Ζητήματα της πολιτικής σκέψης στην Ελλάδα (του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου)

1
862

 

του Γιώργου Μ. Χατζηστεργίου (*)

 

Δεδομένου ότι στην Ελλάδα κυκλοφορεί ένας μεγάλος αριθμός μεταφρασμένων βιβλίων της διεθνούς βιβλιογραφίας που αφορούν την πολιτική σκέψη, άρχισα να γράφω το παρόν κείμενο με ένα πολύ συγκεκριμένο αντικείμενο που αφορά κάποια κενά σ’αυτή τη μεταφρασμένη βιβλιογραφία. Αναπόφευκτα, κατά την επεξεργασία του θέματος, προκύπτουν κάποιες παρατηρήσεις που αφορούν γενικότερα το πεδίο της πολιτικής σκέψης στην Ελλάδα. Αλλά ας πάρουμε τα πράγματα με τη σειρά.

 

       Η πολιτική σκέψη στην Ελλάδα

Υπάρχουν περίοδοι στην Ελλάδα που παράγεται πολιτική σκέψη επί της ουσίας (vs κουβέντες διαχειριστών πολυκατοικίας), παρά τις εγγενείς δυσκολίες, πολιτικές, κοινωνικές και άλλες. Η παρούσα περίοδος δεν είναι ακριβώς μια από αυτές, καθώς συχνά, χωρίς άλλη εμβάθυνση, επικρατεί μια ρηχή συνθηματολογία με αναφορές ιδεοληπτικές ή βραχυχρόνιες καθηλωτικές σκοπιμότητες. Οι όποιες αναφορές είναι συνήθως αποκομμένες από τη διάσταση της παραγωγής (τί δουλειές θα κάνουμε μεσοπρόθεσμα; πώς αυτές οι δουλειές μπορεί να είναι αποδοτικές για την κοινωνία και δημιουργικές; πώς μπορεί να υποστηριχθούν πρωτοβουλίες για μια ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση, αλλά και εξωστρεφή προσανατολισμό; ποιός ο ρόλος και η συνακόλουθη λειτουργία της δημόσιας διοίκησης σ’αυτά τα πλαίσια;), αλλά και από δομικά για την κοινωνία ζητήματα (αναφέρονται ενδεικτικά: ο ρόλος του Σχολείου και του Πανεπιστημίου, η εξέλιξη των πόλεων προς την κατεύθυνση της ποιοτικής αναβάθμισης, η παθολογία της λειτουργίας του πελατειακού κράτους), όπως βεβαίως και από την επίγνωση της δυναμικής των διεθνών εξελίξεων σε σχέση με τις προβαλλόμενες εξελίξεις στην οργάνωση της ζωής των κοινωνιών, αλλά και των σχέσεων αλληλεπίδρασης των επί μέρους κοινωνιών μεταξύ τους.

Η κατάσταση σ’αυτό το πεδίο προσομοιάζει συχνά με κλωβό αντήχησης, όπου πληροφορίες, ιδέες, πεποιθήσεις ανακυκλώνονται αενάως μέσα σε ένα σύστημα μονωμένο από εξωτερικές ιδέες, και δια της επανάληψης ενισχύονται σε συχνότητα εκφοράς και σε ένταση. Πολύτιμο κλειδί για την κατανόηση των λόγων της λειτουργίας αυτού του «κλωβού αντήχησης» είναι η κρατούσα ιδεολογία της κοινωνίας μας αυτή την παρατεταμένη περίοδο. Και με την «ιδεολογία» δεν ορίζουμε εδώ «την ψευδή πεποίθηση, της οποίας η λειτουργία είναι να αιτιολογήσει κοινωνικές δομές και ιεραρχίες κάνοντάς τες να δείχνουν φυσικές και επομένως αναπόφευκτες, ενώ στην πραγματικότητα δεν είναι παρά φαντασιακές συλλήψεις που εκφράζουν τα συμφέροντα συγκεκριμένων ομάδων, συνήθως των ελίτ». Ενας τέτοιος ορισμός θα μας οδηγούσε ξανά στον «κλωβό αντήχησης». Πολύ πιο αποδοτικός από ερμηνευτική άποψη είναι αυτός του Anthony Kaldellis στο βιβλίο «Λαός και εξουσία στο Βυζάντιο, η πολιτεία της Νέας Ρώμης», εκδόσεις Θύραθεν, Harvard University Press, 2020, σύμφωνα με τον οποίο η ιδεολογία είναι: «βαθιές πεποιθήσεις που συμμερίζονται οι κρατούντες και οι υπήκοοι ως προς τις κανονιστικές πλευρές μιας δεδομένης πολιτικής τάξης, πεποιθήσεις που έχουν διαμορφώσει τον τρόπο αλληλεπίδρασης και επικοινωνίας του πληθυσμού εντός της πολιτικής σφαίρας». Εχει σημασία το «συμμερίζονται». Αλλωστε, ο Μισέλ Φουκώ κάπου γράφει ότι καμμια εξουσία, κανένα καθεστώς δεν μπορεί να διαρκέσει για πολύ αν δεν είναι με κάποιο τρόπο λειτουργικό για τους υπηκόους του.

