Βιβλία μυστηρίου και το φως που κρύβουν μέσα τους (του Χαράλαμπου Δημητρίου)

0
349

του Χαράλαμπου Δημητρίου (*)

 

Αρχίζοντας την ανάγνωση του δεύτερου τόμου της σειράς του Κλαμπ των Χαμένων, το βιβλίο με τίτλο, Στο σκοτάδι των σκοταδιών και ακόμα παραπέρα, επιβεβαίωσα αυτό που ένιωσα και με τον πρώτο τόμο, ότι δηλαδή η συγγραφέας των Χαμένων, Άννα Κουππάνου, γράφει κάτι αισθητά πιο σύνθετο από αυτό που συμβαίνει στις σειρές βιβλίων με πρωταγωνιστές παιδιά ή νεαρά άτομα.  Στη συνέχεια θα αναφερθώ σε κάποιους άξονες όπως τους είδα να προβάλλουν διαβάζοντας τους δύο τόμους της σειράς.

Οι εξελισσόμενοι χαρακτήρες

Η περιπέτεια στο Κλαμπ των Χαμένων δεν ολοκληρώνεται με το τέλος του πρώτου βιβλίου (όπως γινόταν στα παλαιότερα βιβλία του είδους). Τα τέσσερα παιδιά, ο Αντώνης Χρυσός, ο Ντίνος Λούλης, ο Στέφανος Αυγερινός και η Λίζι Γκριν, που είναι και οι βασικοί χαρακτήρες στη σειρά, αφού «έσπασαν τον κόσμο», καλούνται αυτή τη φορά να ανακαλύψουν τι συμβαίνει στον νέο κόσμο, που προβάλλει γενικότερα για όλους και ειδικότερα για εκείνους, ώστε να βρουν τον τρόπο για να «φτιάξουν» τα πράγματα.

«Φτιαγμένοι» με πολλή προσοχή από την Άννα Κουππάνου, ο καθένας και η καθεμιά από τους ήρωες έχει τα δικά του/της χαρακτηριστικά (κάτι που παρατηρούσαμε και στους παλαιότερους συγγραφείς του είδους) αλλά οι ήρωες αυτοί δεν είναι στατικοί. Αντίθετα, είναι αυθεντικοί. Εξελίσσονται, ωριμάζουν, είναι ανθρώπινοι… Εκτίθενται στα μάτια μας, έχοντας ρεαλιστικές αντιδράσεις, παρόλα τα μεταφυσικά γεγονότα που συμβαίνουν γύρω τους. Οι έφηβοι πρωταγωνιστές και η έφηβη πρωταγωνίστρια ερωτεύονται, ζηλεύουν, τσακώνονται και μετά τα ξαναβρίσκουν για να συνεργαστούν πιο δυνατοί από ποτέ.

Στον δεύτερο τόμο των Χαμένων, εμείς οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες, γνωρίζουμε τους ήρωες και τις ηρωίδες καλύτερα, παρατηρώντας τη διαδικασία κατά την οποία και οι ίδιοι/ίδιες  γνωρίζουν τον εαυτού τους, ενώ παράλληλα έχουμε περισσότερη επαφή και με τα δευτερεύοντα πρόσωπα της ιστορίας (π.χ. την κα Αυγερινού, τον πατέρα της Λίζι, τον κύριο Πελοπίδα κ.ά.), λαμβάνοντας έτσι την ευκαιρία να ταυτιστούμε ή/και να αναλογιστούμε διάφορα που προκύπτουν από τις αντιδράσεις τους. Ίσως τελικά μέσω της διαδικασίας της ανάγνωσης να ανακαλύπτουμε κι εμείς καλύτερα τον δικό μας εαυτό. Αυτό που πρέπει λοιπόν να σημειώσω είναι ότι:

Στο δεύτερο βιβλίο των Χαμένων, η πλοκή γίνεται το όχημα για την εξέλιξη των ηρώων. Η Κουππάνου τσαλακώνει τους ήρωές της, και στη συνέχεια τους εκθέτει ξανά αναδημιουργημένους μπροστά μας. Δεν τους εξιδανικεύει, αλλά τους κάνει τόσο ανθρώπινους, έτσι ώστε ο αναγνώστης και η αναγνώστρια (ειδικότερα ο έφηβος και η έφηβη), να νιώσουν, να προβληματιστούν, να καταλάβουν ή και να ταυτιστούν.

