Ποιήματα για ένα λυπημένο καλοκαίρι- Μαρία Πολυδούρη, Μιχάλης Κατσαρός, Κώστας Γ. Παπαγεωργίου, Γιάννης Ζέρβας – ανθολόγος Θ. Χατζόπουλος)

0
1913

 

Ο ποιητής Θανάσης Χατζόπουλος ανθολογεί ποιήματα των: Μαρία Πολυδούρη, Μιχάλη Κατσαρού, Κώστα Γ. Παπαγεωργίου, Γιάννη Ζέρβα.

 

maria polΜΑΡΙΑ ΠΟΛΥΔΟΥΡΗ

(1902-1930)

 

 

 

 

ΓΙΑΤΙ Μ’ ΑΓΑΠΗΣΕΣ

 

Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες

στα περασμένα χρόνια.

Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα

και σε βροχή, σε χιόνια,

δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.

 

Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου

μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,

μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο

κι έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,

μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.

 

Μόνο γιατί τα μάτια σου με κοίταξαν

με την ψυχή στο βλέμμα,

περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο

της ύπαρξής μου στέμμα,

μόνο γιατί τα μάτια σου με κοίταξαν.

 

Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες

και στη ματιά σου να περνάει

είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο

να παίζει, να πονάει,

μόνο γιατί όπως πέρναα με καμαρωσες.

 

Γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες

και μου άπλωσες τα χέρια

κι είχες μέσα στα μάτια σου το θάμπωμα

– μια αγάπη πλέρια,

γιατί δισταχτικά σα να με φώναξες.

 

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε

γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.

Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,

σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.

Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.

 

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,

γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.

Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη

μένα η ζωή πληρώθη.

Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.

 

Μονάχα για την διαλεχτήν αγάπη σου

μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.

Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου

μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,

μονάχα για την διαλεχτήν αγάπη σου.

 

Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες

έζησα, να πληθαίνω

τα ονείρατά σου, ωραίες που βασίλεψες

κι έτσι γλυκά πεθαίνω

μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες.

 

«ΣΩΤΗΡΙΑ»

 

Ας περάσει πια η μέρα με το φως της.

Η νύχτα γιατί τόσο αργοπορεί;

Στων πεύκων τις σκιές μια πολυθρόνα

με καρτερεί.

 

Των θαλάμων θα σβήσουνε τα φώτα

κι ο ύπνος θα ’ρθει σα λιγοθυμιά.

Ένα αδειανό κρεβάτι, εδώ δίνει

εντύπωση καμιά.

 

Θα με διπλώσει το σκοτάδι κι όπως

μες στις βαθιές σκιές θα μπερδευτώ,

πως είμαι θα πιστέψω πάλι κάτι

από τον κόσμο αυτό.

 

Μέσα στο φόβο θα βαθαίνει η νύχτα

όταν ο άνεμος θα ’ρθει ξαφνικά.

Ο ευκάλυπτος τα μαλλιά του θα τινάξει

και των ονείρων μαζί τα μυστικά.

 

Το μυστικόν αγώνα θα γρικάω

του φθινοπώρου, ανίκητος εχθρός.

Θα με λικνίζει χαρωπό τραγούδι

ο απελπισμένος θρος.

 

Κι αν δεν την καρτερώ, ξέρω πως θα ’ρθει

η γάτα αυτή που νυχτοπερπατεί,

μια γάτα που δεν ξέρει τι είναι χάδι

και δεν το δίνει και δεν το ζητεί.

 

Στα πόδια μου κοντά κάθεται μόνο,

αδιάφορη στο κρύο το παγερό,

διακριτικά το βλέμμα μου αποφεύγει

κι είναι σα να με ξέρει από καιρό.

(ΟΙ ΤΡΙΛΛΙΕΣ ΠΟΥ ΣΒΗΝΟΥΝ, 1928)

 

 

 

 

Σ’ ΕΝΑ ΝΕΟ ΠΟΥ ΑΥΤΟΚΤΟΝΗΣΕ

 

Αυτόν τον καταδίωκε ένα πνεύμα

στις σκοτεινές εκτάσεις της ζωής του.