Η ιδεολογία δεν είναι ορατή δια γυμνού οφθαλμού, ούτε προκύπτει από τα επιφαινόμενα. Στο μυθιστόρημά μου «Σου έχει μείνει καθόλου περιουσία;», εκδόσεις Αλεξάνδρεια, 2008, οι άνθρωποι στην Ελλάδα έχουν χωριστεί σε δυο κατηγορίες, σε συσχετισμό με δυο διαφορετικά παιχνίδια ρόλων στο Διαδίκτυο, στα οποία συμμετέχουν νυχθημερόν, παράλληλα με την «κανονική» ζωή των υποχρεώσεων. Παρά τη σημασία αυτών των παιχνιδιών για την καθημερινότητά τους, αυτά προφανώς δεν συνιστούν ιδεολογίες. Ιδεολογία (ή μέρος της, έστω) για την κοινωνία αυτού του βιβλίου είναι εκείνο που κινεί όλους μαζί, ανεξαρτήτως του άϋλου παιχνιδιού στο οποίο μετέχουν, να πλημμυρίσουν την πλατεία Συντάγματος παρακινώντας (στο βιβλίο) τον πρωθυπουργό να κατεδαφίσει την Αθήνα πρώτα και όλη την Ελλάδα, μήπως και υπάρξουν κέρδη από την ανοικοδόμηση, να διαχειριστούν δηλαδή το μέλλον τους με τους τρόπους του πρόσφατου παρελθόντος- έστω κι αν αυτό το παρελθόν «είχε φάει τα ψωμιά του».

Όπως γράφει ο Anthony Kaldellis: «Οι ιδεολογίες είναι μήτρες νοήματος και κανονικότητας, αλλά συνήθως υπονοούνται παρά εκφράζονται με ξεκάθαρο τρόπο: είναι η υποκείμενη λογική που διευκολύνει το πέρασμα από τα δεδομένα στο ^διά ταύτα^. Η ιδεολογία χρειάζεται ανασκαφή: δεν θα τη βρούμε γραμμένη με μεγάλα χρυσά γράμματα». Είναι σαφές ότι όσο δεν κάνουμε αυτή την ανασκαφή, τόσο θα συνεχίσουμε να ψαρεύουμε στα θολά νερά, με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

***

Βεβαίως, η ανάδειξη της όποιας κρατούσας ιδεολογίας δεν λύνει από μόνη της όλα τα προβλήματα. Η ιδεολογία δεν πέφτει από τον ουρανό: ποιές συνθήκες τη δημιούργησαν; ποιες άλλες επιρροές διαμορφώνουν την πολιτική σκέψη; Το θέμα είναι τεράστιο, πολύ μεγαλύτερο από τα πλαίσια του παρόντος έργου. Εδώ ψηλαφούμε μόνον ενδεικτικά κάποιες πτυχές του ζητήματος.

