Βαρβέρης, Παπαγεωργίου, Φωστιέρης, τρεις θεματοφύλακες της Γενιάς του 70 (της Έφης Κατσουρού)

0
368

 

Της Έφης Κατσουρού

 

Η ποιητική γενιά του 70, αναμφίβολα, έχει απασχολήσει και συνεχίζει να απασχολεί, μέχρι και σήμερα, την μελέτη και την κριτική της νεώτερης ελληνικής ποίησης έντονα, αρθρώνοντας έναν παλλόμενο και δημιουργικό διάλογο γύρω από τον τρόπο συγκρότησής της, τις θεματικές που όρισαν τους άξονες της κίνησής της, τις συγκλίνουσες και τις αποκλίνουσες δυνάμεις που την κατέστησαν, ενδεχομένως την τελευταία πυρηνική γενιά μέχρις ώρας, η οποία οργάνωσε και οργανώθηκε συντεταγμένα, τουλάχιστον, στην πρώτη περίοδο της έκφρασής της, γύρω από ένα κοινό ποιητικό όραμα. Η εικόνα που συνθέτουν τα έργα των επιμέρους ποιητών της ωστόσο, αν κανείς εμβαθύνει και μελετήσει έκαστο εξ αυτών ξεχωριστά, δεν πρόβαλε ποτέ ως μία λαζούρα, μία ενιαία και ομαλά μεταβαίνουσα από την μία απόχρωση στην άλλη εικόνα, αλλά αναπτύχθηκε ως ένα ψηφιδωτό, αποτελούμενο από ψηφίδες άλλοτε χρωματικά συναφείς και άλλοτε κραυγαλέα αντιθετικές, που καταφέρνουν όμως τοποθετημένες σε επαφή, μέσα στο ευρύ σύνολο να αποδίδουν η μία το στίγμα της άλλης και να δρουν απολύτως συμπληρωματικά μεταξύ τους. Τα τελευταία χρόνια η μελέτη των ποιητών αυτής της γενιάς γίνεται ολοένα και εντονότερη με μονογραφίες που προσπαθούν να αναγνώσουν η κάθε μία από το δικό της προσωπικό πρίσμα, και να αποδώσουν τελικά, την ουσία της έκφρασης των ποιητών της, άλλοτε μεμονωμένα και άλλοτε μέσα στο πλαίσιο της συλλογικής τοποθέτησής της, αλλά και πληθώρα διδακτορικές διατριβές και μελέτες  που ανιχνεύουν την επιδραστικότητά της.

Τι έχουν λοιπόν να προσθέσουν άλλες τρεις μονογραφίες, στο χώρο της λογοτεχνικής μελέτης της συγκεκριμένης γενιάς, θα μπορούσε να πει κανείς αντικρίζοντας τα τρία νέα βιβλία του Γιώργου Μαρκόπουλου για τους Γιάννη Βαρβέρη, Κώστα Παπαγεωργίου και Αντώνη Φωστιέρη; Μήπως το πεδίο μπορεί να θεωρείται κορεσμένο; Η απάντηση μπορεί να δοθεί σε δύο επίπεδα: αφενός, σε πλαίσιο γενικό, όταν μιλάμε για ποιητικό λόγο, η ανάγνωση του έργου ενός ποιητή, ποτέ δεν μπορεί να θεωρηθεί πεδίο κορεσμένο, υπάρχουν τόσες αναγνώσεις όσες και οι αναγνώστες του και μπορούν να υπάρξουν τόσες μελέτες όσες και οι οπτικές γωνίες θέασης της ποίησης. Από την άλλη πλευρά, εστιάζοντας στα τρία συγκεκριμένα βιβλία του Μαρκόπουλου, οφείλω να παρατηρήσω ότι πρόκειται για μία προσέγγιση της ποίησης, απόλυτα, προσωπική, όχι συναισθηματική -αν και η βαθιά σχέση που τον συνδέει με τους τρεις ποιητές, όντας και ο ίδιος μέλος της γενιάς, θα τον νομιμοποιούσε, αλλά ουσιαστικά ανανεωτική στον τρόπο θέασης της κριτικής του ποιητικού λόγου. Παραδίδει τρία σύντομα και πυκνά δοκίμια που βαδίζουν παράλληλα με την ποίηση των τριών προς μελέτη ποιητών αρθρώνοντας τελικά, τρεις αυτόνομες αλλά αλληλοσυνδεόμενες, αφηγηματικές/επεξηγηματικές ανθολογίες.

Ο Μαρκόπουλος, έχοντας τον πλήρη έλεγχο του αντικειμένου του, του έργου των τριών ποιητών, αλλά και την θεωρητική κατάρτιση για να το προσεγγίσει, επιλέγει να ιχνηλατήσει και να προβάλλει το έργο τους με τον τρόπο ενός περιπατητή, μόνο που τον δρόμο δεν τον ορίζουν τώρα οι πόλεις -όπως συχνά συμβαίνει στα ποιήματα του ίδιου αλλά οι λέξεις των ποιητών του, οι λέξεις που πλάθουν το ποίημα, που τώρα είναι η πόλη. Κάθε ένα βιβλίο από αυτά μοιάζει με μία εκδρομή στον χώρο της ποίησης της γενιάς του 70, ένα χώρο που περιγράφεται από τα κοινά όρια, του έρωτα και του θανάτου αλλά εγγράφεται σε σχήματα διάφορα μεταξύ τους, με συναφείς αποχρώσεις, κλιμακούμενες εντάσεις και κυμαινόμενη ελαστικότητα. Ο ίδιος ο Μαρκόπουλος τεκμηριώνοντας την επιλογή των τριών ποιητών που θα μελετήσει, γράφει στην εισαγωγή του βιβλίου για τον Γιάννη Βαρβέρη: «αν δύο από τους βασικούς πόλους των ποιητών που εμφανίστηκαν κατά τη δεκαετία του εβδομήντα είναι ο έρωτας και ο θάνατος, ο Γιάννης Βαρβέρης, μετέχοντας μ έναν δικό του τρόπο στον πρώτο,  είναι ένας από τους δύο- τρεις, όπως ο Κώστας Γ. Παπαγεωργίου και ο Αντώνης Φωστιέρης, που βαστούν με εξαιρετικά ρωμαλαέο χέρι τα ηνία του δεύτερου.» Με άξονα λοιπόν αυτή την συγγένεια, ξεκινά να προσεγγίζει το έργο και των τριών ποιητών, διαβάζοντας τον μετεωρισμό από τον ένα πόλο στον άλλο ως την απόλυτα προσωπική εκδοχή της ποίησης τους.