Οι ασχολίες του, οι χαρές του, σ’ ένα νεύμα

προσχήματα γινόνταν της ορμής του.

 

Τα ωραία βιβλία, η σκέψη, ένα ορμητήριο

λίγες στιγμές ˙βίαιος στον έρωτά του.

Ύστερα γέμιζε η όψη του μυστήριο

και τίποτε δεν ταίριαζε κοντά του.

 

Ένας περίεργος ξένος επλανιόταν

ανάμεσό μας, μ’ όψη αλλοιωμένη.

Την υποψία μας δε μας την αρνιόταν

πως κάτι φοβερό τον περιμένει.

 

Ήταν ωραίος παράξενα, σαν κείνους

που ο Θάνατος τους έχει ξεχωρίσει.

Δινόταν στους φριχτότερους κινδύνους

σαν κάτι να τον είχε εξασφαλίσει.

 

Ένα πρωί, σε μια κάρυνη θήκη

τον βρήκαμε νεκρό μ’ ένα σημάδι

στον κρόταφο. Ήταν όλος σα μια νίκη,

σα φως που ρίχνει γύρω του σκοτάδι.

 

Είχε μια τέτοια απλότη και γαλήνη,

μια γελαστή μορφή ζωντανεμένη!

Όλος μια ευχαριστία σα να ’χε γίνει.

Κι η αιτία του κακού σημαδεμένη.

(ΗΧΩ ΣΤΟ ΧΑΟΣ, 1929)

 

 

katsaros1ΜΙΧΑΛΗΣ ΚΑΤΣΑΡΟΣ  (1919-1998)

 

ΤΥΦΛΗ ΕΠΟΧΗ

 

Άγνωστη μέρα δείξε μου το πρόσωπό σου.

 

Κάτω

στο βάθος

τόσα πέλματα βαριά

τόση βουή με καταρράχτες

ακούγονται να σπάζουν επιφάνειες

κατρακυλάν στις φλέβες μας ποτάμια –

εγώ

με φωτεινό το μέτωπο να χάνομαι

να μην μπορώ να καταλάβω

πώς γίνηκε ν’ αναζητάμε όραμα

τώρα που όλα στερεώθηκαν επίσημα

τώρα που ένας πρίγκιπας επέθανε

τώρα που οι δείχτες ύψωσαν τα φέρετρα

κει που βουλιάζουν οι αετοί τις ώρες.

 

Δείξε μας δείξε μας το μπόι σου

μέρα με τις πληγές ορθές στο βάδισμά σου

εγώ μαζί με το Βλαδίμηρο

θα σε στεγάσουμε

να μη φοβάσαι

οι άλλοι πέτρωσαν δίπλα στους χωροφύλακες

έντρομοι θα σαλπίσουν

θα κλείσουν οι πύλες

θα κλείσουν τα τείχη

θα παρατάξουν τα στρατεύματα

εσύ θα τους διαπερνάς αθόρυβα

θα προβαδίζεις

και πίσω θα σ’ ακολουθούν

οι Ασσύριοι οι Βαβυλώνιοι οι Ιουδαίοι

οι Ισπανοί πριν προδοθούν τα όνειρα

οι Γάλλοι μεταλλωρύχοι

ο σύντροφός μου Γκαρώ πριν γίνει διευθυντήριο

οι πρόεδροι  θ’ αλλάξουν έντρομοι τα διατάγματα

οι άλλοι θα υποκρίνονται τους έμπιστους

εγώ μαζί με την ακολουθία μου

θ’ ανακηρύσσομαι ήρωας

το αργυρό σπαθί των ιπποτών θα λάμπει

ο πρίγκιπας ένα χλωμό παιδί με πορφυρούν χιτώνα

πάλι θα στερεώνονται οι αυλοκόλακες

κ’ εγώ θα φεύγω

θ’ αναζητάω έντρομος την όψη σου.

 

Κάτω

στο βάθος

τόσα πέλματα βαριά.