Κρίσιμος είναι, μεταξύ άλλων, ο ρόλος ιστορικών γεγονότων, όπως βιώθηκαν και αποτυπώθηκαν στην προσωπική και συλλογική μνήμη, συνεχίζοντας και σήμερα δραστικά να επηρεάζουν τα πράγματα. Το Κυλώνειο Αγος της σύγχρονης εποχής, που είναι η επί δεκαετίες σκαιά διαχείριση του πληθυσμού που αντιστάθηκε στους κατακτητές στη διάρκεια της Κατοχής, ο ακρωτηριασμός της Κύπρου, η Μικρασιατική Καταστροφή, ακόμα κι αν έχουν περάσει πολλά χρόνια από τότε, συνεχίζουν να ρίχνουν βαριά τη σκιά τους στις συνειδήσεις και τις θεωρήσεις των ανθρώπων. Διαισθανόμαστε αυτή την επίδραση του τραυματικού παρελθόντος, μα οι επιστήμες του ανθρώπου έχουν προχωρήσει πέραν της διαίσθησης και ορίζουν συγκεκριμένα αυτή τη διάσταση.

Στη διεθνή βιβλιογραφία, έχουμε το φαινόμενο της μετα-μνήμης, όπως την ορίζει η Marianne Hirsch στο βιβλίο της « The generation of Postmemory, Columbia University Press, 2012.  Η μετα-μνήμη αφορά τη μνήμη των επόμενων γενιών, που δεν έζησαν τα τραυματικά γεγονότα, αλλά τα ενσωμάτωσαν μέσα από αναμνήσεις, φωτογραφίες, συμπεριφορές, ώστε να θεωρούν ότι αποτελούν και δικές τους μνήμες. Η μετα-μνήμη χαρακτηρίζει όλους όσους μεγάλωσαν ακούγοντας τις τραυματικές εμπειρίες της οικογενειακής ιστορίας. Πρόκειται για ενός είδους συλλογική μνήμη που διατηρείται ζωντανή μέσω της καθημερινής επικοινωνίας για 80 έως 100 χρόνια. Περίπου τρεις έως τέσσερις γενιές μπορούν να επικαλεστούν το παρελθόν ως «δικό τους». Τα θέματα αυτά πραγματεύεται συστηματικά η Προφορική Ιστορία, ειδικός κλάδος της επιστήμης της Ιστορίας. Ένα πρόσφατο σχετικό βιβλίο είναι αυτό της Τασούλας Βερβενιώτη, με τίτλο «Οι άμαχοι του ελληνικού εμφυλίου- η δυναμική της μνήμης», εκδόσεις Κουκκίδα, 2021.

Τέτοιου είδους και βάρους τραυματικές περιστάσεις δεν αφήνουν μόνο αποτυπώματα για καιρό στον ψυχισμό των ανθρώπων και των κοινωνιών, μα εκ των πραγμάτων στρεβλώνουν μεσοπρόθεσμα, μπορεί και μακροπρόθεσμα, τους όποιους οραματισμούς για μια εμπνευσμένη, υψιπετώς βιώσιμη πορεία της χώρας.

Μα φυσικά υπάρχουν και οι εντατικές πρόσφατες εξελίξεις στο παραγωγικό, κοινωνικό πεδίο, από την τροπή που πήραν τα πράγματα από τη δεκαετία του 1950 και μετά, τον τρόπο με τον οποίο αναπτύχθηκε η Ελλάδα, την ένταξη στην Ευρωπαϊκή Ενωση με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις δομές της χώρας και τη διαχείριση των νέων δεδομένων από την εγχώρια πολιτική, την κρίση του Μνημονίου, τις έντονες πολύπτυχες αναστατώσεις του διεθνούς περιβάλλοντος με τις όποιες επιπτώσεις στην εσωτερική κατάσταση της χώρας. Όλα αυτά συσχετίζονται με ένα πολυπαραμετρικό πεδίο εξελίξεων πολύ μεγάλης έντασης, το οποίο με τη σειρά του απαιτεί- προκειμένου να οργανωθεί η πορεία της χώρας περαιτέρω- να συγκροτηθεί, στο επίπεδο των ιδεών, των πεποιθήσεων και των πληροφοριών, κάτι πολύ πιο σύνθετο και εξελιγμένο από το προαναφερθέν «ηχείο αντήχησης» που διαμορφώνει την πολιτική σκέψη στην Ελλάδα.