Από την ανυπεράσπιστη τρυφερότητα, την ερειπίωση του έρωτα και την οικείωση του θανάτου, ειπωμένα και τα τρία μέσα από σχήματα και μεταφορές ειρωνείας στον Βαρβέρη, μέχρι την απόδοση του έρωτα και του θανάτου διαμέσου της σάρκας της γλώσσας, ως ένα διαρκώς ανασυγκροτούμενο τραύμα της παιδικής μνήμης και του ανεκπλήρωτου ονείρου, όπως το πλάθει ο Παπαγεωργίου και την στοχαστική ενατένιση της γραμμής αυτής έρωτα-θανάτου, με τρόπο άλλοτε αφοριστικό και άλλοτε απόλυτα υπαινικτικό, μέσα στο ρυθμικό βηματισμό της ποίησης του Φωστιέρη, ο Μαρκόπουλος επιλέγει τόσο χρονικά όσο και χωρικά να κινηθεί παράλληλα. Δημιουργεί τρία βιβλία που το κάθε ένα εξ αυτών παρακολουθεί το έργο του ποιητή του εκκινώντας από το πρώτο βιβλίο του και προχωρώντας με χρονολογική συνέχεια στα επόμενα.

Κάθε συλλογή αντιμετωπίζεται και ως ένας σταθμός, του οποίου ο Μαρκόπουλος αποκωδικοποιεί τις συζεύξεις με τα προηγούμενα και τα επόμενα και το παρουσιάζει, ταυτόχρονα, ως ένα αυτόνομο έργο που λειτουργεί όμως και ως αναπόσπαστο τμήμα του συνόλου. Στην προσέγγιση αυτή παρεμβάλλονται μεγάλα αποσπάσματα αλλά και αυτούσια ακόμη ποιήματα από την κάθε συλλογή, γεγονός που βοηθά τον αναγνώστη να αντιληφθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια τα λεγόμενα του γράφοντος και να έρθει πρωτογενώς σε επαφή με το έργο του ποιητή που προσεγγίζεται. Και αν μπορούμε να αντιληφθούμε την ποίηση, εν γένει, ως ένα ταξείδι σε έναν τόπο (που πάντοτε μένει ημιτελές), οι τρεις αυτές μελέτες αποτελούν τις περιλήψεις του, τις μονήρεις εκδρομές που επιτείνουν την επιθυμία της επαφής με τον τόπο.

Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση και των τριών βιβλίων, και έχοντας την εποπτεία του έργου των τριών ποιητών, επιθυμώ βαθειά να επιστρέψω στους στίχους τους. Πέρα, από την αναμφίβολα, στέρεη δοκιμιακή έκφρασή του και την συμβολή του στην αναγνώριση μέσα από αυτές τις πυκνές και ευσύνοπτες μελέτες, των συγκλίσεων και των αποκλίσεων, των ιδιαίτερων γνωρισμάτων της ποίησης του Βαρβέρη, του Παπαγεωργίου και του Φωστιέρη, νομίζω ότι το σημαντικότερο που κομίζει ο Μαρκόπουλος με τα τρία αυτά βιβλία στην κριτική της γενιάς του 70, είναι η επίταξη αυτή της επιθυμίας. Μίας επιθυμίας ζώσας για επιστροφή στην ποίηση, για περιπλάνηση στον χρόνο και το χώρο των ποιητών έξω από αγκυλώσεις και στείρες αναγνώσεις απομάγιευσης των τοπίων. Παραμένοντας πάντοτε κυρίαρχα ποιητής, καταφέρνει να παραδώσει τρία άρτια κριτικά κείμενα, μακριά από προσεγγίσεις  αστρονόμων που δεν κοίταξαν ποτέ τα άστρα[1], αλλά κινούμενος σταθερά σαν πλάνητας που νύχτες ολόκληρες τράφηκε από αυτά.

[1] Βλ. Χόρχε Λουις Μπόρχες, «Το αίνιγμα της ποίησης», Η τέχνη του στίχου, μτφρ.: Μαρία Τόμπρου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, Ηράκλειο 2018, σελ. 11.

 

 

Γιώργος Μαρκόπουλος, Η ποίηση του Γιάννη Βαρβέρη, Η ποίηση του Κώστα Παπαγεωργίου, Η ποίηση του Αντώνη Φωστιέρη, Εκάτη, 2023

 

Προηγούμενο άρθροΗ σκάλα μνήμης του Αντώνη Ζαΐρη (του Σωτήρη Μποκέα)
Επόμενο άρθροRohtko: Είναι το θέατρο του μέλλοντος; (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