Ξένοι στην πατρίδα τους

0
132

Σωτηρία Καλασαρίδου.

Πρόκειται για ήρωες καθημερινούς και πρωτόγνωρους, καθώς γεννήθηκαν λογοτεχνικά από την εποχή μας, την ίδια στιγμή όμως μας φαίνονται τόσο οικείοι σαν να ξέφυγαν από το κάδρο μιας περασμένης εποχής που άλλοι την έζησαν ή οι νεότεροι έχουν ακούσει γι’ αυτήν από προφορικές ιστορίες των μεγαλύτερων. Κάπως έτσι μοιάζουν οι πρωταγωνιστές του καινούριου βιβλίου του Χρήστου Οικονόμου που φέρει τον τίτλο Το καλό θα ’ρθει από τη θάλασσα (Πόλις, Οκτώβριος 2014) και αποτελεί μια συλλογή τεσσάρων κεντρικών διηγημάτων, τα οποία αρθρώνονται σε ξεχωριστά κεφάλαια, και μιας πέμπτης ιστορίας, η οποία εξελίσσεται σταδιακά με το τέλος κάθε διηγήματος, θυμίζοντας ιντερμέδιο σε συνέχειες. Τα νήματα που συνέχουν τις ιστορίες και τους πρωταγωνιστές είναι ο ίδιος τόπος, ο παρών χρόνος, και η κοινή μοίρα. Σε ένα αιγαιοπελαγίτικο νησί, μη κατονομαζόμενο, στην Ελλάδα της οικονομικής κρίσης, άνθρωποι που εγκατέλειψαν τα μεγάλα αστικά κέντρα λόγω της ανεργίας, πασχίζουν να χτίσουν τη ζωή τους από την αρχή, ελπίζοντας σε ένα καλύτερο μέλλον.

Ο συγγραφέας επαναπροσδιορίζει εύστοχα και οριοθετεί διττά τον όρο «εσωτερικός μετανάστης», ο οποίος παλιότερα ήταν συνυφασμένος με την αστυφιλία, δίνοντάς του πλέον τη διάσταση του παρείσακτου. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, αντιστρέφει και μεταλλάσσει μια κατάσταση, αυτήν της επονομαζόμενης αποκέντρωσης, από ευκταία και ονειρική σε ανεπιθύμητη και εφιαλτική. Ο εν λόγω διφυής επαναπροσδιορισμός δεν συνιστά απλώς μια ακόμη εκδοχή του «ξένου» και μια διαφοροποιημένη έκφανση της ετερότητας, αλλά συμβάλλει στην ανασημασιοδότηση της έννοιας της πατρίδας. Είναι δυνατόν να αισθάνεται κανείς ξένος στη χώρα του; Να μην καταφέρνει να επικοινωνεί με ανθρώπους που μιλούν την ίδια γλώσσα; Να μην μοιράζεται μαζί τους τις ελπίδες και τα όνειρα, μολονότι έχουν κοινή Ιστορία; Τα ερωτήματα που ανακύπτουν από το βιβλίο του Οικονόμου δεν κρέμονται στο κενό, καθώς η ιδεολογική ραχοκοκαλιά του βιβλίου στήνεται μέσα από τις ευκρινείς απαντήσεις τους, χωρίς ο συγγραφέας να θολώνει το τοπίο για ζητήματα, που όπως τα παραπάνω, είναι πιθανό να κατατρύχουν τον κάθε αναγνώστη και συνάμα κάτοικο αυτής της χώρας. Και βέβαια εν προκειμένω, νευραλγικό ρόλο στην επίτευξη της προαναφερθείσας απόπειρας διαδραματίζει και ο τρόπος που ο συγγραφέας πραγματεύεται την έννοια της Μνήμης στον βαθμό που αυτή συνδέεται τόσο με το ατομικό τραύμα όσο και με το συλλογικό. Η εν λόγω διχοστασία αφενός αποκτά υπόσταση μέσα από την ανάδυση της προσωπικής ιστορίας κάθε ενός εκ των πρωταγωνιστών των διηγημάτων, αφετέρου το ατομικό νοηματοδοτείται μόνο ως μέρος του ευρύτερου συλλογικού κοινωνικο-πολιτισμικού πλαισίου, εν προκειμένω της ομάδας των «εσωτερικών μεταναστών» της Ελλάδας της κρίσης.