***

Κάποια κενά στη μεταφρασμένη στη χώρα μας διεθνή βιβλιογραφία για την πολιτική σκέψη

Απλώσαμε το θέμα προκειμένου να συγκροτηθεί το πλαίσιο αναφοράς του άρθρου. Αλλά υπάρχουν και κάποια πρόσθετα ζητήματα: Υπάρχει άραγε κάποιος συσχετισμός μεταξύ της διατιθέμενης βιβλιογραφίας και της εγχώριας πολιτικής σκέψης; Υπάρχει κάποια σύνδεση μεταξύ των αναγνωστών αυτών των βιβλίων και των παραγωγών πολιτικής σκέψης στη θεσμική πολιτική σκηνή; Διαισθανόμαστε πως ενδεχομένως οι απαντήσεις είναι αρνητικές, αλλά σε κάθε περίπτωση μια σχετική έρευνα θα ήταν πολύ διαφωτιστική για την κατάσταση πραγμάτων. Δεν ισχυριζόμαστε ότι η πολιτική σκέψη πρέπει να παράγεται μόνο ή κυρίως με τα βιβλία, μα τα βιβλία είναι κομβικά ως ένα από τα συστατικά μιας πολυδιάστατης ουσιαστικής ενημέρωσης, σε συνδυασμό οπωσδήποτε με μια εδραία πρακτική όπου να δοκιμάζονται και ενδεχομένως να επανεξετάζονται οι όποιες θεωρήσεις.

Ακόμα και αν ισχύουν τα παραπάνω, η επαφή των πολιτών με διεθνή ρεύματα σκέψης (ακόμα κι αν αυτοί δεν έχουν ευθεία σχέση με τη θεσμική παραγωγή ιδεών) εννοείται πως είναι ποικιλοτρόπως πολύτιμη σε πολλά επίπεδα. Εκτός όλων των άλλων, το επίπεδο μιας τέτοιας ενημέρωσης μπορεί να επηρεάσει εμμέσως μια σειρά από πεδία, από τη λογοτεχνία και τον δοκιμιακό λόγο μέχρι τον κινηματογράφο και την τηλεόραση. Οπότε, ορμώμενοι από το γεγονός ότι η κυκλοφορία στην Ελλάδα πολλών τίτλων της διεθνούς βιβλιογραφίας δείχνει ότι υπάρχει ενδιαφέρον από την πλευρά ευάριθμων αναγνωστών, αναφερόμαστε παρακάτω σε κάποιες από τις ελλείψεις που υπέπεσαν στην αντίληψή μας.

Είναι εντυπωσιακό πως οι ελλείψεις αυτές αφορούν κατά πολύ την αμερικανική βιβλιογραφία, με το δεδομένο μάλιστα ότι στη σύγχρονη περίοδο η Αμερική, δηλαδή οι ΗΠΑ, είναι όχι μόνο ένα κεντρικό μοτέρ της πλανητικής λειτουργίας, μα και ένα ισχυρό εργαστήριο για τις επερχόμενες εξελίξεις. Αναφερόμαστε παρακάτω σε κάποιες χαρακτηριστικές περιπτώσεις.

 

****

Τα έργα της Jane Jacobs, για παράδειγμα, από όσα γνωρίζουμε, δεν έχουν κυκλοφορήσει μεταφρασμένα στην Ελλάδα. Η περίπτωση της Jacobs (1916- 2006) είναι εμβληματική. Το βιβλίο της «The death and life of great american cities», 1961, χαρακτηρίζεται από τους New York Times Book Review ως το έργο μεγαλύτερης επιρροής στην ιστορία της πολεοδομίας. Δεν πρόκειται απλά για ένα βιβλίο, αλλά για ένα εγχειρίδιο που συνόδευε και πολλαπλασίαζε τον απόηχο των δράσεων της Jacobs στο πεδίο, προκειμένου να ανατρέψουν τη λογική της μεταπολεμικής πολεοδομίας, σύμφωνα με την οποία κατεδαφιζόταν ολόκληρες περιοχές των πόλεων ώστε να επανασχεδιαστούν σύμφωνα με τα δόγματα της μοντερνιστικής αρχιτεκτονικής (η οποία, αντίθετα με πολλές επιπόλαιες προσεγγίσεις στη χώρα μας, δεν αφορούσε μόνο τον σχεδιασμό μεμονωμένων κτιρίων μα την οικοδόμηση μεγάλων επιφανειών γης, με προβλέψεις για διακριτές χρήσεις ανά περιοχή: κατοικιών, επαγγελματικών, κλπ), με έμφαση μεταξύ άλλων στη μεγαλύτερη δυνατή κυκλοφορία αυτοκινήτων. Είναι κοινή παραδοχή σήμερα ότι η Jane Jacobs συνέβαλλε με τις δράσεις και τις εμπνευσμένες κινητοποιήσεις των ανθρώπων με τους οποίους συντονίστηκε, στη διατήρηση του ζεστού ανθρώπινου χαρακτήρα κεντρικών περιοχών της Νέας Υόρκης, μεταξύ άλλων πόλεων, περιοχών για τις οποίες ο σχεδιασμός προέβλεπε εκτεταμένες κατεδαφίσεις και ανέγερση τεράστιων αυτοκινητόδρομων.

