του Γιάννη Ν.Μπασκόζου
Το αυξανόμενο ενδιαφέρον για τα αστυνομικά μυθιστορήματα έχει ωθησει τους εκδότες στην αναζήτηση νέων συγγραφέων ή παλιότερων “άγνωστων” ενώ έχει δώσει στους νεότερους συγγραφείς το κίνητρο αναζήτησης νέων περεχομένων και νέων, περίπλοκων μερικές φορές, αφηγηματικών τρόπων παρουίασης τους. Μια επιλογή καλών, πολύ διαφορετικών αστυνομικών μυθιστορημάτων που κυμαίνονται από το κλασικό νουάρ έως το docufiction. Οι ιστορίες τους ποικίλουν από το κλασικό βρετανικό μαύρο μυθιστόρημα του Raymond στο α λά Γιάννη Μαρή του Αποστολίδη και από εκεί στις πραγματικές ιστορίες εγκλημάτων του Ράγκου, στο γευστικό μυστήριο του Hillenbrand και τέλος στα πιο σύγχρονα του Μπυσί και του Παπαναστασίου.
Tom Hillenbrand, Φονικές ελιές, μτφρ. Μιχάλης Αθανασιάδης, Ποταμός
Είναι γνωστό ότι ορισμένοι αστυνομικοί συγγραφείς του Νότου αρέσκονται να περιλαμβάνουν στις ιστορίες τους κάποιες γευστικές σπεσιαλιτέ της πατρίδας τους (Καμιλέρι, Μονταλμπάν, Μάρκαρης) . Εδώ έχουμε όμως έναν βόρειο συγγραφέα (Γερμανό), ο οποίος έχει ως κεντρικό χαρακτήρα έναν σεφ και το αφήγημα βρίθει συνταγών και γευστικών προτάσεων αντλημένες νομίζεις από τον περίφημο οδηγό μαγειρικής του George Auguste Escoffier ή από τις τελευταίες εκδόσεις των πιο γκουρμέ περιοδικών της κεντρικής Ευρώπης. Κάθε ιστορία του Hillenbrand έχει επίκεντρο ένα γευστικό προιόν, εδώ την ελιά. Μαθαίνω το επόμενο βιβλίο του που θα κυκλοφορήσει (πάλι από τον Ποταμό) στη χώρα μας θα έχει στο επίκεντρο την σοκολάτα. Ο κεντρικός ήρωας του, Κιφερ, είναι σεφ και ιδιοκτήτης μιας ιδιαίτερα απαιτητικής γκουρμέ ταβέρνας. Ο φίλος Αλεσάντρο προμηθευτής εξαιρετικού λαδιού εξαφανίζεται και ο Κίφερ μετατρέπεται σε ντεντέκτιβ. Πίσω από την εξαφάνιση του Αλεσάντρο κρύβεται ένα μεγάλο κύκλωμα νόθευσης του δήθεν παρουσιαζόμενου ως «extra virgin» ελαιόλαδου το οποίο συνδέει Τουρκία, Αμερική, Ιταλία και Γερμανία. Το κύκλωμα έχει πολλές παραφυάδες, παράνομα κυκλώματα , Μαφία, Ντραγκέτα αλλά και μεγάλες εξαγωγικές πολυεθνικές επιχειρήσεις. Ο Κίφερ έχει τα χαρακτηριστικά του ατρόμητου ερασιτέχνη ντετέκτιβ που χώνει τη μύτη του εκεί που δεν τον σπέρνουν. Η ιστορία έχει ρυθμό και κυρίως ύφος. Ανάμεσα στις σελίδες μαθαίνεις ένα σωρό πράγματα για τις συνταγές σε Λουξεμβούργο (ο Κίφερ είναι λούξος), Βόρεια Ιταλία, Βρυξέλλες, Παρίσι. ΟΙ γευστικές ορολογίες κατακλύζουν τις αφηγήσεις και σε αναγκάζουν να γυρίσεις στις πίσω σελίδες διαβάζοντας με κέφι συνταγές και προϊόντα σε σημείο που αν ταξιδέψεις στο Λουξεμβούργο ή στο Μιλάνο το παίρνεις μαζί σου για ταξιδιωτικό οδηγό. Περιμένω το επόμενό του.
