχα την τύχη να βιώσω μια διδασκαλία που δεν εξαντλούνταν στη φιλολογική ανάλυση ούτε περιοριζόταν στην κατάκτηση μιας επιστημονικής μεθοδολογίας. Κάθε μάθημά της αποτελούσε μια άσκηση πνευματικής ελευθερίας: μια διαρκή προτροπή να προσεγγίζουμε τα κείμενα όχι ως κλειστά και αυτάρκη δημιουργήματα, αλλά ως ζωντανούς οργανισμούς που συνομιλούν με την ιστορία, την κοινωνία και τον άνθρωπο. Μας δίδαξε να αμφισβητούμε τις εύκολες βεβαιότητες, να αναζητούμε τα υπόγεια νοήματα, να κατανοούμε ότι κάθε αυθεντική ερμηνεία προϋποθέτει όχι μόνο επιστημονική επάρκεια, αλλά και ηθική ευθύνη απέναντι στον λόγο και τον κόσμο. Αυτό, άλλωστε, ήταν πάντοτε το γνώρισμα της παιδαγωγικής της παρουσίας. Δεν επεδίωκε απλώς να καταρτίσει φιλολόγους, αλλά να διαμορφώσει σκεπτόμενους ανθρώπους, πολίτες με κριτική συνείδηση, άτομα ικανά να αξιοποιούν τη λογοτεχνία ως έναν τρόπο βαθύτερης κατανόησης της ζωής. Με αυτόν ακριβώς τον τρόπο θα προσπαθήσω να μιλήσω στον χρόνο που μου αναλογεί για τους Κρατήρες της. [1]

Κρατήρες, λοιπόν, ο τίτλος του νέου βιβλίου της Μαίρης Μικέ. Πρόκειται για μια συλλογή 16 σκηνικών μονολόγων, όπου μυθικά πρόσωπα του αρχαίου παρελθόντος επανέρχονται για να αναμετρηθούν με τα μεγάλα ζητήματα της σύγχρονης ανθρώπινης εμπειρίας. Η Μικέ, κινούμενη με ελευθερία ανάμεσα στις «φωνές» των δημιουργών και τις εποχές τους, ενώνοντας τη σοφία διαχρονικά και διατοπικά, δεν αναπαράγει τους αρχαίους μύθους· αντίθετα, τους μετασχηματίζει δημιουργικά, καθιστώντας τους αφηγηματικούς (με την αριστοτελική έννοια), σε ιστορίες δηλαδή που έχουν την παραδοξολογική, συχνά, πειστικότητα του εικότος και του αναγκαίου. Η σκέψη της, καταιγιστικά υπαινικτική, στρέφεται επίμονα προς το πανάρχαιο δράμα της ανθρώπινης ύπαρξης: μνήμη, έρωτας, βία, φθορά, θάνατος, πεπρωμένο –σκοτεινή και απρόσιτη ύλη της ανθρώπινης απορίας.

Μέσα από έναν μυθικό καμβά με γνωστές μορφές της μυθολογίας, η συγγραφέας εστιάζει τον αφηγηματικό της φακό στα πρόσωπα εκείνα που παρέμειναν στο περιθώριο, χάθηκαν και επισκιάστηκαν πίσω από τις πράξεις των ηρώων ή από γεγονότα που κυριάρχησαν στη συλλογική μνήμη, πραγματοποιώντας, έτσι, με την επιλογή της αυτή μια ύστερη –θα λέγαμε– επιτέλεση του μύθου. Ύστερη όχι με την έννοια ότι έρχεται να κλείσει μια μυθική αφήγηση, όπως περίπου πέφτει η αυλαία στο θέατρο ή οι τίτλοι τέλους σε μια κινηματογραφική ταινία, αλλά με τον τρόπο του λόγου που διεκτείνεται τη στιγμή που τείνει να ολοκληρωθεί.