Ένα βιβλίο σαν αυτό δεν έχει αξία μόνο για την ιστορία της Πολεοδομίας, μα συνιστά μια πολύτιμη εμβάθυνση στα διαχρονικά, και βεβαίως στα σημερινά προβλήματα των σύγχρονων πόλεων. Οι τίτλοι των κεφαλαίων του είναι διαφωτιστικοί: Η ιδιόμορφη φύση των πόλεων/ η σημασία των πεζοδρομίων…η σημασία των γειτονιών…/ Συνθήκες που ευνοούν την ποικιλία στη ζωή των πόλεων/…η αξία των γερασμένων κτιρίων…/ Δυνάμεις της παρακμής και της αναγέννησης, κλπ.

Αλλα πολύ σημαντικά βιβλία της Jane Jacobs είναι: «The economy of cities», ένα ρηξικέλευθο έργο για τη λειτουργία της οικονομίας των πόλεων,  «Systems of survival: A dialogue on the moral foundations of commerce and politics», και οπωσδήποτε το τελευταίο της με τίτλο «Dark age ahead», 2004, στο οποίο μαζί με τον προβληματισμό της σχετικά με τη βαθειά παρακμή βασικών συστατικών των κοινωνιών μας, υποδεικνύει παράλληλα κατευθύνσεις για την αναστροφή της κατάστασης.

Η Jacobs ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων που ο καθηγητής Θ.Π. Τάσιος αποκαλεί «αγωνιστικά απαισιόδοξους», ή αλλιώς σε αυτούς που θεωρούν ότι «ακόμα κι αν το δένδρο της θεωρίας είναι σκούρο καφέ, τα φύλλα της ζωής στο πεδίο της πραγματικότητας είναι πράσινα». Το ύφος της γραφής της είναι πολύ ζωντανό, το διάβασμα των έργων της προσομοιάζει με αναβαπτισμό σε φρέσκιες ιδέες και εναλλακτικές μα πολύ αποδοτικές γωνίες θέασης. Δεν κινείται με βάση γενικές αρχές, που ορισμένως οδηγούν σε ιδεοληψίες, μα με πρακτικό πνεύμα. Εχει ενδιαφέρον ότι, στην αρχή των δράσεών της, το επαγγελματικό κατεστημένο επιχείρησε να την απαξιώσει ως «νοικοκυρά που μιλάει», καθώς δεν είχε κάποιο πτυχίο Πανεπιστημίου, μα εις πείσμα των κατεστημένων η Jacobs αναγνωριζόταν από τις σημαντικότερες εφημερίδες των ΗΠΑ, και οι θέσεις της για τον «επερχόμενο Μεσαίωνα» δημοσιεύτηκαν αναλυτικά και σε έντυπα όπως οι «Financial Times».

Εχει σημασία ότι ο τρόπος της Jacobs δεν είναι διδακτικός, μα παρακινητικός για επέμβαση στα πράγματα και συμμετοχή. Είναι χαρακτηριστική η προμετωπίδα του βιβλίου «Ο θάνατος και η ζωή των μεγάλων αμερικάνικων πόλεων»: «Το βιβλίο δεν περιέχει εικονογράφηση. Για εικόνες, παρακαλώ κοιτάζετε γύρω σας στις πραγματικές πόλεις. Ενώ κοιτάτε, μπορείτε επίσης να ακούσετε, να σταθείτε λίγο περισσότερο, και να σκεφτείτε γι’αυτά που βλέπετε».

