Ζ, όπως Ζαχαρούλα

0
214

Φίλιππος Φιλίππου.

 

 

Tον Σεπτέμβρη, μετά από τον θάνατο του πατέρα του, o συγγραφέας ξεκίνησε μ’ ένα σακίδιο στον ώμο για το γενέθλιο νησί του. Στο φέρι μποτ  βρήκε μια καλή θέση κι από κει παρατηρούσε τους επιβάτες. Τα ενδιαφέροντα πρόσωπα έμεναν για καιρό στη μνήμη του και ενίοτε τα έβαζε στα διηγήματα και στα μυθιστορήματά του. Φορτηγατζήδες, καλόγριες, παπάδες, γριές με μαντίλια στο κεφάλι, νεαρά ζευγάρια που χαριεντίζονταν, μοναχικά άτομα που έπαιζαν με το κινητό τους, δεν του προκαλούσαν καμιά συγκίνηση. Στο σακίδιο κουβαλούσε δύο βιβλία: το Μπλανς ή Η λησμονιά του Αραγκόν και το Είκοσι χρόνια και μια μέρα του Σεμπρούν.

Καθόταν σ’ έναν καναπέ. Πιο πέρα, μια μητέρα, μελαχρινή  με γυαλιά, κάπως παχουλή, με γλυκό πρόσωπο, διάβαζε ένα βιβλίο. Ο μικρός της γιος της χάιδευε τα μαλλιά, της άγγιζε τα χέρια, χωρίς να την ενοχλεί. Ο άντρας της κοιμόταν με τα ρούχα, ροχαλίζοντας ελαφρά. Βλέποντας τη γαλήνη τους, σκεφτόταν πως ήταν μια ευτυχισμένη οικογένεια.

Το μυαλό του έτρεχε σ’ Εκείνη, μια γυναίκα με την οποία χώρισαν πριν από τριάντα ένα χρόνια. Ήθελε να γράψει την ιστορία τους και δεν ήξερε πώς ν’ αρχίσει. Το είχε επιχειρήσει κατά καιρούς, μα το εγχείρημα απαιτούσε δουλειά. Οι πραγματικές ιστορίες δεν υπακούνε σε κανόνες, κανείς δεν ξέρει πότε άρχισαν ούτε αν έχουν τελειώσει. Ήταν δύσκολο να συνοψίσει όλα τα γεγονότα που είχαν συμβεί στη διάρκεια της σχέσης τους. Χρειαζόταν πολλή υπομονή, πολύς μόχθος. Κατά καιρούς, έγραφε μικρά διηγήματα με ηρωίδα Εκείνην, δίνοντάς της ένα όνομα που άρχιζε από Ζ: Ζωή, Ζένια, Ζίνα, Ζανέτ, Ζορζέτα, Ζηνοβία, Ζέφη.

*

Το αγροτόσπιτο ήταν στην άκρη του μικρού κτήματος, σχεδόν ακουμπούσε στον φράχτη. Οι συκιές, οι κυδωνιές, η βυσσινιά, η μουριά, είχαν μείνει χωρίς φύλλα, ενώ η καρυδιά τα έχανε σιγά – σιγά. Καθόταν σε μια ψάθινη καρέκλα έξω δίπλα στην καρυδιά και στοχαζόταν. Τα πρωινά μετά τις δέκα, ακούγονταν τζιτζίκια· του φάνηκε περίεργο επειδή ήταν φθινόπωρο. Τα βράδια, την ώρα που ήταν ξαπλωμένος στο κρεβάτι του, ακούγονταν γρύλοι.

Οι πρώτες μέρες πέρασαν ήρεμα: περίπατοι, μπάνια, επισκέψεις σε φίλους. Τα βιβλία θα τα διάβαζε αργότερα. Την τρίτη μέρα, ο καιρός χάλασε αποβραδίς και το πρωί έπιασε ψιλή βροχή. Δεν βγήκε έξω, προτίμησε να μείνει στο αγροτόσπιτο, όπου ο ήχος της βροχής ακουγόταν σαν μουσική. Πήρε την ομπρέλα του και σουλατσάριζε ανάμεσα στα δέντρα. Τα φύλλα της καρυδιάς έπεφταν στο πράσινο χορτάρι σχηματίζοντας ένα καφεκίτρινο χαλί. Η κληματαριά είχε τσαμπιά σταφύλια μισοφαγωμένα από τα πουλιά. Άνοιξε το ραδιόφωνο, το συντόνισε στο Τρίτο Πρόγραμμα που έπαιζε Μάλερ και Τσαϊκόφσκι. Ξαπλωμένος στο κρεβάτι, με τη μουσική να τον νανουρίζει, θυμήθηκε τη μέρα που είχε γνωρίσει Εκείνην έξω από ένα φροντιστήριο.

