Ζώντας σε μια αίθουσα αναμονής (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου)

0
191

 

του Γιάννη Ν. Μπασκόζου

.

Μια λεπταίσθητη ιστορία τριών κοριτσιών που έγιναν γυναίκες μέσα από τραυματικές εμπειρίες.  Η Γεωργία Συλλαίου, συγγραφέας πολλών αποχρώσεων και σκιαγράφος γυναικείων προσωπικοτήτων με το «Ο δικός της καθρέφτης» δίνει το πιο ώριμο βιβλίο της. Το προηγούμενο βιβλίο της (Εκεί κάτω στον ουρανό, Πόλις) ήταν  «ένα ημερολόγιο μιας ενήλικης που αρνείται να αποχωριστεί την παιδική της ηλικία, ή μιας μικρής κοπέλας που αρνείται να μεγαλώσει». Και  στα δύο βιβλία τής  Γ.Σ. η αναδίφηση στο παρελθόν είναι προσπάθεια να διερευνηθεί η σκοτεινή πλευρά της ζωής. Δεν πρόκειται για νοσταλγία αλλά για οδυνηρή καταβύθιση στα μαύρα νερά του ασυνείδητου. Η μνήμη και η παιδική ηλικία στοιχειώνει και στο νέο αφήγημα τις ηρωίδες της, μόνο που τώρα η μνήμη κατατρύχει όλη της ζωή τους, δυναστεύοντας κάθε προσπάθεια διαφυγής, σαν παγίδα πουλιών που κανείς δεν βρίσκεται να τα ελευθερώσει. Η διαφορά στα δύο βιβλία φαίνεται ακόμα και στα εξώφυλλά, ιμπρεσσιονιστικό το ένα αγγίζει την νοσταλγική πλευρά της μνήμης, φωτογραφικό ασπρόμαυρο το τωρινό αφηγείται την αμετάκλητη ερημία των δύο κοριτσιών.

Οι κεντρικές ηρωίδες της είναι τρεις: οι αδελφές Ερμιόνη και Στέλλα (Στελίτσα, καθότι η μικρότερη) και η ξαδέλφη Νόρα. Την αφήγηση υπηρετούν οι δύο αδελφές με την Ερμιόνη να παίρνει τη σκυτάλη και να ακολουθεί η Στέλλα. Την Νόρα την γνωρίζουμε από το περίγραμμα που της φιλοτεχνούν, η κάθε μια με τον δικό της τρόπο,  οι δύο αδελφές. (Θυμίζει κάπως την τεχνική της Ρέιτσελ Κασκ στο Περίγραμμα, όπου και εκεί μαθαίνουμε για την ηρωίδα εμμέσως από άλλα πρόσωπα). Η ίδια δεν θα μιλήσει ποτέ.

Οι δύο αδελφές αφηγούνται την κοινή ιστορία των τριών και του περίγυρου τους μέσα από καθρέφτες, αποσπασματικά, φευγαλέα. Κυρίως όμως υπαινικτικά, όχι μόνο γιατί ο καθρέφτης μεταφέρει θραύσματα της αλήθειας αλλά κυρίως γιατί οι ίδιες φοβούνται να την δουν κατάματα. Το εύρημα του καθρέφτη, όπως και στον μύθο του Περσέα, λειτουργεί ως ασπίδα προστασίας από την απόλυτη γνώση του Κακού.

Η κάθε μία αδελφή βλέπει στις ζωές των άλλων έναν σχολιασμό της δικής της ζωής.  Οι σχέσεις των τριών είναι αμφίθυμες, εναλλάσσονται σε πυκνότητα και αισθήματα γύρω από το βασικό μοτίβο των δύο αδελφών που είναι η διεκδίκηση της προσοχής της Νόρας – η καθεμιά για τον δικό της λόγο. Η Νόρα δείχνει μια σαφή προτίμηση στην Στέλλα πράγμα που τραυματίζει και διακόπτει από ένα σημείο και μετά τις σχέσεις των δύο αδελφών.

Τα τρία κορίτσια ζουν στην Αλεξανδρούπολη σε μια εξοχική γειτονιά, σε δύο αντικριστά σπίτια. Όταν οι γονείς της Ερμιόνης και της Στέλλας πεθαίνουν σε δυστύχημα την κηδεμονία τους αναλαμβάνει ο θείος Ανδρέας που κακοποιεί συστηματικά την Νόρα και η γυναίκα του Ζωή, μια υποταγμένη, σιωπηλή κατεστραμμένη ψυχή που σε όλη της τη ζωή “έπρεπε” να διαφυλάξει το μυστικό του άνδρα της. Σε αυτούς τους κεντρικούς ήρωες προστίθενται ορισμένα πρόσωπα που με τις πράξεις τους φωτίζουν όψεις και ενίοτε μικρές οάσεις στη ζωή των τριών κοριτσιών: Ο Διογένης, εραστής της Ερμιόνης, η Ρωσίδα νταντά που τις φροντίζει μετά τον θάνατο των γονιών τους, η Μαργκερίτα, Ιταλίδα καθηγήτρια στην οποία θα καταφύγει η Ερμιόνη μετά το πέρας των σπουδών της. Κοντά σε αυτούς υπάρχει ο άδοξος έρωτας της Νόρας με τον καθηγητή μαθηματικών, ένας μπόμπιρας, ο Ξανθόψειρας, ο οποίος μυείται στην αντεκδίκηση από την Νόρα, ο Πίνο ο ευγενικός Ιταλός που κατορθώνει να απαλύνει στιγμιαία την σκοτεινή ψυχή της Νόρας και να προσφέρει ασφαλές καταφύγιο στην Ερμιόνη. Όλοι σαν ψηφίδες συμπληρώνουν την εικόνα της ταραγμένης ζωής των τριών κοριτσιών.