Για τον λόγο αυτό, ενώ η Λίζι Γκριν έχει ιδιαίτερες δυνάμεις, δεν παρουσιάζεται σαν υπερηρωίδα. Αντίθετα, είναι ένα έφηβο κορίτσι που ανακαλύπτει τον εαυτό του (όπως και οι υπόλοιποι βασικοί χαρακτήρες του βιβλίου), προσπαθώντας παράλληλα να κάνει τον κόσμο γύρω του καλύτερο.

 

Η αφηγηματική φωνή

Οι γραμμικές αφηγήσεις από έναν παντογνώστη αφηγητή και οι διάλογοι που προωθούν, σχεδόν αποκλειστικά, τη δράση μέχρι να επιλυθεί κάθε φορά ένα μυστήριο, δεν είναι αυτό που αντιμετωπίζει ο κάθε αναγνώστης και η κάθε αναγνώστρια που αρχίζει να διαβάζει τις σελίδες του δεύτερου τόμου των Χαμένων. Αυτό αποκαλύπτει ότι τα βιβλία περιπέτειας και μυστηρίου για παιδιά έχουν εξελιχθεί, και η Άννα Κουππάνου, με τη σειρά του Κλαμπ των Χαμένων, βάζει μια διαφορετική και σαφέστατα πιο σύνθετη πρόταση στις αναγνωστικές μας επιλογές.

Ταυτόχρονα με τον πειραματισμό στην πλοκή/περιεχόμενο και στις συγγραφικές τεχνικές, η Κουππάνου πειραματίζεται και με τον ίδιο τον ρόλο του αφηγητή. Ενώ γενικότερα στα βιβλία της υπάρχει ένας παντογνώστης αφηγητής που μας μεταφέρει (κάνοντας χρήση παρελθοντικών χρόνων) με κάθε λεπτομέρεια τόσο την εξωτερική δράση (τις ενέργειες των ηρώων και των γύρω τους), όσο και την εσωτερική (τις εσωτερικές διεργασίες που συμβαίνουν στο μυαλό και την καρδιά τους), η αφηγηματική φωνή κάνει επίσης αισθητή την παρουσία της και με έναν πιο άμεσο τρόπο, στρεφόμενη προς εμάς, τους αναγνώστες και τις αναγνώστριες, με μια τεχνική «α λα Λέμονι Σνίκετ».  Έτσι, άλλοτε μας κατευθύνει και μας ενημερώνει, δημιουργώντας έξυπνες μεταφορικές εικόνες:

«Τώρα, αγαπητοί και αγαπητές μου, είναι η στιγμή για να αλλάξετε εικόνες και να φέρετε στο μυαλό σας κάτι άλλο: Βελάκια που φεύγουν σαν βολίδα από διαφορετικά σημεία του Ανθόπυργου και με διαφορετικούς προορισμούς.»

Και άλλοτε σχολιάζει, χωρίς να επεμβαίνει:

«Πίσω του ήταν ο Αντώνης Χρυσός με τα μάτια υπογραμμισμένα με μαύρο μολύβι – καλά, αυτός έτσι κοιμόταν;- και πιο πίσω ο Ντίνος Λούλης ο οποίος…»

Κάποιες φορές αυτή η αφηγηματική φωνή κρατά τον ρόλο του παντογνώστη, δημιουργώντας προλήψεις κι ετοιμάζοντας μας για τη συνέχεια:

«Ο γιος της είχε τώρα το βλέμμα «είμαι ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος του κόσμου» και αυτό γιατί βέβαια δεν είχε ιδέα για όλα αυτά που βρίσκονταν στον δρόμο και έρχονταν καταπάνω του σαν νταλίκα δίχως φρένα. Κι ύστερα  έγινε κάτι που η Μάρθα Αυγερινού δεν το περίμενε…»

και άλλες προσποιείται ότι δεν γνωρίζει τα πάντα:

«Από τα μάτια του Στέφανου έτρεχαν τώρα μικρές σταγόνες, μάλλον επειδή ψιλόβρεχε, αλλά ίσως και να κάνω λάθος…»

Αυτή η εναλλαγή αλλά και η δημιουργία μιας ξεχωριστής οντότητας συγγραφέα-αφηγητή δίνει φρεσκάδα και αμεσότητα στο κείμενο. Έτσι, η αφηγηματική φωνή και κατά συνέπεια η συγγραφέας, δημιουργεί έντονες σχέσεις με τους αναγνώστες και τις αναγνώστριές της. Σχέσεις μάλιστα που της επιτρέπουν να «συμμαχήσει» μαζί τους, έτσι ώστε να μπορέσει να φτάσει όσο πιο βαθιά γίνεται στον εσωτερικό κόσμο των ηρώων της.