Οι πρώτες συναντήσεις τους ήταν μαγικές. Πώς γαλήνευε όταν τον κοίταζε με τα καστανά, τα μυωπικά της μάτια! Τι γλύκα είχε το βλέμμα της! Είχε ανταμώσει τη μοίρα του κι έπλεε σε θάλασσα ευδαιμονίας· είχε αγγίξει την ευτυχία. Όσα ζούσε, πίστευε πως δεν θα τελειώσουν ποτέ.

Σε μια έκλαμψη του μυαλού του, κι ενώ τίποτα δεν σκίαζε την ευτυχία του, αγόρασε ένα τετράδιο με πράσινο εξώφυλλο, κι άρχισε να σημειώνει στο χαρτί γεγονότα, ημερομηνίες, σκέψεις, συναισθήματα. Ίσως το έκανε από το φόβο πως όλα εκείνα τα όμορφα περιστατικά κάποτε θα γίνονταν θύματα της αναπότρεπτης λήθης και θα έσβηναν από τη μνήμη του.

Κάποτε, όπως συμβαίνει πάντα –ή σχεδόν πάντα–, με τους μεγάλους έρωτες, η σχέση τελείωσε. Εκείνη έφυγε με κάποια δικαιολογία, αφήνοντάς τον ανάπηρο. Είχε προσπαθήσει να μοιραστεί τη ζωή του με μια γυναίκα και εκ των υστέρων συνειδητοποίησε πως είναι αδύνατο να μοιραστεί κανείς τη ζωή του με κάποιον άλλο.

*

Μόλις τελείωσε η μουσική του Μάλερ και του Τσαϊκόφσκι, κι ενώ το ραδιόφωνο έπαιζε Ροδρίγο, o συγγραφέας άνοιξε πρώτα το βιβλίο του Αραγκόν. Τι παράξενες οι δύο ηρωίδες του! Η Μαρί-Νουάρ άλλαζε το χρώμα των νυχιών της δυο φορές την εβδομάδα κι η Μπλανς ασχολιόταν με το χρώμα των μαλλιών της, ενώ ο ήρωας του βιβλίου έψαχνε να βρει την Μπλανς που τον είχε εγκαταλείψει. Διαπίστωσε με θλίψη πως είχε σχεδόν ξεχάσει τον καιρό που ήταν είκοσι εννιά χρονών, δηλαδή προτού γνωρίσει Εκείνην.

Η επιλεκτική μνήμη του είχε καταγράψει μόνο όσα συνδέονταν μαζί της. Η εικόνα της τον δυνάστευε. Όταν δεν την έβλεπε, τη σκεφτόταν, η μορφή της έκανε κατοχή στο μυαλό του. Μπορούσε όμως να την ακούει. Της μιλούσε στο τηλέφωνο του σπιτιού του ή από τηλεφωνικό θάλαμο. Τότε δεν υπήρχαν κινητά. Τι συγκίνηση που τον πλημμύριζε, ακούγοντας τη φωνή της! Κι Εκείνη το ίδιο ένιωθε. «Σ’ αναζητώ τούτη την ώρα, όπως δεν αναζήτησα ποτέ κανένα», του έλεγε, όταν περνούσε άσχημα.

Κάθε φορά που έστρεφε τη σκέψη του προς τα πίσω, όλα μπερδεύονταν γλυκά, οι καλές αναμνήσεις και οι άσχημες, τα θετικά γεγονότα και οι συμφορές που έπληξαν τον ίδιο και τον κόσμο, γίνονταν ένα. Προσπάθησε να την ξεχάσει, προσεγγίζοντας άλλες γυναίκες, μα η ανάμνησή της τον τυραννούσε. Αν ένιωθε την ανάγκη να κλάψει, άνοιγε τα γράμματα που του είχε στείλει. Τα έβγαζε από το κουτί τους, τα διάβαζε ένα ένα με χρονολογική σειρά κι αναρωτιόταν αν είχαν γραφτεί από το χέρι της. Γιατί του έγραφε «σ’ αγαπώ», αφού δεν το αισθανόταν; Ή μήπως το αισθανόταν; Κι αν το αισθανόταν, γιατί έπαψε να το αισθάνεται; Στο μεταξύ, θα εκστόμιζε το ίδιο ρήμα, το «σ’ αγαπώ», σε άλλους. Σε πόσους άραγε;

*

Το απόγευμα ο ουρανός άνοιξε τους καταρράκτες του κι έριξε καρέκλες, καλαπόδια, αρβύλες. Ο συγγραφέας από το εσωτερικό του αγροτόσπιτου αφουγκραζόταν τους ήχους. Δεν είχε διάθεση να δει κανέναν. Ένα πουλί τιτίβισε φοβισμένο, πετώντας από κλαδί σε κλαδί, ψάχνοντας μέρος ν’ απαγκιάσει. Ξαπλωμένος, με τα μάτια κλειστά, άφηνε τις αναμνήσεις να τον κατακλύσουν.