Οι ήρωές της, μορφές οικείες, απεκδυμένες από το μυθικό τους ένδυμα, προβάλλουν με όλα τα τραύματά τους πάνω στο χαρτί, που όμως δεν τους αρκεί πάντοτε για να απαλύνει τις αλγηδόνες τους. Φορείς μιας τεράστιας μνήμης μα και νοσταλγίας αφόρητης, στέκουν στοχαστικοί μπροστά στην άφευκτη μοίρα τους κι αναζητούν την αλήθεια για τον προορισμό του ανθρώπου, τη θέση του μέσα στην κοινωνία κι αντίκρυ στον θάνατο. Εκφραστές ενός γίγνεσθαι, αναδίνουν τις ιδιάζουσες αποχρώσεις και αποκαλύπτουν με τις φωτοσκιάσεις τους το βάθος του κόσμου τους, που κινδυνεύει να επικαλυφθεί από την ηχηρή καθημερινότητα και την πλαστή επιφάνεια. Και μέσα σε όλα η ζωή θηρεύει όνειρα, οργανώνει διασυνδέσεις χωρίς να συνειδητοποιεί τις οιμωγές των θυμάτων που εγκαρτερούν τη μόνη σωτηρία τους από την υπερβατική ελπίδα.

Δεν είναι τυχαίο, άλλωστε, ότι η συγγραφέας επιλέγει να οργανώσει την πορεία των ηρώων της σε τρεις διακριτές θεματικές ενότητες, οι οποίες λειτουργούν ως διαδοχικοί σταθμοί μιας πνευματικής και υπαρξιακής διαδρομής. Ξεκινώντας από την πρώτη, αυτή του Νερού, η Μικέ,  η διανοούμενη, η ορθολογίστρια, έρχεται σε επαφή με την άλογη, «βασανισμένη» και μυστηριακά ζωντανή ύλη. [2] Στο σημείο εκκίνησης θα συναντήσουμε την Τυρώ και την πολυτάραχη ζωή της από τη στιγμή που η ίδια θα παραβεί τις αυστηρές κοινωνικές συμβάσεις και την πατρική αυθαιρεσία και θα υποκύψει μπροστά στα άγρυπνα μάτια του πλησιέστερου ποταμού στις προσφιλείς ηδονές της σάρκας, μέχρι τη δύσκολη απόφαση να εγκαταλείψει, μη μπορώντας να τα μεγαλώσει, τα δύο της παιδιά, τον Πελία και τον Νηλέα, έξω από την πόρτα ενός ορφανοτροφείου.

Φυσικά, η δραματική αυτή πορεία της ηρωίδας δίνει την ευκαιρία στη Μικέ να μας αποκαλύψει τα γενεσιουργά αίτια αυτής της συμπεριφοράς και τις συνιστώσες ευρύτερα της κοινωνικής υπανάπτυξης και σκληρότητας, η οποία επιβεβαιώνεται και από το ίδιο το περιβάλλον, και συγκεκριμένα μέσα από τον μυθικό ποταμό Σκάμανδρο, ο οποίος ανακινώντας τα νερά που λίμναζαν από τους παρελθόντες αιώνες βρίσκεται αντιμέτωπος με την τυραννία της μνήμης και με αυτό που ονομάζεται ιστορικός χρόνος, με τις σφαγές, τις καταστροφές, τις πολεμικές συμφορές και τις κοινωνικές αδικίες, που είναι συνδεδεμένες μαζί του. [3]  Όλα αυτά, βέβαια, με τη μονομέρειά τους, απέφεραν και το ανάλογο κόστος, το οποίο δεν φάνηκε να έχει συνειδητοποιήσει ο Έλληνας, μιας και δείχνει πως εξακολουθεί να κάνει ακριβώς τα ίδια λάθη. Εδώ μοιάζει η ανθρώπινη φύση να μην έχει διδαχθεί ιδιαίτερα από την καθημερινότητα κι έτσι να παρασύρεται από κάποιες σκοτεινές διαθέσεις, κάθε φορά που οι σειρήνες αφυπνίζουν το όνειρο. Η προσγείωση σ’ αυτές τις περιπτώσεις ακολουθεί τη συμφορά και ωθεί σε ακραίες θέσεις. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Υπερμνήστρα, η οποία σε αντίθεση με τις αδερφές της αποποιείται τον ρόλο του πειθήνιου οργάνου, αντιδρά, παίρνει τη ζωή στα χέρια της, και δεν υπακούει στην παράλογη εντολή του πατέρα της να σκοτώσει, για τους ιδιοτελείς σκοπούς του, τον άντρα της Λυγκέα, καταδεικνύοντας, έτσι, την αληθινή φύση της νεότητας που συντάσσεται με τον έρωτα θυμίζοντας κατά πολύ την Αντιγόνη του Σοφοκλή, όταν, αρνούμενη και εκείνη να συμμορφωθεί στις απαγορεύσεις του Κρέοντα, είπε: «Δε γεννήθηκα για να μισώ, αλλά για ν’ αγαπώ». [4]  Στο τέλος, οι αδερφές της ανεβασμένες στη βάρκα του Χάροντα θα οδηγηθούν στο αιώνιο βασανιστικό ταξίδι του θανάτου, αδύναμες πια να αντιμετωπίσουν τις υπόκωφες αντηχήσεις των Ερινυών που τις καταδυναστεύουν, ενώ ο πατέρας της θα δεχθεί από τον Λυγκέα τη χαριστική βολή στην «πετρωμένη του καρδιά» (σ. 54).