***

Αν η Jane Jacobs έχει σχέση με την πολιτικής της μικρής και μεσαίας κλίμακας των πραγμάτων, ο Mike Davis (γενν. 1946),  αμερικανος συγγραφέας, κοινωνιολόγος, θεωρητικός της πόλης και της αστικής ανάπτυξης, ιστορικός και ακτιβιστής, άνθρωπος της εποπτείας αντί της στενής εξειδίκευσης, ασχολείται με ριζοσπαστικό τρόπο με τη μεγάλη κλίμακα. Στο γνωστότερο σήμερα βιβλίο του «Planet of Slums» (Ο πλανήτης των παραγκουπόλεων) αναδεικνύει, αξιοποιώντας σχετικές μελέτες του ΟΗΕ, την εφιαλτική και ταχύτατα πολλαπλασιαζόμενη και επεκτεινόμενη παραγωγή παραγκουπόλεων στον κόσμο, συνδέοντάς την με τον πυρήνα των κυρίαρχων πλανητικών πολιτικών. Στον αντίποδα της αισιοδοξίας της μεταπολεμικής δεκαετίας του 1960 για μια γενικευμένη ευημερία, πυκνώνουν παντού στον πλανήτη οι μεγα-παραγκουπόλεις, που δεν έχουν σχέση ούτε με τα φθηνά εργατικά χέρια για συντεταγμένη παραγωγή, αφού οι όποιες δυνατότητες για δουλειά αφορούν συνήθως τη διευκόλυνση συμμοριών που διακινούν ναρκωτικά και τα συναφή ή ευκαιριακές και περιθωριακές απασχολήσεις στην κατώτερη δυνατή στάθμη υπηρεσιών, ούτε με την κατοίκηση σε περιοχές φθηνής γης στην περιφέρεια των πόλεων, αφού πια οι απόκληροι χτίζουν τα σπίτια τους δίπλα σε χωματερές, εναποθέσεις τοξικών αποβλήτων και εκτάσεις άμεσα εκτεθειμένες σε πλημμύρες και άλλες φυσικές καταστροφές. Το να μιλήσει κανείς για αυτά, όπως το κάνει ο Davis, με συστηματικό και τεκμηριωμένο, και όχι γενικό συνθηματολογικό τρόπο, αλλάζει τον τρόπο θέασης των πραγμάτων για μια σειρά από ζητήματα, από το προσφυγικό ως την κλιματική αλλαγή και την οικολογία.

Η ανάγνωση κάθε βιβλίου του Mike Davis συνιστά μια γνωστική αποκάλυψη, μα ξεχωρίζουμε μεταξύ άλλων το έργο του «Dead Cities», για τις ποικίλες μορφές καταστροφών των πόλεων (είναι χαρακτηριστική η περίπτωση της κατασκευής προσομοιώσεων γερμανικών πόλεων στην έρημο της Γιούτα από τον αμερικάνικο στρατό με τη βοήθεια εξόριστων μοντερνιστών αρχιτεκτόνων, ώστε να προκύψει ο αποδοτικότερος δυνατός βομβαρδισμός των γερμανικών πόλεων από τα συμμαχικά αεροπλάνα στη διάρκεια του Β Παγκόσμιου Πολέμου). Στο βιβλίο του « Evil Paradises» προκύπτει ένα πανόραμα περίκλειστων οικιστικών θυλάκων ευημερίας, πολυτελών μα εύθραυστων καθώς κατά τον Davis προκύπτουν από «νόμιμες» λεηλασίες, στον αντίποδα του ζοφερού σύμπαντος των παραγκουπόλεων. Κι εδώ ο Davis δεν καταφεύγει σε αγοραία συνθήματα, μα ερευνά, και με την έρευνά του μας ξεναγεί σε τόπους και συνθήκες που δεν είχαμε διανοηθεί καν ότι υπάρχουν.

Πολύ σημαντικό, κατά τη γνώμη μας, είναι επίσης το βιβλίο του «Late Victorian Holocausts: El Niño Famines and the Making of the Third World», όπου καταδεικνύει ότι η υπαγωγή μεγάλου μέρους του πλανήτη στην κατηγορία του «Τρίτου Κόσμου» δεν προσομοιάζει σε φυσικό φαινόμενο, μα είναι αποτέλεσμα μιας συγκεκριμένης ισορροπίας (ή ανισορροπίας) των σχέσεων ισχύος της εποχής. Αυτή η προσέγγιση μας δίνει ένα κρίσιμο κλειδί ώστε αναλογικά να εμβαθύνουμε στις εξελίξεις της εποχής μας.