Η ιστορία τους ήταν παραμυθένια, το παραμύθι όμως το είχε ζήσει. Το παραμύθι του Ρωμαίου και της Ιουλιέτας είχε τραγικό τέλος, μα το δικό τους είχε τελειώσει αναίμακτα. Κανένας από τους δύο δεν πέθανε, δεν αυτοκτόνησε. Το ειδύλλιο πάντως είχε τελειώσει και κάποιος από τους δύο έφταιγε, μπορεί και οι δύο. Αναρωτιόταν: ποιος είχε δίκιο και ποιος άδικο;

Όταν δεν έγραφε διηγήματα και μυθιστορήματα με μια ηρωίδα που το όνομά της άρχιζε με Ζ, προσπαθούσε να εντοπίσει μέσα στο πλήθος κοπέλες ή γυναίκες που της έμοιαζαν. Σ’ ένα σχολείο στα Γιάννενα είδε μια μαθήτρια με γυαλιά που ήταν φτυστή Εκείνη. Την κοίταζε πλαγίως, για να μην παρεξηγηθεί, και την ενθάρρυνε να του υποβάλλει ερωτήσεις σχετικά με το λογοτεχνικό θέμα για το οποίο είχε προσκληθεί. Στο λεωφορείο για το αγροτόσπιτο είχε δει μια ξανθιά μητέρα να διαβάζει ένα βιβλίο έχοντας δίπλα της το ξανθό κοριτσάκι της που δεν τη διέκοπτε· η μητέρα απολάμβανε απερίσπαστη την ανάγνωση.

Στο σταθμό των λεωφορείων μια μελαχρινή αγκάλιαζε έναν πενηντάρη· δεν θεωρούσε φρόνιμη τη συμπεριφορά της. Η νεαρή δεν φορούσε γυαλιά, αλλά είχε αθώα μάτια. Μιλούσαν αγγλικά, αλλά μπορεί να μην ήταν Αγγλίδα. Με τον πενηντάρη που δεν ήταν πατέρας της συζητούσαν χαμηλόφωνα. Έπιανε κάπου – κάπου μερικές φράσεις τους. Ορισμένες τις καταλάβαινε, άλλες όμως όχι. Τι σήμαινε άραγε το «No money no honey», που του είπε η νεαρή;

 

*

Άνοιξε τα μάτια, σηκώθηκε, πήρε ένα ποτήρι κι έβαλε να πιει από ένα μισογεμάτο μπουκάλι τσίπουρο σ’ ένα ράφι. Αφού άδειασε το μισό, είδε ξαφνικά Εκείνην μπροστά του. Με το δροσερό πρόσωπο των 18 χρόνων της, με τα γυαλιά της, με το κόκκινο κοκαλάκι στα μαλλιά της.

Του είπε: «Μου λείπεις, μα δεν σε νοιάζει, εσύ αλλού αρμενίζεις».

Προσπάθησε να της πει κάτι, μα γρήγορα η εικόνα της θάμπωσε κι έπειτα χάθηκε, σαν να έλειωσε κάτω από το βλέμμα του. Ξαναγέμισε το ποτήρι του και την είδε  να κινείται στο δωμάτιο σαν ξωτικό. Την παρατηρούσε μαγεμένος, δεν ήταν αληθινή. Οι ήρωες στα διηγήματα και στα μυθιστορήματα που είχε γράψει ήταν γεννήματα της φαντασίας του. Όλοι; Όχι, βέβαια, πολλοί ήταν πραγματικά πρόσωπα καμουφλαρισμένα.

Έστρεψε τη σκέψη του προς τα πίσω κι ήταν σαν να διάβαζε ένα μυθιστόρημα που κάποτε του είχε αρέσει. Είχε επισκεφτεί πολλά μέρη του κόσμου και σαν τον Οδυσσέα, πολλών δ’ ανθρώπων ίδεν άστεα και νόον έγνω. Είχε γνωρίσει τη μελαγχολία των καραβιών και είχε προβληματιστεί πάνω στην απεραντοσύνη της θάλασσας. Σε κάποια φάση βρέθηκε στο δίλημμα να επιλέξει ανάμεσα στη ζωή και τη συγγραφή και επέλεξε τη δεύτερη. Ήταν ο μοναδικός τρόπος για να ξεφύγει από τους δαίμονες που τον κυνηγούσαν.

Ήπιε κι άλλη γουλιά τσίπουρο και κοίταξε προς τη δύση· ο ήλιος πήγαινε να κρυφτεί πίσω από τους λόφους. Έγειρε στην ψάθινη καρέκλα του, μύρισε το χορτάρι του κήπου και έφερε στο μυαλό του τα βιβλία που κουβαλούσε μαζί του.