Στις τρεις αυτές ιστορίες που απαρτίζουν την πρώτη ενότητα του βιβλίου, η Μικέ με έναν συμβολισμό που ζητά πέρα από  την επιφάνεια το βάθος, πέρα από τη στεγνή περιγραφή τον κραδασμό του αισθήματος και πέρα από τον ακύμαντο λόγο την ευσυγκίνητη σκέψη παίρνει τον αναγνώστη από το χέρι για να τον κατευθύνει στα ανεξερεύνητα εκείνα μονοπάτια που δημιουργούν και συντηρούν τους χαρακτήρες, που φέρνουν τους χαρακτήρες αυτούς σε σύγκρουση με την εξωτερική περιπλοκή της ζωής και που συνθέτουν την ατομική και συλλογική ψυχολογία, αποκαλύπτοντας παράλληλα τον τρόπο με τον οποίο η ίδια αντιλαμβάνεται τον κόσμο: είναι ένας τρόπος απόλυτος, συνέπεια της ανασφάλειας και της φοβίας μπροστά σε εποχές – καταστάσεις όπου η σκιά και το φως, το καλό και το κακό, χάνουν τα σαφή τους όρια και διεισδύουν το ένα μέσα στο άλλο. Έναν προβληματισμό που θα αναπτύξει περαιτέρω η Φωτιά στη δεύτερη ενότητα του βιβλίου, όπου με την αποκαλυπτική ιδιότητά της θα φωτίσει όχι μόνο τη φύση των πραγμάτων και τις μεταξύ τους σχέσεις, αλλά και τις βαθύτερες και πιο απόκρυφες πτυχές της ανθρώπινης ψυχής. [5]

Τον εναρκτήριο λόγο αυτή τη φορά θα έχει ο Ήφαιστος, που αν και ο στοχασμός και η φαντασία του εκφράστηκαν σε δυναμική πραγμάτωση, όταν έπλασε και τοποθέτησε στην ασπίδα του έναν ολόκληρο κόσμο μέσα στο έξαλλο όργιο της θεϊκής του παντοδυναμίας, θα σταματήσει τώρα με δέος μπροστά στο δημιούργημά του και θα ακούσει στωικά τις «εμπειρίες του πολύπαθου βίου» του (σ. 58). Στην ενότητα αυτή η Μικέ προσπαθεί με τον τρόπο της να ισορροπήσει σε μια αισθητική σύνθεση, τον μύθο με τη σύγχρονη τραυματισμένη ψυχή και τη διαρκή δοκιμασία της απέναντι στη βία, στον φόβο και στις αντιφάσεις της ιστορίας, ενώ ταυτόχρονα δείχνει από τι λεπτές κλωστές κρεμιέται το κακό, όταν θελήσει κανείς να το νοήσει και να το πολεμήσει.  Έγκλειστα τα πρόσωπα στα έμπεδα των ατομικών και συλλογικών τους δραμάτων υπομένουν μια μοίρα αβάσταχτη που εξαφανίζει από πάνω τους κάθε ικμάδα χαράς.  Συγκεκριμένα, μέσα από τους μονολόγους της Φιλομήλας και της Αντιόπης γινόμαστε μάρτυρες μιας εξομολογητικής εκμυστήρευσης των πιο μύχιων πόθων, εσωτερικών αποτυχιών και διαψεύσεων που συγκροτούν με τη σειρά τους ένα πανόραμα του διαχρονικού βίου της γυναίκας. Πολιορκημένες από ναυαγισμένα όνειρα, πιεσμένες αφόρητα από αρνητικά συναισθήματα, επιζητούν διακαώς τη δραπέτευσή τους από τον ασφυκτικό κλοιό της μοναξιάς και από τις πικρές αναμνήσεις του βιασμού και της αρπαγής τους.