Ο θησαυρός των βιβλίων του Mike Davis είναι μεγάλος («Prisoners of the American Dream: Politics and Economy in the History of the U.S. Working Class», «City of Quartz: Excavating the Future in Los Angeles», κλπ). Σε ελληνική μετάφραση έχει κυκλοφορήσει ένας πολύ μικρός αριθμός από αυτά, σε περιορισμένο στοκ (πιθανότατα τα περισσότερα από αυτά είναι εξαντλημένα), και χωρίς να τύχουν ενός ευρύτερου σχολιασμού ώστε οι ιδέες τους να συνδιαλλαγούν με έναν ευρύτερο πολιτικό προβληματισμό. Οφείλουμε να μνημονεύσουμε κάποια εκδοτικά σχήματα, όπως: Futura, Τοποβόρος, Εκδόσεις των ξένων, και άλλα, που προσπάθησαν να φέρουν σε επαφή έλληνες αναγνώστες με κάποια από αυτά τα έργα.

Αξίζει να αναφερθεί, καταλήγοντας, ότι ενώ οι τίτλοι των βιβλίων του Davis είναι ενδεχομένως αναστατωτικοί («μα πώς κοιμάστε τη νύχτα διαβάζοντας τέτοια βιβλία;» με ρώτησε ο ταμίας βιβλιοπωλείου στο Λονδίνο, καθώς αγόραζα το «Dead Cities»), στην πραγματικότητα το διάβασμά τους είναι σχεδόν απελευθερωτικό, όσο απελευθερωτική μπορεί να είναι μια ουσιαστική προσέγγιση της πραγματικότητας, σε αντίθεση με σχήματα που συσκοτίζουν, μπερδεύουν ή παραπλανούν. Είναι χαρακτηριστική η προμετωπίδα των «Dead Cities», που είναι δανεισμένη από τον Walter Benjamin, ο οποίος με τη σειρά του το δανείστηκε από τον Μπέρτολ Μπρεχτ: «Πάρε το ερμηνευτικό κλειδί όχι από τα παλιά ωραία πράγματα, μα από τα άσχημα καινούρια». Τόσο ο Davis όσο και η Jacobs, δεν απευθύνονται σε υπηρέτες που θέλουν απλά να ξεθυμάνουν κατά των αφεντικών τους, μα σε πολίτες που επιθυμούν να επέμβουν στα πράγματα. Εχοντας μια εσωτερική γνώση του συστήματος και πολλαπλή ενημέρωση, συνιστούν κατά κάποιο τρόπο μια «δημιουργική αντιπολίτευση» στην κύρια τάση των εξελίξεων, η οποία όχι σπάνια είναι επιδραστική στις εξελίξεις.

***

Θα μπορούσαμε να συνεχίσουμε επί μακρόν με την παράθεση κι άλλων συγγραφέων και των έργων τους, μα ο σκοπός μας δεν είναι να γράψουμε ένα διδακτορικό για το θέμα. Αναφέρουμε μόνο ενδεικτικά την κοινωνιολόγο Saskia Sassen,καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο της Columbia, με αιχμή το βιβλίο της «Global Cities»,  όπου αναδεικνύεται η κρισιμότητα της λειτουργίας κάποιων μεγα-πόλεων αντί των κρατών σε πλανητικό επίπεδο, όπως και τον αμερικανό κοινωνιολόγο του London School of Economics και του New York University,  Richard Sennet με σπουδαία βιβλία όπως το «Respect: the formation of character in an age of inequality», «The Craftsman», και άλλα, όπου μελετά τους κοινωνικούς δεσμούς στο περιβάλλον των σύγχρονων πόλεων, και γενικότερα τη διαμόρφωση των ανθρώπων στις συνθήκες του σύγχρονου κόσμου, μεταξύ πολλών άλλων.

Να σημειωθεί ότι η πλειονότητα αυτών των συγγραφέων, ασχέτως του ιστορικού, κοινωνιολογικού ή άλλου αντικειμένου τους, έχουν το χάρισμα της γλώσσας που τους κάνει να διαβάζονται απολαυστικά από εκείνους που μπορούν να χαρούν μια καλογραμμένη γλώσσα.