 

Ακούω να ’ρχεται καινούργιο βήμα.

 

ΘΑ ΣΑΣ ΠΕΡΙΜΕΝΩ

 

Θα σας περιμένω μέχρι τα φοβερά μεσάνυχτα

αδιάφορος –

Δεν έχω πια τι άλλο να πιστοποιήσω.

Οι φύλακες κακεντρεχείς παραμονεύουν το τέλος μου

ανάμεσα σε θρυμματισμένα πουκάμισα και λεγεώνες.

Θα περιμένω τη νύχτα σας αδιάφορος

χαμογελώντας με ψυχρότητα για τις ένδοξες μέρες.

Πίσω από τον χάρτινο κήπο σας

πίσω από το χάρτινο πρόσωπό σας

εγώ θα ξαφνιάζω τα πλήθη

ο άνεμος ο δικός μου

μάταιοι θόρυβοι και τυμπανοκρουσίες επίσημες

μάταιοι λόγοι.

 

Μην αμελήσετε.

Πάρτε μαζί σας νερό.

Το μέλλον μας έχει πολύ ξηρασία.

 

Η ΔΙΑΘΗΚΗ ΜΟΥ

 

Αντισταθείτε

σ’ αυτόν που χτίζει ένα μικρό σπιτάκι

και λέει: καλά είμαι εδώ.

Αντισταθείτε σ’ αυτόν που γύρισε πάλι στο σπίτι

και λέει: Δόξα σοι ο Θεός.

Αντισταθείτε

στον περσικό τάπητα των πολυκατοικιών

στον κοντό άνθρωπο του γραφείου

στην εταιρεία εισαγωγαί – εξαγωγαί

στην κρατική εκπαίδευση

στο φόρο

σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

 

Αντισταθείτε

σ’ αυτόν που χαιρετάει απ’ την εξέδρα ώρες

ατέλειωτες τις παρελάσεις

σ’ ατή την άγονη κυρία που μοιράζει

έντυπα αγίων λίβανον και σμύρναν

σε μένα ακόμα που σας ιστορώ.

 

Αντισταθείτε πάλι σ’ όλους αυτούς που λέγονται μεγάλοι

στον πρόεδρο του Εφετείου αντισταθείτε

στις μουσικές τα τούμπανα και τις παράτες

σ’ όλα τ’ ανώτερα συνέδρια που φλυαρούνε

πίνουν καφέδες σύνεδροι συμβουλατόροι

σ’ όλους που γράφουν λόγους για την εποχή

δίπλα στη χειμωνιάτικη θερμάστρα

στις κολακείες τις ευχές τις τόσες υποκλίσεις

από γραφιάδες και δειλούς για το σοφό αρχηγό τους.

 

Αντισταθείτε στις υπηρεσίες των αλλοδαπών

και διαβατηρίων

στις φοβερές σημαίες των κρατών και τη διπλωματία

στα εργοστάσια πολεμικών υλών

σ’ αυτούς που λένε λυρισμό τα ωραία λόγια

στα θούρια

στα γλυκερά τραγούδια με τους θρήνους

στους θεατές

στον άνεμο

σ’ όλους τους αδιάφορους και τους σοφούς

στους άλλους που κάνουν το φίλο σας

ως και σε μένα, σε μένα ακόμα που σας ιστορώ

αντισταθείτε.

 

Τότε μπορεί βέβαιοι να περάσουμε προς την

Ελευθερία.

 

Υστερόγραφο

 

Η διαθήκη μου πριν διαβαστεί

–καθώς διαβάστηκε–

ήταν ένα ζεστό άλογο ακέραιο.

Πριν διαβαστεί

όχι οι κληρονόμοι που περίμεναν

αλλά οι σφετεριστές καταπατήσαν τα χωράφια.

 

Η διαθήκη μου για σένα και για σε

χρόνια καταχωνιάστηκε στα χρονοντούλαπα

από γραφιάδες πονηρούς συμβολαιογράφους.