 

Η φιλοσοφία

Η Άννα Κουππάνου, επινοώντας την ικανότητα της Λίζι να νιώθει τις ιστορίες των αντικειμένων και των ανθρώπων όταν τους ακουμπά, ωθεί το βιβλίο της σε άλλα νερά – παραπέρα από την μυθοπλασία – αφού  η φιλοσοφική διάθεση που διακρίνει το γράψιμό της γενικότερα έρχεται να σταθεί επάξια απέναντι στην ευφάνταστη πλοκή. Διαβάζουμε στο βιβλίο:

«…Γύρω μας, παντού, υπάρχουν σκέψεις, αναμνήσεις, συναισθήματα αποτυπωμένα, καλά προφυλαγμένα μέσα στα αντικείμενα. Είναι όλα αυτά που οι άνθρωποι έζησαν και ζουν χιλιάδες χρόνια τώρα. Αυτά τα συναισθήματα, ακόμη και αν δεν είναι και τόσο όμορφα, κάνουν τον κόσμο μας ανθρώπινο….»

Πάρτε μερικά δευτερόλεπτα λοιπόν και αναλογιστείτε το τι θα συμβεί αν ακουμπήσετε π.χ. τον Παρθενώνα, έχοντας την ικανότητα της Λίζι.

Οφείλουμε να σημειώσουμε ότι ο δεύτερος τόμος των Χαμένων είναι διάσπαρτος με φράσεις σοφίας, αφήνοντας να διαφανεί η κατάρτιση και η ψυχοσύνθεση της συγγραφέως η οποία είναι εκπαιδευτικός και Διδάκτωρ της Φιλοσοφίας της Παιδείας. Διαβάζουμε σε άλλο σημείο του βιβλίου:

«Η ηρεμία είναι μια παράδοξη κατάσταση. Όταν την έχεις, τη βαριέσαι – σαν ένα παλιό ρούχο ένα πράγμα. Όταν δεν την έχεις, τη θέλεις, τη θέλεις πολύ – σαν καινούριο ρούχο, της βιτρίνας.»

Και αλλού:

«Η αγάπη δεν μας αφήνει ποτέ… …Ούτε οι άνθρωποι. Μένουν πίσω μέσα στις αναμνήσεις και στα πράγματα».

Μέσω της φιλοσοφικής της διάθεσης και της αφηγηματικής της δεξιότητας, η Κουππάνου ακουμπά θέματα όπως είναι η αγάπη, το πεπρωμένο, ο φόβος, η απώλεια. Σε άλλα σημεία της αφήγησης, η συγγραφέας αναφέρεται στην απώλεια:

«Κανένας δεν χάνεται. Πάντα κάτι μένει. Η μνήμη δε φεύγει…»

Ενώ αλλού συζητά ακόμα και το θέμα της ενεργού πολιτότητας:

«Έχουμε καθήκον να φυλάμε το καλό, να παρατασσόμαστε πρώτοι. Δεν έχουμε άλλη επιλογή. Αν μείνουμε απαθείς εμείς, ο κόσμος όπως τον ξέρουμε θα χαθεί για πάντα.»

Η Άννα Κουππάνου διδάσκει μέσω της μυθοπλασίας της χωρίς ίχνος διδακτισμού. Δίνει διακριτικά χαστούκια στην απάθεια της μάζας των ανθρώπων μπροστά σε επίκαιρα και σημαντικά ζητήματα, όπως είναι αυτό του φασισμού και της ξενοφοβίας.

 

Η φυσική στον πρώτο και στον δεύτερο τόμο των Χαμένων

Στον δεύτερο τόμο των Χαμένων, η Κουππάνου συνεχίζει το παιχνίδι της με τους νόμους της φυσικής και της κβαντομηχανικής. Οι νόμοι της φύσης μάλιστα μεταποιούνται ακόμη περισσότερο, περιστρεφόμενοι γύρω από τη Λίζι και της ιδιαίτερης ικανότητάς της να διαβάζει τις σκέψεις που παραμένουν στα πράγματα. Έτσι μεταφερόμαστε σε ένα σύμπαν, το οποίο εμείς, οι αναγνώστες και οι αναγνώστριες, ανακαλύπτουμε μαζί με τους ήρωες της ιστορίας μας. Χαρακτηριστική είναι η σκηνή που η Λίζι γλιστρά, προσπαθώντας να κατέβει από το δωμάτιό της που βρίσκεται στον δεύτερο όροφο του σπιτιού της και πέφτει στο κενό.