Εχει οπωσδήποτε τη σημασία του το γεγονός ότι η πλειοψηφία των βιβλίων αυτών εκδόθηκαν πριν από μία ή και περισσότερες δεκαετίες. Η «δημιουργική αντιπολίτευση» περνάει δύσκολα στις μέρες μας. Παρ’όλα αυτά, τα βιβλία αυτά είναι πολύτιμα ακόμα σήμερα, καθώς συμβάλλουν στο να αποκτήσουμε μέθοδο και στιβαρά κριτήρια, αποδίδοντας σημασία όχι στα συμπτώματα, μα στις αιτίες των γεγονότων, οπότε μπορούν να λειτουργήσουν ως κείμενα βάσης για περαιτέρω ουσιαστικούς προβληματισμούς, σε μια εποχή πολύ μεγάλης ρηχότητας σε όλα τα πεδία. Εννοείται βεβαίως ότι αν τυχόν εκδοθούν στην Ελλάδα, είναι απαραίτητο να συνοδεύονται από πολύ στιβαρές, ενημερωμένες Εισαγωγές, που να διέπονται από πραγματική έγνοια για τα τεκταινόμενα, να επικαιροποιούν κατά το δυνατόν τις θεωρήσεις, μα κυρίως να συνδέουν αυτές τις θεωρήσεις με τις σημερινές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας. Μπορεί η παγκοσμιοποίηση να μας κάνει όλους να μοιάζουμε, επειδή φοράμε τα ίδια ρούχα και να χρησιμοποιούμε τα ίδια κινητά, μα οι κοινωνίες εξακολουθούν να έχουν την ιδιοπροσωπία τους, και ποικιλοτρόπως να μπορούν ακόμα να επεμβαίνουν στα του οίκου τους, παρά τη διαμόρφωση μιας πλανητικής ιεραρχίας και των συνακόλουθων κανόνων λειτουργίας αυτού του συστήματος.

 

Οπότε;

Αναφερθήκαμε εδώ κυρίως σε κομβικούς διανοούμενους της Αμερικής που τους ενδιαφέρει να συμβάλλουν τουλάχιστον σε έναν «καπιταλισμό με ανθρώπινο πρόσωπο». Ευπρόσδεκτες οι επεκτάσεις των αναφορών- αμετάφραστων βιβλίων στην Ελλάδα- σε άλλες χώρες και άλλα ρεύματα σκέψης (αλήθεια, ενώ μια φορά κι έναν καιρό βιβλία πολιτικής σκέψης από και για τη Σοβιετική Ενωση και την Κίνα του Μάο τσε Τουνγκ μεταφραζόταν παντού στον πλανήτη, σήμερα υπάρχει μια σιωπή σ’αυτό το πεδίο τόσο από τη Ρωσία όσο και από την Κίνα;).

Ακόμα πιο ευπρόσδεκτες τυχόν συμβολές στο τεράστιο ζήτημα του τρόπου παραγωγής της πολιτικής σκέψης στην Ελλάδα, και στο κατά πόσο αυτή ανταποκρίνεται στις ανάγκες της κοινωνίας μας σ’αυτούς τους δύσκολους καιρούς που ζούμε, και τους επερχόμενους. Η πολιτική κατά την αριστοτελική έννοια (σε αντιδιαστολή προς τον πολιτικαντισμό) είναι ζωτική συνθήκη για μια υψιπετή ευημερία των ανθρώπινων κοινωνιών. Και για να προκύψει μια τέτοια πολιτική είναι απαραίτητη η παραγωγή υψιπετούς πολιτικής σκέψης.

 

(*) Ο Γιώργος Μ. Χατζηστεργίου είναι πολιτικός μηχανικός και συγγραφέας. Το τελευταίο του βιβλίο «Ο πολιτισμός των φαντασμάτων» εκδόθηκε πρόσφατα από τις εκδόσεις Αλεξάνδρεια.

Αναζητήστε όλα τα αναφερόμενα βιβλία εδώ

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΟι άγνωστοι Έλληνες υπερασπιστές της ελευθερίας (της Κυριακής Μπεϊόγλου)
Επόμενο άρθρο“Όλοι ήξεραν αλλά κανείς δεν μιλούσε” (της Ελένης Χοντολίδου)

1 ΣΧΟΛΙΟ

Γράψτε απάντηση στο Dimosthenis AGRAFIOTIS Ακύρωση απάντησης

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