Βραχνό ραδιοκασετόφωνο (του Σταύρου Χατζηθεοδώρου)

0
219

 

του Σταύρου Χατζηθεοδώρου (*)

 

Διάβασα το βιβλίο του Ιάκωβου Ανυφαντάκη Ραδιοκασετόφωνο (Πατακης 2023) μέσα στο πλοίο για Τήνο ένα χειμωνιάτικο απόγευμα αρχές Δεκέμβρη. Ο χρόνος του βιβλίου, όσο και αυτός του ταξιδιού με διαλείμματα μικρής διαρκείας για καπνό στο κατάστρωμα.

Τα καλά βιβλία έχουν την ιδιότητα να σωματοποιούνται μέσα μας. Περνούν από το δέρμα στο αίμα και ταξιδεύουν από τις αρτηρίες παντού. Ως γνωστόν εξάλλου, το αληθινό μυαλό είναι το αίμα.

Κείμενα που άφησαν αποτύπωμα, ενώ με την πάροδο του χρόνου έχουμε ξεχάσει την ιστορία και τους ήρωές τους, όταν τα ξαναπιάνουμε στα χέρια μας το σώμα θυμάται και σαν ένα θετικό μετατραυματικό στρες βιώνει την ίδια συγκίνηση .

Βγαίνοντας από το καράβι αισθανόμουν υπέροχος και πιο ευγενής, σαν και η ανάγνωση και μόνο να σου προσθέτει μπόι. Είχα την ανάγκη να πιω. Αφού σε κάθε νησί που τιμά το όνομά του υπάρχει ένα μπαρ Κουρσάρος, έτσι και δω. Ακούμπησα τους αγκώνες στη μπάρα και έγραψα στον Ιάκωβο, με τον οποίο μέχρι τότε είχαμε ανταλλάξει δυο τρία “γεια”.

Μπράβο ρε μπαγάσα …έφτιαξες μια νουβέλα συγκίνησης, μα καθόλου συγκινητική, για πράγματα που ήξεραν να αντέχουν στο παρελθόν χωρίς ίχνος νοσταλγίας, μιλάς για τα πιο σοβαρά πράγματα του βίου χωρίς να χρησιμοποιήσεις ούτε μια σοβαρή λέξη.

Το ραδιοκασετόφωνο είναι ένα αντρικό βιβλίο. Οι γυναίκες υπάρχουν στο ημίφως του. Επεμβαίνουν, καθορίζουν, συνομιλούν. Έχω υπάρξει γιος πατέρα και πατέρας γιου. Βούτηξα μέσα. Τρεις γενιές αντρών -της ίδιας οικογένειας- παλεύουν με τα φαντάσματα μέσα τους. Ιστορία μνήμης και συμφιλίωσης, όπου ο καθένας αναζητά και επιδιώκει την αγάπη, αλλά δεν ξέρει τον τρόπο. Στο βάθος ένας πατέρας που δεν έγινε ποτέ μπαμπάς.

 

Είχε ο πατέρας του κάποιες, είχε ο Ηλίας κάποιες άλλες κάνανε με αυτές τη δουλειά τους, αλλά οι λέξεις τους δεν συναντιούνταν πραγματικά. Υπήρχαν οι λέξεις για τα άμεσα και τα απαραίτητα, “έλα”, “νερό”, “φύγε”, “λεφτά”, “φαγητό”, “πονάω”. Με αυτές εντάξει. Μετά όμως το απόλυτο κενό. Για όλα τα αλλά σημαντικά ή μη, δεν είχαν τρόπο να μιλήσουν.

 

Κεντρικός ήρωας ο Ηλίας, ένας σαρανταπεντάρης που έχει τα πάντα στη ζωή του, αλλά και τίποτα. Πετυχημενάκιας, ο άντρας που για να καθίσει πρέπει να κόψει όλα τα δέντρα που είναι γύρω του, όπως λέει ο Κωστής Παπαγιώργης. Ακριβό αυτοκίνητο, τρία μαγαζιά, σπίτια και πολλά χρήματα. Στα προσωπικά, ένα στραπάτσο. Αλητοοικογενειάρχης, καταφερτζής, αλλά και ψυχούλα. Γνωρίζει πως υπήρξε λειψός απέναντι στον πατέρα, τη μάνα, την πρώην γυναίκα, τη γκόμενα και το γιο του. Νιώθει στριμωγμένος. Ο τόπος που συμβαίνουν, το Ηράκλειο και τα χωριά στο Οροπέδιο. Από την πρώτη σελίδα μαθαίνουμε για τον θάνατο του πατέρα του, Δημήτρη. Σπουδαίος γιατρός των ορεινών της περιοχής. Αριστερός με δράση και εξορίες παλαιοτέρα, αλληλέγγυος, υποστηρικτικός, αγαπητός στους κατοίκους τώρα. Διεκπεραίωση, αγγαρεία η τελετή για τον Ηλία. Θέλει να τελειώνει χωρίς να βρέξει κώλο. Το μόνο που τον απασχολεί είναι το φευγιό της Νικόλ, μιας μπαλαρίνας που για χάρη της εγκατέλειψε γυναίκα και παιδί.