 

Αλλάξανε φράσεις σημαντικές

ώρες σκυμμένοι πάνω της με τρόμο

εξαφανίσανε τα μέρη με τους ποταμούς

τη νέα βουή στα δάση

τον άνεμο τον σκότωσαν –

τώρα καταλαβαίνω πια τι έχασα

ποιος είναι αυτός που πνίγει.

 

Και συ λοιπόν

στέκεσαι έτσι βουβός με τόσες παραιτήσεις

από φωνή

από τροφή

από άλογο

από σπίτι

στέκεις απαίσια βουβός σαν πεθαμένος:

 

Ελευθερία ανάπηρη πάλι σου τάζουν.

(ΚΑΤΑ ΣΑΔΔΟΥΚΑΙΩΝ, 1953)

ΟΡΟΠΕΔΙΟ

V

Δεν ήρθα να ξαφνιάσω τις μέρες σας –

δεν κρατώ τη ρομφαία.

Κυκλοφορούσα αιώνες μέσα στο πλήθος σας

μαζεύοντας σκόρπιους σπόρους.

 

Δεν ήρθα να σταματήσω τους ποταμούς τα νερά

τους καρπούς – δεν ήρθα.

Κυκλοφορούσα μέσα στους ήχους σας –

τόσους αιώνες.

Ανέμιζα μαύρα λάβαρα στις αρτηρίες των δρόμων

με την καρδιά μου καρφωμένη στο φοβερό πάσσαλο

σας καλούσα –

Δεν ήρθα να καταργήσω το νόμο.

 

Ανεβαίνω εδώ σ’ αυτή την αγχόνη –

αυτή τη στιγμή

σας δίνω το σχήμα σας – σας καλώ.

Δεν ήρθα σαν ξένος – δεν ήρθα.

 

Είμαι ο άνεμος η βροχή τα έρημα δάση

είμαι ο καταρράχτης το νερό το πουλί

αυτή η πόλη και η άλλη –

είμαι ο δρόμος η αυγή το τελευταίο λιμάνι

η καρδιά μου

το πρόσωπό μου και το δικό σας

είμαι εδώ και αλλού και παντού

μέσα στ’ αγέρι – μέσα στις παλιές ημερομηνίες

μέσα στα πλοία – στους ήχους – στους αγρούς

στα εργοστάσια είμαι – στις σκοτεινές αίθουσες

στ’ άδεια δωμάτια – στους εραστές – στα ερείπια

στις καμπάνες

μόνος μόνος μόνος

απ’ την αρχή μέχρι το τέλος του κόσμου.

 

Και τώρα εδώ πάνω σ’ αυτό το οροπέδιο σας καλώ

τώρα που θα βυθίσω το μαχαίρι στο στήθος

να σας δώσω το αίμα μου –

άνθη τεράστιες πόρτες ουρανοί τρέμουν κυλάνε

μπροστά στα πόδια σας στα όνειρά σας στο ψωμί

κρότοι καταστροφή και νέα αυγή κατεβαίνει.

 

Ο άνεμός μου κάθε νύχτα με παγώνει.

(ΟΡΟΠΕΔΙΟ, 1956)

 

 

 

papageorgiouΚΩΣΤΑΣ Γ. ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ

(1945)

 

 

 

ΧΡΟΝΙΚΟ ’69

 

α΄

Τη θλίψη μας απλώνουμε κατάντικρυ στον ήλιο

Όπως απλώναμε μέχρι τα χτες σταφίδα

Μήπως και τη γλυκάνουμε.

 

δ΄

Δεν έχει τόπο σίγουρο.

 

Ραγίζουν της πατημασιάς μας τα σημάδια

Και σύνεση δεν είναι πια.

Μονάχες πάνε οι σκιές

Κι από τα βήματά τους ακατοίκητες.

 

Καθένας σέρνει το δίκιο του και πηγαίνει.

 

ια΄

Ο μηδέ για του σκοταδιού το ψηλάφημα άξιος

Κάτω απ’ τον ήλιο χαίρεται

Παίζει με τη σκιά του.