Γιάννης Ράγκος, Ξεχασμένα πρωτοσέλιδα του 20ου αιώνα, Αλεξάνδρεια
Ο Γιάννης Ράγκος είναι συγγραφέας αστυνομικών ιστοριών που στηρίζονται σε ντοκουμέντα. Στο βιβλίο του, Μυρίζει αίμα (Καστανιώτης) αφηγείται την ιστορία των πρώτων σίριαλ κίλερ στην Ελλάδα, των γερμανών Χέρμαν Ντουφτ και Χανς Μπασενάουερ, οι έρχονται ως τουρίστες αλλά διαπράττουν έξι ειδεχθείς δολοφονίες και πέντε ληστείες, επιλέγοντας τυχαίους στόχους. Γραμμένο λιτά, κερδίζει σε ύφος και ένταση. Στα Ξεχασμένα πρωτοσέλιδα του 20ου αιώνα (Αλεξάνδρεια) επιλέγει ιστορίες αστυνομικού/πολιτικού χαρακτήρα παρουσιάζοντας τις μέσα από ένα μοντάζ ντοκουμέντων, σχεδόν με μικρή παρέμβαση του. Πρόκειται για 15 καθαρά ρεπορτάζ που δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά της εποχής που παρουσιάζονται με συμπληρωμένα ντοκουμέντα έτσι που να αποκτούν τη στέρεη δομή ενός ολοκληρωμένου αφηγήματος. Μεταξύ αυτών υπάρχουν γνωστές ιστορίες και άλλες εντελώς ξεχασμένες. Για παράδειγμα είναι γνωστή απόδραση των 8 κομμουνιστών από τις φυλακές Συγγρού, η «αινιγματική» αυτοκτονία του Καρυωτάκη. Αλλά η πρώτη αεροπειρατεία στην Ελλάδα από 6 πολύ νεαρά παιδιά για να πάνε στην Γιουγκοσλαβία έχει σασπένς και χιούμορ αν σκεφτείς ότι απειλούσαν με ένα κλαδευτήρι κι ένα σουγιά. Το ποιο εντυπωσιακό για μένα ήταν το επεισόδιο με τον κρατούμενο για φόνο Παναγιώτη Μαρίνο που συλλαμβάνει μέσα στο κελί του με την απειλή όπλου τον βουλευτή του χωριού του Λάμπρο Ευταξία αξιώνοντας να του δοθεί χάρη. Εκτός από το σασπένς που παρακολουθεί κανείς με καταγραφή λεπτό προς λεπτό αξιοσημείωτες είναι οι αντιδράσεις των πολιτικών, του πρωθυπουργού Μεταξά, του Βασιλιά Γεωργίου Β΄, των κρατικών θεσμών και άλλων. Ο Γ. Ράγκος γράφει σφικτά, χωρίς λεκτικά μπιχλιμπίδια δίνοντας έμφαση στο γεγονός της στιγμής, στην κλιμακούμενη ένταση, στην ασφυξία των δεδομένων, στο κομφούζιο των υπευθύνων προσφέροντας ένα σύγχρονο νουάρ.