Μέσα σε έναν κόσμο απογυμνωμένο από το στοιχείο του ιερού, είναι αναγκασμένες να αναζητήσουν το κομμάτι εκείνο του λόγου που θα τις επιτρέψει να ακουστεί η φωνή τους, και που κατοικεί σε έναν τόπο εντός του οποίου σκιάζουν οι μνήμες από τις επί μέρους δοκιμασίες τους και οι οποίες δεν αίρονται με την «από μηχανής» παρέμβαση, αφού πέρα από τη δική τους εμπλοκή απηχούν και το ευρύτερα διάχυτο άλγος και αποτελούν, όπως δείχνουν και οι περιπτώσεις της Ανδρομέδας, της Αντίκλειας, του Δίκτυ, του Δελφινιού και του Γεωργού το κλειδί που θα τους βγάλει έξω από τον κλειστό χώρο και θα τους κάνει να αναπλάσουν σκηνές και οράματα μέσα από έναν δαίδαλο συνειρμών και παρεκβάσεων. Με τις συγκεκριμένες δημιουργίες της η Μικέ περιγράφει και αναμεταδίδει, θα μπορούσε να πει κανείς, τη διαδρομή της πονεμένης Ελλάδας, σημαδεμένης από πολέμους, εμφύλιες συγκρούσεις, προσφυγικούς ξεριζωμούς και οικολογικές καταστροφές, κατορθώνοντας με αξιοθαύμαστη διακριτικότητα να ξεδιπλώσει αβίαστα την ιστορία της, κρυμμένη καλά μέσα στις σιωπές, στις διαστρεβλώσεις του πραγματικού και μέσα στο παράδοξο μάγμα σύγχρονου και αρχαίου κόσμου. Η συγγραφέας, βέβαια, δεν πασχίζει να καταλογίσει ευθύνες. Αντίθετα, αξιοποιώντας και τον μύθο του Πηγάσου, μετασχηματίζει τις μεγάλες ιστορικές και προσωπικές πληγές σε ύμνο και επαναστατική ορμή, σε μήνυμα αγώνα και αντίστασης, σε τραγούδι αισιοδοξίας και λύτρωσης, σε αταλάντευτη απόφαση για συνέχιση της μάχης εναντίον της βίας, της εκμετάλλευσης του περιβάλλοντος και της καταπίεσης των ανθρώπων. Σε αυτήν την προσπάθεια αρωγός έρχεται και η φύση, τα Φυτά, για να ανακουφίσουν ψυχικά και σωματικά τους ανθρώπους, να γίνουν φύλακες της συνείδησής τους, να γίνουν γι’ αυτούς ακόμη και ένα είδος δεύτερης συνείδησης και σημείο πνευματικής αναφοράς στις ώρες της δοκιμασίας τους.

Έχοντας παρακολουθήσει μέχρι εδώ το μεγάλο εύρος που έχει η γραφική παράσταση των μεταπτώσεων και μεταστροφών όλων των παραπάνω ηρώων μεταξύ του ζενίθ και του ναδίρ τους, η τρίτη ενότητα, του Ουρανού, θα έρθει σαν αποκρυστάλλωση μιας βιοσοφίας, σαν ένα τελικό συμπέρασμα της συγγραφέως από τη φιλοσοφική ενατένιση της ζωής, ύστερα από τον ενδιάμεσο σταθμό του Νερού και της Φωτιάς. Η Ερμιόνη, η Λαοδίκη και οι Πλειάδες, ταραγμένα αναβλαστήματα ενός επώδυνου βιώματος και μιας κοινωνικής δυσμορφίας, θα μας διηγηθούν τις εσωτερικές τους οδύσσειες, την αγωνία τους να βρουν ένα οριστικό λιμάνι, για να καταλήξουν τελικά, έπειτα από έναν κυκεώνα δοκιμασιών, απωλειών και εσωτερικών αναμετρήσεων, σε μια πνευματική δικαίωση, στηριζόμενη εξολοκλήρου στο ιδεώδες της τέχνης. Η τέχνη και ο λόγος θα ταυτιστούν πλέον με μια θεμελιώδη ανθρώπινη ανάγκη: την ανάγκη να εκφραστεί και να μεταμορφωθεί το τραύμα σε μνήμη και η μνήμη σε δημιουργία. Η ύφανση της Ερμιόνης, οι λέξεις που ανασύρουν τη Λαοδίκη από την αφάνεια και η συλλογική φωνή των Πλειάδων, που στο τέλος ανακτά την αξιοπρέπειά της μέσα από την αφήγηση, θα μας οδηγήσουν στην εξής καζαντζακική διαπίστωση: ότι ο άνθρωπος δεν μπορεί να αναιρέσει την πραγματικότητα, μπορεί, όμως, να αλλάξει μέσα από την τέχνη τα μάτια που τη βλέπει. [6] Με τον τρόπο αυτό, η Μαίρη Μικέ ολοκληρώνει το βιβλίο της όχι με έναν επίλογο παραίτησης, αλλά με ένα αισιόδοξο credo για τη δύναμη του λόγου, ακόμη και σ’ αυτήν την ιστορική μεθόριο, της μνήμης και της δημιουργίας να αντιστέκονται στη λήθη και στον θάνατο.