 

Μην είναι ο ίσκιος του θανάτου ενέχυρο

Στο σώμα μας;

 

ιδ΄

Πέρα από την πηγή

Πριν από τα’ όνομα να πάρει το ποτάμι

Είναι ένας τόπος μακρινός

Όπου χορεύουν οι φωνές αγκαλιασμένες

Από την άκρη των χειλιών που τις γεννήσαν.

Είναι ένας τόπος φωτεινός

Όπου δεν έχει σώμα η αμαρτία.

Τόπο δεν έχουν του κακού οι άγγελοι.

 

Λένε που εκεί τον έρωτα δεν τόνε τρώνε τα πουλιά

Λένε την άνοιξη εκεί όλοι τη χαιρετάνε.

(ΕΠΙ ΠΥΓΗΝ ΚΑΘΙΣΑΙ, 1972)

 

ΙΧΝΟΓΡΑΦΙΑ Β

β΄

Πίσω απ’ τον ίσκιο κρύβουνε τα πράγματα

το αληθινό τους σώμα

 

Μιλώ κι ανήκω της σιωπής ˙σιωπώ

με τέμνουν οι φωνές των πεθαμένων

βρίσκω σωρό περισπασμούς

τάχα ποτέ δε γνώρισα την άβυσσο

ποτίζω στο μπαλκόνι μου υακίνθους.

 

Ο ύπνος μου γλυκός όπως το πέσιμο

σ’ ατέλειωτο κενό

 

του ακροβάτη.

 

ΙΧΝΟΓΡΑΦΙΑ Γ

γ΄

Ξέρει η ζωή

κρατάει κλειστή την πόρτα στον εαυτό της

κι ο νους το πονεμένο μέλος

για λίγη μνήμη που όλα τα πουλάει ˙ο νους

πίσω απ’ τη σκέψη κλαίει την ερημιά του

όταν γεμίζει ο κούφιος φόβος το πρωί

κι η στέγνα στάζει άδειο καυτό στο κόκαλο

και λύνει τους αρμούς

σπάει το κλουβί

το σπλάχνο χάνει τη βολή του.

 

δ΄

Ψυχή κραγμένη μες στον ύπνο της

όχι λαλιά του ανθρώπου ˙αφού

το πράγμα λιώνει πριν ονομαστεί

τρίδιπλο γάβγισμα η αγάπη

κι η δροσιά που ανέπαφη αφήνει την ανάσα

βαραίνει επάνω στο κορμί

στο σώμα που έχει αρχίσει να στεγνώνει

όμοια με θάλασσας λαρύγγι

που τη χτυπάει τ’ αλάτι και την αρρωσταίνει

 

κατακαλόκαιρο.

(ΙΧΝΟΓΡΑΦΙΑ, 1975)

 

ΑΠΟΓΕΥΜΑΤΙΝΟ

Α΄

 

Κυματισμένα στρώματα ουρανού πτυχές του ονείρου

Σαρώνοντας ο άνεμος τα υψώματα

Με συλλαβίζει από φωτιά σιωπή ανασαίνοντας

Και τρίζουν όλα γύρω μου χαμόγελα με αφρό

Τέφρα νερού μην αξιωθεί το φως της μέρας

 

Σκάμμα ουρανού και ουράνια καύματα

Στα μάτια που ωχριούν κι εγώ δραπέτης

Σμίλη τυφλού κρατάω και πένομαι οφειλέτης

 

Μικρή εκδορά στης σκέψης τα καρφώματα

Στα χρόνια που σε απάνεμο εγώ φυλάω ψυγείο

Θερίζει ο θάνατος εδώ και το εκμαγείο

 

Γι’ αυτό έλα φως σκύψε και ακόνισε τα νύχια σου

Να δω επειδή δεν είδα και γδάρε την εικόνα αυτή

Τη μακρινή που από γυαλί να μη φανεί

Κι ύστερα υψώσου ώστε τα κόκαλά σου

Όλα ολόγυμνα να δω με τρίξιμο τα πριόνια σου στο φως

Σαν από κάλπασμα ουρανός

 