Ανδρέας Αποστολίδης, Το φάντασμα του μετρό. Το φάντασμα επιστρέφει., Άγρα
Όχι, δεν έχει φαντάσματα, μάλλον φαντομάδες που σκάβουν λαγούμια και πράττουν ληστείες. Δύο ιστορίες που συνδέονται μεταξύ τους. Ο Αποστολίδης έχει μια μακρά πορεία στο αστυνομικό μυθιστόρημα. Ως μεταφραστής και κριτικός αγαπάει το κλασικό αμερικάνικο αλλά και το κλασικό ελληνικό, δηλαδή τον Γιάννη Μαρή. Σε αυτές τις δύο ιστορίες που αν και απέχουν αρκετά χρόνια συνομιλεί με τον Μαρή, στο ύφος, στα πρόσωπα, την αθηναιογραφία. Η πρώτη ιστορία είναι η ληστεία (κινηματογραφική σχεδόν) της Επενδυτικής Πρόνοιας», μιας τράπεζας εδραιωμένη στο πολιτικό και κοινωνικό σκηνικό της εποχής του ΄90. Την εξιχνίαση έχει αναλάβει ένας πρώην άξεστος και άσημος αστυνομικός, ο Ηλίας Σούλης, που πια έχει ανέβει στην ιεραρχία του Σώματος. Κλασικός τακτοποιημένος εργένης αλλά με αίσθηση του καθήκοντος και εμμονή στην εξιχνίαση εγκλημάτων. Η υπόθεση που του ανατίθεται, η εξιχνίαση της ληστείας της «Επενδυτικής» , έχει πολλά πλοκάμια που ακουμπούν την κυβέρνηση, την αστυνομία ενώ κάποια άλλα πλοκάμια βρίσκονται στο εξωτερικό. Στην υπόθεση μπλέκονται οι συνήθειας ύποπτοι, μικροκακοποιοί, δημοσιογράφοι, ο ιδιωτικός αστυνομικός Λίβας , μπον βιβάν της κοσμοπολίτικης Αθήνας και φυσικά ξανθές καλλονές. Όταν στραβώσει η «δουλειά» οι βασικοί ήρωες αποδομούνται αλλά αναλαμβάνουν άλλοι να καλύψουν την υπόθεση. Η δεύτερη υπόθεση είναι επίσης μια κινηματογραφική ληστεία που γίνεται στις θυρίδες ενός υποκαταστήματος της «Επενδυτικής Πρόνοιας». Εδώ οι ήρωες ανήκουν στην καλή Αθήνα, χρηματιστές, θεατρικοί επιχειρηματίες, μοιραίες γυναίκες, σύζυγοι με σκοτεινούς ρόλους. Μια μεγάλη νεροποντή θα κάνει τα υπόγεια της «Επενδυτικής» να πλημμυρίσουν οπότε και οι θυρίδες θα μεταφερθούν αλλού. Το φάντασμα θα ξανακτυπήσει. Είναι η σημερινή εποχή της κρίσης, προχωρούν οι εργασίες του μετρό σε πολλές νέες περιοχές και οι κάτοικοι έχουν αρχίσει να συνέρχονται από το κόβιντ. Τις δύο ιστορίες συνδέει ένα πρόσωπο που παίζει καταλυτικό ρόλο.
Ο Αποστολίδης σκιτσάρει τις δύο Αθήνες του ΄90 και του σήμερα, πιστοποιώντας ότι όλα έχουν αλλάξει και όλα είναι ίδια. Χρηματιστές και κομπιναδόροι συνεχίζουν να παίζουν παιχνίδια σε βάρος του κοινωνικού συνόλου. Όμορφες ιστορίες που όπως ίσως σας θυμίζουν πραγματικά γεγονότα. Η αφήγηση είναι σύγχρονη, στακάτη, με χρήσιμες λεπτομέρειες, πρόσωπα με ένταση, ιστορίες με ίντριγκα και σασπένς και πάνω από όλα υπόγειες κοινωνικές «συνδηλώσεις» σε μια δεύτερη ανάγνωση.