 

*

Τελικά, συμπέρανε πως είχε δίκιο ο Αραγκόν· αυτός που γράφει είναι γυμνός, οι αναγνώστες βλέπουν τις πληγές του, τις ουλές του, τη δύναμη και την αδυναμία του, το φύλο του, μα και την ψυχή του. Δεν ήθελε να γίνεται αντικείμενο προσοχής, μα αυτό ήταν αναπόφευκτο.

Πίνοντας την τελευταία γουλιά, αποφάσισε πως η επόμενη συγγραφική του απόπειρα θα σχετιζόταν με το θάνατο, το θάνατο των άλλων. Θα έγραφε πάλι για πρόσωπα φανταστικά. Η πραγματική ζωή βρισκόταν αλλού, δηλαδή έξω από τη δική του ζωή.

Όπως ο ήρωας του Αραγκόν, ο Ζοφρουά, που δεν ονειρευόταν παρά μόνο την Μπλανς, την γυναίκα του που τον παράτησε εδώ και χρόνια, έτσι κι αυτός ονειρευόταν αποκλειστικά Εκείνην. Υπήρξε όμως η Μπλανς; Ή ήταν απλώς μια λογοτεχνική ηρωίδα; Μήπως ούτε Εκείνη υπήρξε, μήπως ήταν πλάσμα των ονείρων του; Όμως τις στιγμές που είχαν μοιραστεί τις θυμόταν έντονα, είχαν χαραχτεί στη μνήμη του. Ας πούμε, τη θυμήθηκε στη Βόρεια Εύβοια, τριάντα δύο χρόνια πριν· ήταν ξαπλωμένη στην αμμουδερή παραλία και απολάμβανε τον ήλιο που τη φώτιζε και την έκανε να μοιάζει με έργο τέχνης, με αρχαίο άγαλμα.

Καταλάβαινε πως γινόταν πόλεμος ανάμεσα στη μνήμη και τη λήθη, πόλεμος αληθινός με αιματηρά αποτελέσματα, πόλεμος που του δημιουργούσε τραύματα και πληγές.

*

Ένα πρωί με πολλή βροχή, ο συγγραφέας αποφάσισε ν’ αφήσει το αγροτόσπιτο. Οι συκιές, οι κυδωνιές, η βυσσινιά, η μουριά, η καρυδιά στέκονταν μουσκεμένες. Τα τζιτζίκια είχαν πάψει να τραγουδάνε· οι γρύλοι δεν ακούγονταν πια. Ετοίμασε το σακίδιό του, πήρε μιαν ομπρέλα κι έφυγε από το αγροτόσπιτο.

Στο δρόμο για τη στάση, σκεφτόταν πως αν συναντούσε Εκείνην, θα της έκανε χίλιες ερωτήσεις. Γιατί έφυγε; Είχε βαρεθεί; Αγάπησε άλλον; Τον θυμόταν άραγε; Σκεφτόταν καμιά φορά το παραμύθι τους; Μήπως είχε σβηστεί εντελώς από μέσα της; Πιθανότατα, τον είχε καταχωνιάσει στα βάθη του μυαλού της. Αυτή η εκδοχή τον αποκάρδιωνε, ήταν η νίκη της λήθης επί της μνήμης.

Κατεβαίνοντας από το λεωφορείο, είδε μια κοπέλα που πήγαινε στο σχολείο της με το σακίδιο στην πλάτη. Φορούσε γυαλιά μυωπίας και την ακολούθησε, επειδή έμοιαζε μ’ Εκείνην. Κάποια στιγμή, γύρισε και του έριξε μια ματιά, του φάνηκε πως του χαμογέλασε κι η ψυχή του γαλήνεψε. Σε λίγο, την είδε να μιλάει με ένα συμμαθητή της· άρχισε να γελάει, το πρόσωπό της έλαμπε. Ξαφνικά, ζήλεψε, όπως τότε μ’ Εκείνην, και αποφάσισε να γράψει ένα καινούργιο διήγημα με ηρωίδα τη μαθήτρια με τα γυαλιά μυωπίας. Αυτή τη φορά η πρωταγωνίστρια θα λεγόταν Ζαχαρούλα. Θα θύμιζε δύο ηρωίδες του Σεμπρούν (κι όχι του Αραγκόν): την Ισαβέλ που ήθελε να πάψει να είναι παρθένα, κι ας μην γνώριζε αμέσως την ηδονή, και την Μερθέδες που ήθελε να παραδοθεί στον μέλλοντά σύζυγό της, χαρίζοντάς του το κόκκινο άνθος της αθωότητάς της.

 

 

Προηγούμενο άρθροΟ καφές και το Μουσείο
Επόμενο άρθρο«Καβαλλάρια επί όνους δεσποινίδων»

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