Αυτό, άλλωστε, είναι και το ουσιαστικό επίτευγμα του συγκεκριμένου βιβλίου: ότι  κατορθώνει δηλαδή να αναδείξει τον μύθο σε καθοριστικό εργαλείο για την κατανόηση του πολιτισμικού παρελθόντος, και, ταυτόχρονα, σε κύτταρο αλληγορίας για την κριτική ερμηνεία του παρόντος. Με στιβαρό χέρι η Μαίρη Μικέ παρουσιάζει στους 16 μονολόγους της ένα καλοδουλεμένο tableau vivant, έναν ζωντανό πίνακα της κοινωνίας του καιρού μας. [7] Έχει ισορροπήσει τις ιδέες της πάνω στο κοινωνικό πρόβλημα, έχει συγκομίσει πλουσιότατη πείρα από τη μελέτη της αρχαίας μυθολογίας, η μεστωμένη παρατήρησή της προσφέρει έτοιμο τον καρπό της και η φαντασία της απλώνεται σε ευρύτερους κύκλους ψυχολογικών ενδιαφερόντων.

«Κληρωτή της εποχής της» ανταποκρίνεται δημιουργικά στα κελεύσματά της, προτείνοντας μέσα από το έργο της τις δικές της εκδοχές, στα μέτρα της σύγχρονης σκέψης αλλά και του προσωπικού της οράματος. Το δραματικό ύφος της  προκύπτει από έναν συγκερασμό στοιχείων των αισθητικών επιλογών αλλά και της διανοητικής της συγκρότησης και κοσμοαντίληψης, ως αντανάκλαση του σημερινού κοινωνικοπολιτικού περιβάλλοντος. Η  σαφήνεια, η κυριολεξία, το αφηγηματικό δαιμόνιο, η εικονοπλαστική και σκηνογραφική της δύναμη αντλούν την ασύλληπτη μαγεία τους από την αρμονική σύνθεσή τους, από τη σοφή, τη μετρημένη, τη σχεδόν δυσδιάκριτη τοποθέτησή τους στη λειτουργία ενός λόγου που θέαται και που κυμαίνεται ανάμεσα στο εδώ και το αλλού, το τώρα και το άλλοτε.

Η γραφή της Μικέ, ένα μορφολογικό χωνευτήρι που αξιοποιεί πολύτροπα εκφραστικούς τρόπους παραδοσιακούς και σύγχρονους και λέξεις λυρικές – ποιητικές και σκληρές – νατουραλιστικές, διαθέτει συντακτική συμμετρία και ακριβή διατύπωση, προκειμένου να είναι πειστική στην έκφραση των κοινωνικών μηνυμάτων της, στοχεύοντας συνειδητά στην αμεσότητα και παραστατικότητα των δραματικών συγκρούσεων και καταστάσεων που βιώνουν οι ήρωές της. Διαβάζοντας κανείς το βιβλίο γρήγορα θα διαπιστώσει ότι η συγγραφέας δούλεψε πολύ, κρατώντας υψηλά το δισκοπότηρο της τέχνης και δίνοντας σε όλες τις ιστορίες που φιλοτέχνησε μια προσωπική ποιότητα απαράμιλλη, επιδιώκοντας «το μέγιστον εν ελαχίστω», την έννοια του κλασικού, την πυκνότητα και την ισορροπία.

