Βιογραφώντας μια εποχή, ένα πρόσωπο, μια επιστήμη (του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου)

0
346

            

 

 

του Βαγγέλη Χατζηβασιλείου.

 

Θυμάμαι τον Σπύρο Ασδραχά τα παλαιότερα χρόνια στους διαδρόμους της Αυγής και τα νεότερα στα γραφεία των Αρχείων Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας (ΑΣΚΙ), σε ένα σεμινάριο για το μυθιστόρημα του Μισέλ Φάις Πορφυρά γέλια (2010), να κουβεντιάζει με απόλυτη άνεση για λογοτεχνία, χωρίς να σπεύδει να πλαισιώσει τη συζήτηση με κάποιο ιστορικό ψηφίο, περιμένοντας πρώτα να ακούσει προς ποια κατεύθυνση θα πήγαινε ο συνομιλητής του, και προσθέτοντας μετά κάτι που έμοιαζε  περισσότερο ή λιγότερο ιστορικό, δίχως, όμως, και πάλι, να χάνεται ποτέ ο λογοτεχνικός ορίζοντας. Ανακαλώ αυτές (και πολλές άλλες) εικόνες διανοητικής ευρυχωρίας, κοιτάζοντας το βιβλίο του Δημήτρη Δ. Αρβανιτάκη Σπύρος Ι. Ασδραχάς, 1933-2017. Εργογραφία και δοκιμή βιογραφίας (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας – Εκδόσεις Θεμέλιο), που κυκλοφόρησε λίγο μετά τη μελέτη του Η αγωγή του πολίτη για την παρουσία του γαλλικού ρεπουμπλικανισμού στα Επτάνησα.

Είναι τουλάχιστον αξιοπαρατήρητο το πώς ο μελετητής κατόρθωσε να δώσει δύο τόσο συγκροτημένες και πολύπτυχες εργασίες μέσα σε τόσο μικρό χρονικό διάστημα. Κι αν η πρώτη αποτελεί μια τοιχογραφία της πολιτικής, της ιδεολογίας και των πολιτισμικών ωσμώσεων μιας εποχής, της Γαλλίας του Βοναπάρτη και των Επτανήσων του τέλους του 18ου αιώνα, η δουλειά για τον Ασδραχά καλύπτει ενενήντα σχεδόν χρόνια της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας: από το 1933 μέχρι το 2017, ως προς τον κύκλο ζωής του Ασδραχά, και από το 1953 μέχρι και σήμερα, ως προς την κατάρτιση της εργογραφίας του, που συνιστά το πρώτο μέρος του πονήματος με έλεγχο αυτοψίας όλων των ευρημάτων. Και το λέω αυτό γιατί η βιογραφία και η εργογραφία του Ασδραχά είναι εδώ στενά συνυφασμένες με την ελληνική ιστορία των χρόνων μας: όχι μόνο γιατί ο ίδιος έδωσε με τον τρόπο του το παρών σε όλες τις πολιτικές και ιστορικές καμπές της νεότερης Ελλάδας, αλλά και επειδή πρωταγωνίστησε στη γέννηση και τη διαμόρφωση ενός ιστοριογραφικού τοπίου άγνωστου στα καθ’ ημάς, τουλάχιστον μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1960.

Ξεκινώντας από τη Λευκάδα, όπου και ο πρώτος συγχρωτισμός του με την έννοια και την πραγματικότητα της τοπικής ιστορίας, και συνεχίζοντας με την Αθήνα, ο Ασδραχάς θα προλάβει να αναλάβει την έκδοση των Απομνημονευμάτων του Μακρυγιάννη, να γράψει στην Επιθεώρηση Τέχνης, αλλά και να ξεχωρίσει ένα τα βασικά κατοπινά γνωστικά του αντικείμενα: την οικονομία της τουρκοκρατούμενης και της βενετοκρατούμενης Ελλάδας, η οποία θα εκβάλει αργότερα και στη συστηματική έρευνα για τον νησιωτισμό. Ο Κ.Θ. Δημαράς θα τον επιλέξει για το Κέντρο Νεοελληνικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών ενώ η εγκατάσταση στο Παρίσι θα σημάνει πρώτα τη συναναστροφή με τον Ruggero Romano και τις νέες ιστοριογραφικές τάσεις και εν συνεχεία την άοκνη πανεπιστημιακή διδασκαλία στη Σορβόννη. Η επιστροφή στην Ελλάδα είναι το εφαλτήριο για την ανάδυση του ιστοριογραφικού έργου με το οποίο οι νεότεροι ζήσαμε την καθιέρωση του Ασδραχά: Μηχανισμοί της αγροτικής οικονομίας στην Τουρκοκρατία, ΙΕ΄-ΙΣΤ΄ αιώνας (1978), Η οικονομική δομή των βαλκανικών χωρών στα χρόνια της οθωμανικής κυριαρχίας, ιε΄-ιθ΄αι. (1979), Ελληνική κοινωνία και οικονομία, ιη΄ και ιθ΄ αι. Υποθέσεις και προσεγγίσεις (1982), Ζητήματα ιστορίας (1983), Οικονομία και νοοτροπίες (1988). Ο Ασδραχάς θα κινητοποιηθεί εκ παραλλήλου για την ίδρυση του Ιονίου Πανεπιστημίου, θα γίνει συνεκδότης του περιοδικού Τα Ιστορικά, που συνεχίζει μέχρι και σήμερα τη διαδρομή του, και θα κρατήσει στενή, ζωντανή επαφή με τα περιοδικά Ο πολίτης και Αντί.