 

Ο πατέρας του φανταζόταν έναν καλύτερο κόσμο μέσα από το Κόμμα. Ο Ηλίας μέσα στα πόδια της Νικόλ. Κι ο πατέρας του ήταν τώρα νεκρός. Ο Ηλίας χωρίς τη Νικόλ. Καμία διαφορά. Νεκρός.

 

Παρέα με τον έφηβο γιο του Μαρίνο ξεκινούν να τακτοποιήσουν τα της κηδείας. Ταξίδι αυτογνωσίας και λύτρωσης. Υποτυπώδης και αμήχανη επικοινωνία.

 

-Πάμε στο χωριό. Πέθανε ο παππούς, του είπε ο Ηλίας και παρατήρησε το πρόσωπο του παιδιού, να δει αν θα έκλαιγε. Το παιδί κοίταξε με τη σειρά του τον πατέρα του, να δει αν θα έκλαιγε αυτός .

 

Το υπερπολυτελές τζιπ τον προστατεύει από τις κακοτοπιές του δρόμου για το Οροπέδιο αλλά όχι από τον έσω εαυτό του, καθώς εικόνες, μυρωδιές, μνήμες ζωντανεύουν και του ζητούν το λόγο. Καλά κρυμμένα μυστικά ψάχνουν απόκριση. Αισθάνεται ότι η ψυχή πληρώνει ακριβό νοίκι στο σώμα. Κορυφαία σεκάνς του βιβλίου αυτή που ο Ηλίας και ο γιος του βρίσκονται στο πατρικό σαν ξένοι σε ξένο τόπο .

Τί είναι άραγε το ραδιοκασετόφωνο;

Ένα βιβλίο για την ηθική και το τραύμα του χωρισμού;

Ένα βιβλίο για τα πράγματα που ήταν φτιαγμένα να αντέχουν -με όποιο τρόπο- όπως οι ιδέες, οι σχέσεις, ο γάμος;

Ένα βιβλίο για την διαχείριση του έρωτα, ως δώρου και κατάρας ταυτόχρονα;

Ένα βιβλίο για τον ρόλο του γονιού μέσα στο αξιακό σύστημα του καθενός;

Ένα βιβλίο για τον θάνατο των γονιών και τη λυτρωτική δράση του στον ψυχισμό των παιδιών;

Ίσως ναι, ίσως και όχι .

Οι λέξεις του Ανυφαντάκη απλά υλικά, χειροποίητα, χαμηλόφωνα, μακριά από κάθε είδους κατασκευή. Ακροβατούν μεταξύ σαρκασμού, φάρσας και υπαινικτικότητας.  Πολύπτυχο. Ζωντανοί διάλογοι, αληθινοί, με ακριβή, αφοπλιστική προφορικότητα.

Συνεχίζοντας την παράδοση των τελευταίων χρόνων όπου καλοί Έλληνες πεζογράφοι όπως ο Γρηγοριαδης, ο Δαββέτας, ο Μαγκλίνης , ο Κυθρεώτης, είτε βιογραφούν τους πατεράδες τους, είτε γράφουν για πατεράδες, αποκρυπτογραφώντας το βάρος και την σκιά τους, ο Ανυφαντάκης μας δίνει μια ώριμη νουβέλα αντάξια του προηγούμενου έργου του.

 

 

(*) Ο Σταύρος Χατζηθεοδώρου είναι εκπαδευτικος. Το κείμενο αυτό ειπώθηκε, στην παρουσίαση του βιβλίου στο Zatopek βιβλιοπωλείο- καφέ, στις 19/12/23

Προηγούμενο άρθροΟ Νεοϊμπρεσιονισμός στο Μουσείο Γουλανδρή
Επόμενο άρθροΣύγκριση: τρία βιβλία για την Ταξιαρχία Αόπλων Ρούμελης (του Δημήτρη Φύσσα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