Κλείνοντας, θα ήθελα να πω και κάτι ακόμη: Σίγουρα η συγγραφή κάθε βιβλίου αποτελεί ένα μοναχικό ταξίδι με ανατροπές ή με προσαρμογές που είναι ριζικές ή ανεπαίσθητες: άλλες κάθετες και άλλες οριζόντιες, άλλοτε στην επιφάνεια σαν ρήγματα και άλλοτε ανεκδήλωτες σαν δυνατότητες υπόγειες. Παράλληλα, όμως, αποτελεί και μια άκρως δημιουργική στιγμή, όπου η γραφή μεταβάλλεται σε ένα γοητευτικό ταξίδι με κυρίαρχη την αίσθηση ελευθερίας-ευφορίας που αυτή δημιουργεί, αποδίδοντας στις σκέψεις τη λεωφόρο των ονείρων μας. Στη νέα ζωή, λοιπόν, στην οποία η Μαίρη Μικέ αφιερώνει το εν λόγω πόνημά της, εύχομαι, από καρδιάς, πολλά ακόμη αντίστοιχα ταξίδια.

 

[1] Οι Κρατήρες αποτελούν το τρίτο λογοτεχνικό βιβλίο της Μαίρης Μικέ. Έχουν προηγηθεί οι Κόκκινες Ουλές (Ίκαρος 2015) και οι Ζωντανοί Ίσκιοι (Gutenberg 2020).

[2] Βλ. Gaston Bachelard, Το νερό και τα όνειρα: Δοκίμιο πάνω στην φαντασία της ύλης, μτφρ. Ε. Τσούτη, Αθήνα, Χατζηνικολή, 1985.

[3] Επικαλούμενοι την πανθεϊστική φιλοσοφία του Σπινόζα θα μπορούσαμε να πούμε πως η φύση συλλαμβάνεται εδώ ως μια natura animata.

[4] Βλ. Σοφοκλέους Αντιγόνη κ΄ Σελίδες για την Αντιγόνη των Friedrich Hölderlin, Martin Heidegger, Søren Kierkegaard, μτφρ. Συμεών Σταμπουλός,  Αθήνα, Gutenberg, 2017, σ. 79.

[5] Βλ. Gaston Bachelard, Η ψυχανάλυση της φωτιάς, μτφρ. Γ. Εμίρης, Αθήνα, Ερατώ, 2007.

[6]  Την ουσία της τέχνης ως έκφραση της οντολογικής και κοινωνικής αναγκαιότητας του ανθρώπου και ως πάλη ενάντια σε κάθε μορφή θανάτου συνόψισε και ο Ρίτσος επανειλημμένα σε κάποιες συνεντεύξεις του, όπως σε εκείνη με τον δημοσιογράφο Γιώργο Πηλιχό: «Η Τέχνη, γενικά, δεν ήταν ποτέ και δεν είναι άλλο από μια διαρκής πάλη εναντίον κάθε μορφής θανάτου, εναντίον κάθε στέρησης, αδικίας, καταπίεσης, εξουσίας και προπάντων μια πάλη σώμα με σώμα με τον ίδιο τον θάνατο». Βλ. Γιώργος Πηλιχός, Δέκα σύγχρονοι Έλληνες, Αθήνα, Αστερίας, 1974, σ. 111.

[7]  Η Μικέ μέσα από το έργο της δίνει την εντύπωση πως προσπαθεί, όπως θα έλεγε και ο Ελύτης, να ανακαλύψει – αποκαλύψει το αληθινό πρόσωπο της σύγχρονης Ελλάδας.

 

 

(*) Ο Βασίλης Γραμμενάς είναι υποψήφιος διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας στο ΑΠΘ. Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του βιβλίου της Μαίρης Μικέ, Κρατήρες: Μυθικοί Μονόλογοι (Gutenberg 2026), στο Βιβλιοπωλείο ΜΙΕΤ (Τσιμισκή 11, Θεσσαλονίκη), στις 8-10-2026.

 

Μαίρη Μικέ, Κρατήρες: Μυθικοί Μονόλογοι (Gutenberg 2026)

 

NO COMMENTS

LEAVE A REPLY

Please enter your comment!
Please enter your name here