Άγρυπνος ερευνητής, δια βίου ιστοριογράφος, ενεργός πολίτης: ο Αρβανιτάκης αποκαλύπτει μία προς μία τις επιστρώσεις που συνθέτουν την πολλαπλή προσωπικότητα του Ασδραχά, βάζοντας στο κέντρο την έγνοια του για την ιστοριογραφία: την έγνοια του να την μπολιάσει με όσα στοιχεία αποτελούσαν ήδη κατακτήσεις στη Γαλλία, να συγκροτήσει μια καινούργια επιστήμη, μακριά από τη συμβαντολογία και τον εθνικό διδακτισμό, όπως και από τον οποιονδήποτε μηχανικό μαρξισμό, συνδεδεμένη πάντοτε με κοπιωδώς συγκεντρωμένα ερευνητικά δεδομένα, ικανά να αποθαρρύνουν την «ιδεολογική χρήση της ιστορίας» – είναι ώρα να μνημονεύσουμε τον Φίλιππο Ηλιού. Το ενδιαφέρον εξάλλου του Ασδραχά για την οικονομία δεν έπασχε από οικονομισμό και η προσήλωσή του στην ιστοριογραφική επιστήμη δεν οδηγούσε σε μονόδρομη εφαρμογή θεωριών, σε μονόχορδες αιτιολογίες και σε μονοπαραγοντικές μεθόδους – πίστευε όχι σε μία, αλλά σε πολλές ιστορίες. Σπεύδει ο Αρβανιτάκης επιπροσθέτως να υπενθυμίσει, ως έδει, την απομυθοποιητική προσέγγιση του Ασδραχά για τους κλέφτες και τους αρματολούς, μέλη ενός συστήματος ισχυρών αλληλεξαρτήσεων (κάτι σαν τις εξαρτήσεις των οικονομιών της τουρκοκρατούμενης και της βενετοκρατούμενης Ελλάδας) και όχι αυτονόητοι αγωνιστές του αφυπνιζόμενου έθνους, ενώ υπογραμμίζει τον ρόλο που έπαιξαν ο Αριστοτέλης Βαλαωρίτης και η λογοτεχνία στα πρώτα ή μάλλον στα πρώιμα βήματα του ιστοριογράφου (εν προκειμένω φωτίζονται καλύτερα τα όσα έλεγα προεισαγωγικά). Και δεν παραλείπει επίσης ο Αρβανιτάκης να αναδείξει, εκτός από τη γενική ιδιότητα του ενεργού πολίτη, την ένταξη του Ασδραχά στην Αριστερά. Τι ακριβώς συνεπάγεται μια τέτοια ιδιότητα για έναν ιστορικό; Μα, οπωσδήποτε την πολιτική εγρήγορση και την πρόσδεση στις επαγγελίες του αριστερού φρονήματος για τη δημιουργία μιας δικαιότερης κοινωνίας. Ο ιστορικός, παρόλα αυτά, είναι ένας στρατευμένος σε απόσταση από τους οποιουδήποτε κομματικούς μηχανισμούς. Κι όπως ο Ασδραχάς έδειξε, ξανά και ξανά, πως οι οικονομικοί μηχανισμοί τελούν σε άρρηκτη σύνδεση με το κοινωνικοπολιτικό τους περιβάλλον, έτσι και ο ιστορικός μπορεί να είναι στρατευμένος μόνο στην πολιτική του συνείδηση, το ύψιστο προϊόν της αυτογνωσίας του.

Βιογραφία ενός προσώπου, μιας επιστήμης, αλλά και μιας ιστορικής περιόδου, που βρίσκεται ακόμη εν εξελίξει. Το βιβλίο του Αρβανιτάκη είναι, μολοντούτο, κάτι παραπάνω από φόρος τιμής στον Ασδραχά και την επιστήμη του – είναι ένας τρόπος για να εννοήσουμε πώς γεννιέται η ατομική μονάδα από τον περίγυρό της, πώς  μπορεί με τον καιρό να επηρεάσει τα μάλα τον περίγυρο με τη σειρά της. όπως και πώς το τελικό αποτέλεσμα γίνεται ένα πυκνό, αξεδιάλυτο μίγμα, διάφανο, εντούτοις,  ως προς τα υλικά εξ ων συνετέθη. Κι αυτό είναι το σπουδαιότερο.

 

Δημήτρη Δ. Αρβανιτάκη Σπύρος Ι. Ασδραχάς, 1933-2017. Εργογραφία και δοκιμή βιογραφίας (Αρχεία Σύγχρονης Κοινωνικής Ιστορίας – Εκδόσεις Θεμέλιο

Προηγούμενο άρθροΕρμιόνη, Μια διαχρονική ματιά στον μύθο της συνέχειας του ελληνισμού(σημείωμα του Ανδρέα Στάικου)
Επόμενο άρθροΣαν διάφανος καπνός απλώνεται η μεγάλη πολιτεία (του Δημήτρη Αλεξάκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