Γι’ αυτό έλα φως και υψώσου και γονάτισε

Τον ίσκιο σου γωνία να δω

 

ΟΙ ΗΛΙΚΙΕΣ ΜΟΥ

 

Κάθονται εδώ και με κοιτάζουν σιωπηλά

Και σαν να με λυπούνται όπως με βλέπουν

Έτσι αμίλητες οι ηλικίες μου όλες

Γλείφοντας κι από ένα βρώμικο πανί η καθεμιά

Στων ημερών της βουτηγμένο τις οσμές

 

Πώς με κοιτάζουν έτσι σιωπηλά και σαν

Να με λυπούνται αλλά στα μάτια δείχνουν να πεινούν

Γιατί είν’ αλήθεια πέρασε η ώρα και καιρός

Για τάισμα σκοταδιού απ’ αυτό που φούσκωσε

Κάτω από τα σκεπάσματα τα παγωμένα

 

Έλα λοιπόν πικρή ηλικία του άρρωστου παιδιού

Σακατεμένη του ξεμαλλιασμένου εφήβου

Του άντρα που ταξίδεψε με τα σπασμένα μου κουπιά

Και τώρα σέρνεται ορφανός στους πέντε δρόμους

(ΠΑΤΡΙΔΑ ΤΟ ΑΙΜΑ, 1996)

 

ΚΑΡΠΟΣ Η ΖΩΗ

 

Καρπός που ονειρεύεται τη γεύση του η ζωή. Με ορμή κυλάει σε αυτοσχέδια

κοίτη και όλο γδέρνεται στ’ αγκάθια του φωτός που την καλεί.

 

ΑΙΩΝΙΟ ΔΙΑΛΕΙΜΜΑ

 

Κάθε υψωμένο χέρι αντιστοιχεί σε μιαν ερώτηση που έμεινε αναπάντητη.

Συνωμοσία δαχτύλων σκέφτομαι, ο δείχτης να εκτεθεί μονίμως καρφωμένος

στο κενό δείχνοντας το άδειο. Το χέρι του επιστάτη εξάλλου αράχνη ανέλαβε

σε ιστό να συγκρατεί, ώστε κουδούνι πια ποτέ να μην ηχήσει. Σκόρπισε η ώρα

του διαλείμματος ˙χαρτιά οι χρωματιστές φωνές που στροβιλίζονται

παράταιρα με την ορμή του ανέμου – τόσο δυνατά. Με σκόνη κιμωλίας σκεπά-στηκαν η έδρα, τα θρανία κι ο μαυροπίνακας. Κανείς.

(Η ΛΥΠΗ ΤΩΝ ΑΛΛΩΝ, 2009)

 

 

 

Zervas_GiannisΓΙΑΝΝΗΣ ΖΕΡΒΑΣ

(1959)

 

 

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΔΕΥΤΕΡΟ

Σκηνές από τα προηγούμενα

6

Οι άνθρωποι που αγάπησα λάθος. Που τους συμπόνεσα γιατί πίσω τους πολλαπλασιάζονταν κρυμμένα τα ομοιώματά μου. Αυτοί που συνέπεσαν

με τις ονειρώξεις μου και τους ονειρεύτηκα. Ύστερα το πρωί έπεφτε ο

γύψος από τα πρόσωπά τους, δεν αναγνώριζα πια κανέναν.

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΕΜΠΤΟ

Η αναστροφή

3

Γιατί έχω την ανάγκη των ανθρώπων. Με ηρεμία και τρυφερές χειρονομίες

γιατί είμαι σ’ ένα τυχαίο παρελθόν αγκιστρωμένος. Μ’ ένα πλήθος οικείο

και σιωπηλό – σκηνικό για τον αργό περίπατό μου. Φωτεινά ραβδιά απ’ τους

συνεσταλμένους φεγγίτες κι από μακριά μικρά γέλια κοφτερά: στέκομαι κι

αφουγκράζομαι. Με μια θλίψη ανεξάντλητης απόστασης και από το αχανές

του βάθους.

Με μια κοσμική συμπόνια γιατί είμαι αυτός που δεν ανήκει.