 «… είδε με την άκρη του φοβισμένου της αριστερού ματιού, εκείνη ακριβώς τη στιγμή που βρισκόταν σε ελεύθερη πτώση, τα δέντρα να κινούνται περίεργα, τον δρόμο να ανασηκώνεται, μια πυκνή ομίχλη να την τυλίγει, να πέφτει στα μαλακά και μετά να συνειδητοποιεί  ότι έχει βρεθεί πάνω σε ένα στρώμα φρέσκου απαλού χιονιού που για κάποιο λόγο και με κάποιο ανεξήγητο τρόπο είχε μαζευτεί κάτω από το παράθυρό της μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα, και στον ίδιο χρόνο εξαφανίστηκε, υποχωρώντας σιγά σιγά, αφήνοντάς την ασφαλή και αλώβητη στο υγρό έδαφος…»

 

Η πάλη του καλού και του κακού – το Αλλού

Κι ενώ ο πρώτος τόμος των Χαμένων «κτίζει» το σκηνικό της σειράς (με έμφαση στον φυσικό κόσμο) και τα βασικά-επιφανειακά χαρακτηριστικά των ηρώων του, ο δεύτερος τόμος το μεταθέτει σε έναν υπερφυσικό κόσμο που υπάρχει κάτω από την επιφάνεια πραγμάτων και του κόσμου των ηρώων. Αυτή την κατάσταση, αυτό το Αλλού, πρέπει να αντιμετωπίσουν οι ήρωες, για να «ξαναφτιάξουν» τον κόσμο που «έσπασαν». Οι αντιθέσεις είναι διάσπαρτες σε όλο τον τόμο. Αντιθέσεις μεταξύ του φωτός και του σκοταδιού, του φυσικού και του υπερφυσικού, του πάνω και του κάτω, του καλού και του κακού…

Στην ιστοσελίδα του εκδοτικού οίκου αναφέρεται για το βιβλίο:

Η Λίζι, το κορίτσι από το Σικάγο με τις υπερφυσικές ιδιότητες που μας εντυπωσίασε στο πρώτο βιβλίο, περιστοιχισμένη πάντα από την παρέα της βρίσκεται σε νέες περιπέτειες. Καλλιεργεί όλο και περισσότερο την ικανότητά της να νιώθει τα αντικείμενα και να διαβάζει την ιστορία τους. Έτσι, αντιλαμβάνεται, ότι κάποια πολύ παράξενα πράγματα που συμβαίνουν στην Αθήνα, όπως ένας απότομος χιονιάς και η εξίσου απότομη εξαφάνιση του χιονιού την επόμενη μέρα, η εξαφάνιση και επανεμφάνιση κτιρίων και η ρωγμή στην Ακρόπολη, οφείλονται σε μια σκοτεινή δύναμη που ρουφάει το παρελθόν και αποστραγγίζει την ιστορία. Στο τέλος, όλη η παρέα θα βρεθεί στα έγκατα της Ακρόπολης σε μια μάχη με το Κακό.

Παίρνοντας αρχικά στα χέρια τον δεύτερο αυτό τόμο, πιθανότατα να αναμένει κανείς ένα «σκοτεινό» βιβλίο, επηρεασμένος/η πιθανότατα από τον τίτλο. Διαβάζοντας το βιβλίο όμως, θα συνειδητοποιήσει κάτι διαφορετικό. Ακόμα και τη στιγμή που οι ήρωες βρίσκονται σε έναν άλλο κόσμο, «στο κάτω μέρος του Αλλού, στην κοιλιά του σκότους…» (όπως περιγράφει η συγγραφέας), το φως, η αισιοδοξία και η ελπίδα παραμένουν και αναγεννούνται. Μέσω του Κλαμπ των Χαμένων, η Άννα Κουππάνου μας μιλά για τη δύναμη της μνήμης και το φως που κρύβει μέσα της. Με αυτόν τον τόμο, μοιράζεται μαζί μας το δικό της φως και μας κάνει να ανυπομονούμε για να δούμε πώς θα λάμψει και ο τρίτος τόμος της σειράς.

(*)εκπαιδευτικός – υποστηρικτής Α.Π. Λογοτεχνίας Δημοτικής Εκπαίδευσης, μέλος του ΔΣ του ΚΣΠΝΒ (iBbY Κύπρου).

 

Άννα Κουππάνου, Το Κλαμπ των Χαμένων, Τομ. Α΄και Β΄, Πατάκης

Βρες το εδώ 

και  εδώ

Προηγούμενο άρθροΗ Άνδρος των άλλων (του Δημήτρη Δημητρόπουλου)
Επόμενο άρθροΤι είναι μια αντιβιβλιοθήκη (επιμ. Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