Η Νόρα είναι διαφορετική, αέρινη, ανασφαλής, μυστηριώδης, ανεξήγητη στις ενέργειες της, αρνείται να την αγγίζουν και συχνά  καταφεύγει σε δυσοίωνες σιωπές. Σε μικρά διαλείμματα είναι κι αυτή σαν όλα τα κορίτσια: διαβάζει, διασκεδάζει, κολυμπάει, κάνει τρέλες, ερωτεύεται. Όλα αυτά καταρρέουν μόλις έρθει σε επαφή με το σκοτεινό μυστικό, τον κακοποιητή θείο Ανδρέα. Στα οικογενειακά τραπέζια η Νόρα προκαλεί αρχικά ιλαρότητα για να φτάσει στα όρια της πρόκλησης. Όπως διηγείται η Ερμιόνη : «Οι περισσότεροι πίστευαν ότι τους εμπαίζει, κατά κάποιον τρόπο, ή ακόμα τους εκδικείται. Δεν μπορούσαν να φανταστούν ότι απλώς είχε βαρεθεί να τους συγχωρεί, ότι είχε περάσει πάρα πολύ χρόνο περιμένοντας. Ζούσε επί σειρά ετών σε μια αίθουσα αναμονής». Με κάποιον άλλο τρόπο και η Στέλλα με την Ερμιόνη βρίσκονταν σε μια στάση λεωφορείου που είχε καταργηθεί από καιρό.  Το λεωφορείο δεν θα ερχόταν ποτέ. Έλπιζαν κατά βάθος ότι δεν μπορεί να υπάρχει μόνο μία πραγματικότητα, μονάχα μία αλήθεια. Περίμεναν μάταια μια στροφή της μοίρας, να γυρίσει ο αέρας και η ζωή τους να αλλάξει.

Και οι τρεις ηρωίδες έχουν κάτι από την ιψενική Νόρα. Η Στέλλα που καταπιέζεται από έναν άχρηστο άνδρα και στο τέλος βρίσκει τη δύναμη να τον αφήσει. Η Νόρα που μοιάζει πολύ με την αληθινή Νόρα (Λάουρα Κίελερ) από την οποία εμπνεύστηκε ο Ίψεν της οποίας η ανυπακοή στην οικογένεια ήταν η αφορμή να οδηγηθεί στο ψυχιατρείο ενώ η Ερμιόνη διαθέτει τη δύναμή της ιψενικής Νόρας να απεγκλωβιστεί από τον ασφυκτικό οικογενειακό κλοιό της παρακμής και της δυστυχίας. Η φιγούρα της Νόρας θυμίζει κάπως την προσωπικότητα της Βιρτζίνια Γουλφ, η οποία σε νεαρή ηλικία δυναστευόταν από «θλιβερά, τρομαχτικά συναισθήματα μαζί με ένα αίσθημα απομόνωσης και απεγνωσμένης λύπης», και όπως και αυτή θα γνωρίσει απανωτές νευρικές καταπτώσεις και στο τέλος θα αυτοκτονήσει, διαπιστώνοντας ότι δεν μπορεί να ξεπεράσει τους «φοβερούς χρόνους».

Η Νόρα και η Ερμιόνη θα πάρουν τον ρόλο του εκδικητή άγγελου και θα καρατομήσουν  τον θείο τους. Οι επαρχιώτες συγγενείς που γνώριζαν το μυστικό θα φροντίσουν να το καλύψουν ως ατύχημα. Η Νόρα θα οδηγηθεί στο ψυχιατρείο, η Ερμιόνη θα καταλήξει στην Ιταλία και η Στέλλα στη Σουηδία. Καμία τους δεν σώθηκε. Κάθε φορά που ρωτάνε τον εαυτό τους τι κατάφεραν στη ζωή τους αναγκάζονται να ψιθυρίσουν :  «Δεν έχω την απάντηση».

ΟΙ αφηγήσεις των δύο κοριτσιών και εμμέσως της Νόρας αφήνουν στον αναγνώστη να δει μέρος της αλήθειας. «Αλλά ποια είναι τελικά η αλήθεια;» θα αναρωτηθεί ο Φραγκισκανός μοναχός στον οποίον θα εξομολογηθεί η Ερμιόνη

Ο αναγνώστης έχει τη δυνατότητα να συνθέσει και να τροποποιήσει τις αφηγήσεις των τριών κοριτσιών καθώς η υπαινικτικότητα του λόγου της Συλλαίου μετακινεί αμφίθυμα συναισθήματα από και προς τα κύρια πρόσωπα του έργου της. Η γραφής της απλώνεται στο λιγοσέλιδο αυτό αφήγημα μέσα από λέξεις που κάθε στιγμή ανακινούν συναισθήματα, διατηρεί ακύμαντες σιωπές και επανέρχεται με αναλαμπές εικόνων, αναταράξεις φράσεων που φανερώνουν σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης ζωής.

Προηγούμενο άρθροΟ Αναγνώστης στο Φεστιβάλ Φιλίππων: Γραφή, μνήμη, δημιουργία – Οι συγγραφείς και το 1922
Επόμενο άρθροΚαθηλωτική Κλυταιμνήστρα στην Επίδαυρο (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