Είναι χαρακτηριστικό ότι οι συγκεκριμένοι ήρωες εξωτερικά δεν περιγράφονται εξονυχιστικά από τον συγγραφέα· δεν μας γνωστοποιούνται επί παραδείγματι λεπτομέρειες για το χρώμα των ματιών τους, την ακριβή τους ηλικία ή τις ιδιαιτερότητες του προσώπου τους. Οι μορφές τους είναι θολές, σχεδόν σαν φευγαλέες εντυπώσεις και, χωρίς ευκρινή περιγράμματα, μπορούμε να τις πλάσουμε, όπως σχεδόν θέλουμε. Εντούτοις, παρά την ασαφή εξωτερική εικόνα των ηρώων, η ισχυρή τους ταυτότητα γίνεται ο δίαυλος οικείωσης και ταύτισης μαζί τους μέσα από την ενδελεχή χαρτογράφηση των ενδόμυχων συναισθημάτων και των σκέψεών τους, καθώς διαβάζοντας τους μονολόγους ή τις συνομιλίες τους, μας επιτρέπουν να εισβάλουμε στα γρανάζια του μυαλού τους και κυρίως να κατανοήσουμε τους φόβους και τις προσμονές τους.

Η γλώσσα του Οικονόμου μας φέρνει μπροστά σε μια ιδιάζουσα κατάσταση: καλύπτει ένα ευρύ διάνυσμα με σημείο εκκίνησης τον λυρισμό ― έχοντας ως βασική μονάδα δόμησης την εικόνα σε περιγραφές που αφορούν κυρίως τη φύση ― και τέρμα την ακραία καταγγελία. Ειδικά, η καταγγελτική γλώσσα του Οικονόμου δεν είναι ταυτόσημη απλώς με την οξεία κριτική, αλλά θα έλεγε κανείς ότι από τη μια οι λέξεις στις οποίες ο συγγραφέας προσφεύγει για να υφάνει τον κειμενικό ιστό του είναι τοξικές, εμποτισμένες με δηλητήριο, από την άλλη ωστόσο ο τρόπος που τις δένει μετατρέπει την τοξικότητα σε μιθριδατισμό. Καταφέρνουν δηλαδή οι λέξεις να εισβάλλουν στο νευρικό σύστημα των αναγνωστών και χωρίς να προκαλούν έναν ακαριαίο αποτροπιασμό, έχουν χαρακτήρα εθιστικό στην ανοχή της απάνθρωπης ασχήμιας που έχει γεννήσει η κρίση, προκειμένου οι αναγνώστες να γίνουν μάρτυρες του μαρτυρίου των ηρώων και συνάμα συμμέτοχοι στο όνειρο. Ο έντονος ρυθμός των μονολόγων των πρωταγωνιστών μας συμπαρασύρει στη δύνη των δεινών τους και οι επαναλήψεις φράσεων, στίχων, λέξεων προικοδοτούν τον πεζό λόγο με μια μουσικότητα, η οποία λειτουργεί αντιστικτικά με το σκοτεινό θέμα των ιστοριών του βιβλίου.

Τα διηγήματα του Οικονόμου παρουσιάζουν κατά το ξετύλιγμα της αφήγησης μια κλιμακούμενη κορύφωση της αγωνίας, η οποία με τη λήξη των ιστοριών μένει στο ζενίθ της μετέωρη εκουσίως, δημιουργώντας μιαν ασάφεια ή καλύτερα μιαν αμφισημία που αποσκοπεί στην ενεργοποίηση της φαντασίας του αναγνώστη για το πιθανό τέλος των εν λόγω ιστοριών. Θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς πως πρόκειται για μια σκόπιμη, τεχνητή ατέλεια που κατατείνει στην κατάργηση της μίας και μοναδικής ερμηνείας, του ενός και αναπόδραστου τέλους σε κάθε μία ιστορία, χαρίζοντας στον πεζό λόγο μια ιδιότυπη ποιητικότητα, και ανεβάζοντας με αυτόν τον τρόπο τις μετοχές του λογοτεχνικού κειμένου στο χρηματιστήριο της τέχνης. Όμως το κλείσιμο των διηγημάτων του Οικονόμου μας προσφέρει κάτι περισσότερο από καλή λογοτεχνία: κρατά λίγο φως και μιαν υποψία ελπίδας, αφήνοντας τους ήρωες να αναπνεύσουν και να ζήσουν ακόμη και μετά το τέλος της ανάγνωσης.

 

kalo

Χρήστος Οικονόμου, Το καλό θα ΄ρθει από τη θάλασσα, Εκδόσεις Πόλις

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here