Τάσος Παπαναστασίου, Κρυφό αίμα, Μεταίχμιο
Αστυνομική ιστορία με έντονο κοινωνικό χαρακτήρα. Ο συγγραφέας μπαίνει στα άδυτα των παραβατικών οπαδών. Τις ιεραρχίες, τους τσαμπουκάδες, την ομερτά, το ξύλο στους αντίπαλους, τις συγκρούσεις με την αστυνομία. Όλα ξεκινάνε από τη μέση τακτοποιημένη ή τη φτωχή οικογένεια με την ανέχεια, την υποκρισία, την ανισότητα στα ζευγάρια των παντρεμένων , όταν τα αγόρια αποφασίζουν να αντιδράσουν με τον λάθος τρόπο. Ο μικρός Γιώργος ζει σε μια μίζερη οικογένεια με μηδαμινή κουλτούρα, ασφυκτιά και η μόνη διέξοδος να αποκτήσει ανεξαρτησία είναι οι μικροσυμμορίες. Μαζί με τον φίλο του Μιχάλη και τον Μίλτο θα γνωρίσουν τον Μεγάλο, ηγέτη και κουμανταδόρο μιας οπαδικής συμμορίας, τα μέλη της οποία εκτός από το να υποστηρίζουν την ομάδα τους όπου κι αν παίζει αυτή, καταγίνονται σε παρανομίες, εκβιασμούς, συμπλοκές. Ραπ, ναργιλέδες, χασίς, γήπεδο, ξύλο αυτή είναι η καθημερινότητα των παιδιών που αναζητούν διέξοδο στην ένταση και τις σφύζουσες ορμόνες της ηλικίας τους. Ο Γιώργος θα κληθεί να περάσει εξετάσεις για να μπει στη συμμορία, θα χρειαστεί να δείρει έναν τραβεστί παλιό συμμαθητή και φίλο του. Το τραβέλι θα πεθάνει τρεις ημέρες μετά, ο Γιώργος θα φάει πολύ ξύλο στην αστυνομία αλλά δεν θα μαρτυρήσει. Ο αστυνόμος Απτόσογλου και η συνεργάτις του Αντιγόνη θα κληθούν να ασχοληθούν με αυτόν τον γκρίζο κόσμο και τους νεαρούς παραβάτες, ξεκινώντας το ψάξιμο από τις οικογένειες τους. Και οι δύο αστυνομικοί με ψυχολογικά προβλήματα σέρνουν τα προσωπικά τους προβλήματα από το σπίτι στο Τμήμα και αντιλαμβάνονται πως όχι λίγες φορές είναι δύσκολο να τα επιλύσουν με καθαρές προτάσεις. Ο Τάσος Παπαναστασίου αναζητά κοινωνικές εξηγήσεις για την κατηγορία αυτή των νέων και ταυτόχρονα στήνει ιστορία με σασπένς, πολλά πρόσωπα, απανωτά γεγονότα και αφηγηματική πλοκή με έντονο ρυθμό.
Μισέλ Μπυσσί, Τρεις ζωές την εβδομάδα, μτφρ. Σταύρος Παπασταύρου, Πατάκης
Ο Μπυσσί είναι γνωστός στη χώρα μας και από τα προηγούμενα βιβλία του, το Η νέα Βαβέλ, το Τίποτα δεν σε σβήνει, τον Κώδικα Αρσέν Λουπέν και άλλα. Ξεχωρίζει πάντα για την ευρηματικότητα των ιστοριών του. Στο Τριες ζωέςτην εβδομάδα πρωταγωνιστεί αν και εμφανίζεται νεκρός από τις πρώτες σελίδες ο 46χρονος Ρενό Ντυβάλ, ο οποίος βρίσκεται νεκρός στην κοιλάδα του Μεζ στα βουνά των Αρδεννών, στα σύνορα Γαλλίας – Βελγίου. Στο αμάξι του μεκρού ανακαλύπτονται τρεις άδειες οδήγησης στις οποίες τα ονόματα στα οποία είναι εκδομένες διαφέρουν αλλά η ημερομηνία γέννησης και η φωτογραφία του νεκρού είναι ίδιες. Η αστυνόμος Κατέλ Μαρέλ θα αναλάβει