Τζένη Έρπενμπεκ: «Πηγαίνω, πήγαινα, έχω πάει»

0
420

Της Ελένης Τορόση.

 

Πως αντέχει κανείς τον χρόνο που περνάει, όταν είναι καταδικασμένος στην αδράνεια; Πως αντιμετωπίζει την απώλεια εκείνων που αγαπούσε; Ποιος θα ασχοληθεί στο μέλλον με την κληρονομιά τους;

Αυτά είναι τα ερωτήματα που απασχολούν τον πρωταγωνιστή του νέου μυθιστορήματος της γερμανίδας συγγραφέα Τζένη Έρπενμπεκ. Αυτός είναι ο Ρίχαρτ, ένας καθηγητής που μόλις συνταξιοδοτήθηκε και έρχεται τελείως τυχαία αντιμέτωπος με τους πρόσφυγες που έχουν κάνει αίτηση ασύλου και κάθονται όλη μέρα αδρανείς στην πλατεία Οράνιεν του Βερολίνου περιμένοντας την απάντηση στην αίτηση ασύλου που έχουν υποβάλει στη γερμανική δημόσια διοίκηση. Η γυναίκα του Ρίχαρτ έχει πεθάνει πριν από πολύ καιρό κι εκείνος έχει πρώτη φορά χρόνο να ασχοληθεί με τα ερωτήματα που του έχουν δημιουργηθεί.

Χρόνια τώρα περιδιαβαίνουν οι νέοι πρόσφυγες από την Αφρική τις πλατείες του Βερολίνου καταδικασμένοι στην αναμονή, ενώ απάντηση δεν έρχεται. Και ξαφνικά ο κόσμος ολόκληρος κοιτά αυτόν, τον κάτοικο της παλιάς Ευρώπης, και μάλλον γνωρίζει καλύτερα από τον ίδιον, ποιος είναι.
Αυτή η εικόνα δίνει στον Ρίχαρτ την ιδέα να ψάξει για απαντήσεις στα ερωτήματά του εκεί που κανείς δεν ψάχνει. Δηλαδή στους ίδιους τους φυγάδες μετανάστες που περιμένουν ολημερίς στην πλατεία Οράνιεν μέχρι να γίνουν δεκτές οι αιτήσεις τους για παροχή πολιτικού ασύλου.  Αναρωτιέται ποιοι είναι αυτοί οι άνθρωποι. Κατάγονται από χώρες για τις οποίες ως καθηγητής είχε ακούσει, των οποίων όμως ούτε την πρωτεύουσά τους δεν έχει συγκρατήσει. Ανοίγει τον χάρτη και παρατηρεί την αφρικανική ήπειρο. Παίρνει την απόφαση να πάει να τους βρει και να τους ρωτήσει κατευθείαν. Κι έτσι γνωρίζει μερικούς από τους νέους ανθρώπους και μαζί μ’ αυτόν και εμείς, οι αναγνώστες του βιβλίου.

Η Τζένη ΄Ερπενμπεκ αφηγείται με τον δικό της προσωπικό τρόπο μια ιστορία που αφορά το  να κοιτάς, και να μην κοιτάς. Είναι μια ιστορία για τον πόλεμο και τον θάνατο, μια ιστορία για την αιώνια αναμονή και για όλα όσα μένουν κρυμμένα κάτω από την επιφάνεια.

Το μυθιστόρημα αυτό είναι ρεαλιστικό.  Όχι γιατί μας παρουσιάζει ρεαλιστικές καταστάσεις, αλλά γιατί χτίζει μία λογοτεχνική πραγματικότητα, η οποία αντανακλά την ρεαλιστική κατάσταση του κόσμου» γράφει η «Νέα εφημερίδα της Ζυρίχης», γνωστή για την ενδελεχή και ποιοτική λογοτεχνική παρουσίαση νέων βιβλίων.

Είναι ένα έργο με αναγκαστική επικαιρότητα, που όμως δεν σου δίνει την εντύπωση ότι το έχει σχεδιάσει και υπολογίσει η συγγραφέας αυτό. Έχεις την εντύπωση ότι η Τζένη Έρπενμπεκ έγραψε το κείμενο αυτόματα και αυθόρμητα, ότι απλά έπρεπε να το γράψει. Έγραψε το βιβλίο της στιγμής, και το βιβλίο αποτελεί μια πικρή αλλά τυχερή στιγμή για την γερμανική λογοτεχνία.

Οι νεαροί άνδρες από την Αφρική δεν επιτρέπεται να εργασθούν και δεν τους επιτρέπεται να ταξιδέψουν. Η γραφειοκρατία και οι νόμοι της Ευρωπαϊκής Ένωσης τους έχουν καταδικάσει στην αδράνεια. Όποιος διαβάσει το βιβλίο παίρνει μια γεύση για το γεγονός που όλοι ήδη γνωρίζουν: Ότι η σημερινή πολιτική δεν τα βγάζει πέρα με τέτοιες καταστάσεις. Και δυστυχώς δεν μπορεί κανείς να περιμένει μια αποτελεσματική λύση τον επόμενο καιρό.

Με το βιβλίο της η συγγραφέας Τζένη Έρπενμπεκ βγάζει το καπέλο σε όλους εκείνους που παρεμβαίνουν, τους εκατοντάδες μεμονωμένους ανθρώπους και τις ανθρωπιστικές οργανώσεις, που προσπαθούν να βοηθήσουν αυτούς τους ανθρώπους στις πλατείες του Βερολίνου να διασχίσουν το δάσος των παραγράφων και των κανονισμών.

Το βιβλίο προσφέρει στον αναγνώστη ένα συναρπαστικό ταξίδι σε έναν κόσμο που είναι καταδικασμένος να σιωπά, ο οποίος όμως βρίσκεται ξαφνικά ανάμεσά μας.

 

 

Info

Η Τζένη Έρπενμπεκ γεννήθηκε το 1967 στο Βερολίνο. Γνωστή έγινε ήδη από το 1999 με την νουβέλα της «Η ιστορία του γερασμένου παιδιού», που την υποδέχθηκε με ενθουσιασμό η λογοτεχνική κριτική. Ακολούθησαν και άλλες λογοτεχνικές εκδόσεις μεταξύ των οποίων μυθιστορήματα, διηγήματα και θεατρικά έργα και της έχουν απονεμηθεί περισσότερα λογοτεχνικά βραβεία.

Για το τελευταίο της βιβλίο Πηγαίνω, πήγαινα, έχω πάει, με το οποίο ήταν υποψήφια για το Μεγάλο Γερμανικό Βραβείο πέρυσι ,γράφει στο Spiegel η Έλκε Σμίτερ, κριτικός λογοτεχνίας: «Αισθάνομαι έναν πολύ μεγάλο σεβασμό για το κείμενο αυτό της Τζένης Έρπενμπεκ, η οποία κατάφερε πραγματικά να γράψει για ένα σπουδαίο θέμα χωρίς συναισθηματισμούς, χωρίς άσπρες και μαύρες περιγραφές και αποφεύγοντας τα κλισέ. Κι έτσι έχουμε την τύχη συναντώντας τις φιγούρες του μυθιστορήματός της να αποκτήσουμε μια νέα ματιά για αυτόν τον προβληματισμό.»

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here