 

11

Γιατί θα ’ρθουν και καλές μέρες. Τρυφερές νύχτες με την καλοσύνη του

δέρματος. Ήρεμα απογεύματα γερμένα στους κόκκους του καφέ και της

μελάνης. Θα αποστρέφουν τα βρέφη το πρόσωπό τους και θα ελευθερώνουν

τη γλώσσα μου. Θα βρίσκουν μόνα τους τα αντικείμενα τη σωστή τους θέση.

(Ο ΜΕΤΑΝΑΣΤΗΣ, 1986)

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΠΡΩΤΟ

Το περίγραμμα

 

Το εγκόσμιο της μνήμης τους δεμένο με το απόκοσμο. Πεσμένοι άγγελοι με δηλητηριασμένη τη φωνή. Στα λιμάνια και τους γερανούς. Με άδεια χέρια στο

συνωστισμό. Στις πλατείες και τα πάρκα. Ισόβια γλιστρούν στο θολό της πόλης.

Άγνωστοι τα χαράματα όταν βάζουν το κλειδί στην πόρτα.

 

*

 

Τι γνωρίζει η μνήμη τους που ξεχνά η φωνή τους; Ερωτικοί έφηβοι και θανατη-

φόροι κάτω απ’ την άδεια κηρήθρα τ’ ουρανού. Απόγονοι Ινδουιστών σπηλαιο-γράφων και Χριστιανών στις κατακόμβες. Ράθυμων στην αγορά της Αθήνας και

καταδικασμένων στον Πύργο του Λονδίνου. Με την τέφρα τοιχογράφων της

Πομπηίας και Βυζαντινών αγιογράφων στις τσέπες τους. Με την απορία παλαιο-

λιθικών ζωγράφων και την επιστημοσύνη Αζτέκων μαθηματικών στους τοίχους

του θυσιαστηρίου.

 

Τι γνωρίζει η μνήμη βωμολόχων στα ουρητήρια της Ομόνοιας και κυφωτικών ζωγράφων στο Χάρλεμ;

 

όλων αυτών

που αλείφουν τον τρόμο τους

στο σώμα των πόλεων

χωρίς αξιώσεις τέχνης;

 

*

 

Όπως μόνο οι απελπισμένοι ξέρουν τις συντεταγμένες του σκοταδιού ˙

οι εξόριστοι την οριοθέτηση της μοναξιάς ˙κι οι πλανόδιοι το

χάρτη της νύχτας. Όπως μόνο οι αποκαρδιωμένοι της φωνής χειρίζονται την

εικόνα

 

το σύστημα του κόσμου αποκαλύπτοντας

στην τρομερή τοιχογραφία τους.

 

*

Με το κατάξερο του ήλιου

Στα όρθια τοπία της πόλης

Τους κυματοθραύστες της ομίχλης

Στα σκοτεινά λιμάνια

Το ευτελές της νύχτας

Στην πινακοθήκη των δρόμων

 

Τον μικρό τους περιπαίζουν θάνατο

Μ’ ένα κουβά μπογιά

 

Στην κάθετη κι επίπεδη

Παράσταση του κόσμου

Αναζητούν αυτό

Που φαίνεται μονάχα

 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΤΡΙΤΟ

Η εικόνα

 

Απλώνει ο χάρτης κι η βουή

Η νύχτα στα μικρά παράθυρα του νότου

Παίζουν ακόμα τα παιδιά

Χύνεται ακόμα στα σκαλιά το καλοκαίρι

Μ’ άσπρα πουκάμισα στη θάλασσα

Ακόμα περιμένουν

Ακόμα προσκυνάνε στους ναούς

Κι εύχονται στο αύριο

Λένε τη μοίρα στα χαρτιά

Τρώνε μαζί στο ίδιο τραπέζι

Την ίδια καλημέρα λένε

 

Έτσι καλύτερα

Όταν κοιτάν απέναντι

Και βλέπουν ό,τι περιμένουν

(ΤΟΙΧΟΓΡΑΦΙΑ, 1992)

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here