τη διαλεύκανση του περίεργου θανάτου και ψάχνοντας ανακαλύπτει ότι υπάρχουν τρεις γυναίκες, η μία είναι η γυναίκα του και άλλες δύο ερωμένες που τον περιμένουν. Η κάθε μία στις ανακρίσεις θα ισχυριστεί ότι είναι η μία και μοναδική αγάπη του νεκρού Ρενό.. Η πρώτη ήταν η γυναίκα του Νανές. Ζούσε σε ένα τεράστιο κτήμα και επέβλεπε εβδομήντα περίπου παιδιά που είχαν ανάγκη προσωρινά. Ζούσαν με τον Ρενό 28 ολόκληρα χρόνια μαζί. Η δεύτερη ήταν η ερωμένη του Βίκυ, που νόμιζε ότι τον Ρενό τον έλεγαν Χανς και ήταν νταλικιέρης γι αυτό και ερχόταν στο σπίτι της ελάχιστες ημέρες τον μήνα. Υπήρχε τέλος και μία τρίτη που ζούσε στο Παρίσι η όμορφη και θελκτική Ελεά. Υπήρχε βεβαίως και η μητέρα του, η Μίνα, ζούσε με τσιγγάνους στην τότε Τσεχοσλοβακία, αλλά έβαλε φωτιά στον δεσποτικό Λίμπορ, με τον οποίο συζούσε, έναν μαριονετίστα αλλά και συνεργάτη της μυστικής αστυνομίας και λαθρέμπορο δυτικών αγαθών στην Τσεχοσλοβακία. Έφυγε με άλλα χαρτιά στη δύση και γέννησε τον Ρενό. Όλοι αυτοί διαπλέκονται με άλλα πρόσωπα που γνώριζαν τον Ρενό έχοντας ο καθένας να αφηγηθεί μια πτυχή της ιστορίας. Ιντριγκαδόρικο και πιασάρικο μυθιστόρημα.
Derek Raymond, Απρίλης φονιάς, μτφρ. Όλγα Καρυώτη, έρμα
Πρόκειται για το δεύτερο μυθιστόρημα της σειράς αστυνομικών μυθιστορημάτων Factory του Derek Raymond. Τον γνωρίσαμε από το Πέθανε με τα μάτια ανοιχτά και το Ήμουν η Ντόρα Σουάρεζ (όλα από τις εκδόσεις Έρμα). Βρετανός μποέμ τύπος ο συγγραφέας και ολίγον τυχοδιώκτης εκπροσωπεί το καλό βρετανικό νουαρ. Ο συγγραφέας παρουσιάζει το μυθιστόρημά του μέσα σε ένα ζοφερό περιβάλλον σχεδόν με ένα νατουραλιστικά τρόπο. Ο αναγνώστης μαθαίνει εξαρχής ποιος διέπραξε την πράξη πριν ακόμη συμβεί η δολοφονία. Και ενώ υπάρχουν κάποιες αποκαλύψεις σχετικά με τα κίνητρα πίσω από αυτήν στο τέλος, αυτά δεν αποτελούν στην πραγματικότητα την κινητήρια δύναμη του μυθιστορήματος. Ο αφηγητής, ένας ανώνυμος αστυνομικός επιθεωρητής, που τον έχει χρησιμοποιήσει και σε άλλα μυθιστορήματά του, καταφέρνει να αναγνωρίσει τον δολοφόνο αρκετά νωρίς, και αυτό που κρατά το μυθιστόρημα ζωντανό είναι η προσπάθειά του να αποδείξει πραγματικά ότι ήταν αυτός, καθώς και να καταλάβει το υπόβαθρο του εγκλήματος. Η ιστορία αρχίζει με ένα πτώμα που βρίσκεται τεμαχισμένο σε μια σιταποθήκη. Η αστυνομία δεν θα δώσει μεγάλη σημασία στην υπόθεση αλλά ο ανώνυμος αφηγητής θα μπει στη δίνη των εξελίξεων για να βρει τον μίτο του ποιος βρίσκεται πίσω από τον αποτρόπαιο φόνο. Είναι από τα μυθιστορήματα που σε πιάνουν από τον γιακά και σε τραβάμε μέχρι το τέλος.


























