Τρία τοπία μετά την καταστροφή (της Γεωργίας Οικονομοπούλου)

0
241

της Γεωργίας Οικονομοπούλου

 

 

Σαν χρονοκάψουλες ή κιτ επιβίωσης, ευρήματα σε ένα μέλλον μετά τη συντέλεια ή προσπάθειες νοηματοδότησης όσο είναι ακόμα καιρός, τα τρία βιβλία από ισάριθμες γυναίκες συγγραφείς φτιάχνουν στη βιβλιοθήκη μια δική τους ιδιότυπη συλλογή ή κατηγορία. Ανήκουν στην ίδια ευρεία οικογένεια, που δεν μπορείς να πεις με σιγουριά ποια είναι, αταξινόμητα αν θέλουμε να μιλάμε αυστηρά για είδος, όμως παράλληλα πολύ συγκεκριμένα.

Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αντλούν από τον Μπόρχες, τον Σέμπαλντ, τον Έκο ίσως, τον Καλβίνο. Δεν χρειάζεται να επιμείνουμε πολύ για να βρούμε ομοιότητες. Θα ήταν όμως πιο εύστοχο να τα εκπλήξουμε λέγοντας ότι κρατούν σχέση συγγένειας με το γιαπωνέζικο zuihitsu – ένας πρόγονος που δεν ήξερες ότι υπήρχε στη γραμμή σου, αλλά τα αποτελέσματα DNA τον επιβεβαιώνουν πανηγυρικά. Το νήμα είναι πολύ μακρύ και τα ίχνη του στις επιγόνους σαφή, μα και κλασματικά. Τα έργα τους μοιάζουν περισσότερο με αντίστροφο zuihitsu, με αντεστραμμένο είδωλο ή αρνητικό φωτογραφίας. Είναι δυτικότροπα, επομένως υβριδικά.

Ευέλικτο και ετερόκλητο, χωρίς a priori περιορισμούς είδους, το zuihitsu είναι ένα ξεχωριστό λογοτεχνικό είδος από μόνο του. Η πένα κινείται ελεύθερα από το δοκίμιο στη λογοτεχνία στην ποίηση, χωρίς θεωρητική αυστηρότητα, με αισθητική εγρήγορση και το θέμα ρευστό. Η ροή του μοιάζει με την περιπλάνηση των σύννεφων, που όμως στο κέντρο τους κρύβουν ένα ηφαίστειο. Πάθος έχουν και οι τρεις γυναίκες. Η θεωρητική αυστηρότητα είναι ίσως το πρώτο στοιχείο που τις διακρίνει από το ιαπωνικό αντίστοιχο. Είναι ωστόσο τόσο καλές τεχνίτριες, που πρέπει να είσαι πολύ εξασκημένος για να μην την παραβλέψεις.

Και οι τρεις -καθεμιά σε διαφορετικό βαθμό- εξαρτώνται από την ακαδημαϊκότητα. Είναι ενδημικές των πανεπιστημιακών εδράνων και των εδρών για κάθε αντικείμενο γνώσης. Καθώς βλέπουμε τα οικοδομήματά τους να ανασυσταίνονται από μνήμης, οσμιζόμαστε όμως ταυτόχρονα την αγωνία μιας ματαιότητας, που δεν είναι ματαιοδοξία. Μαζί με τη λύσσα να συνεχίσουμε, διαφαίνεται επίσης μια ήττα, ένας γόγγος για την απουσία νοήματος και την επινόησή του.

Με χάρη και καθεμιά με τον ρυθμό της, εκτινάσσονται από θέμα σε θέμα, από αναφορά σε αναφορά, σχεδόν χαοτικά αλλά τόσο έντεχνα, που μπαίνεις αμέσως πρόθυμα στη χορογραφία τους. Χτίζουν γύρω από έναν σκελετό -η στατικότητα του οποίου διαφέρει από βιβλίο σε βιβλίο- που μας επιτρέπει να ακολουθούμε τα μονοπάτια μιας λειτουργικής μυθοπλασίας και να παρακολουθούμε ιστορίες.

Και τα τρία έχουν προέλευση αστική. Εκφράζουν συναισθήματα διαταξικά, αλλά από το προνόμιο ενός κατοίκου του Πρώτου Κόσμου. Δεν θέτουν ζητήματα του φύλου τους, δεν διάκεινται κινηματικά. Όμως μπορείς να συμπάσχεις, και δεν κρύβονται πίσω από φτηνούς χειρισμούς, αυτό τους το αναγνωρίζεις.

Το πιο αχανές από τα τρία, ο Κατάλογος απολεσθέντων της Γιουντίτ Σαλάνσκυ, είναι μια σύνθεση γνώσης, πρόθεσης και αβύσσου. Ο πρωτότυπος τίτλος του στα γερμανικά, Verzeichnis einige Verluste, είναι πιο ειλικρινής ως προς το περιεχόμενο: το einige (μερικών [απολεσθέντων]) υπονοεί ότι πολλά έχουν χαθεί, και εδώ θα δούμε μόνο κάποια από αυτά. Η επιλογή, εξίσου συνειδητή και ασυνείδητη, είναι υπόθεση προσωπική της συγγραφέα. «Μια μνήμη που θα διατηρούσε τα πάντα, επί της ουσίας δεν θα διατηρούσε τίποτα», γράφει. «Κατά βάθος, κάθε αντικείμενο είναι ήδη απόριμμα, κάθε κτίριο είναι ήδη ερείπιο, και κάθε δημιουργία δεν είναι παρά μια καταστροφή, όπως και το έργο όλων εκείνων των επιστημονικών κλάδων και θεσμών που παινεύονται ότι διαφυλάσσουν την κληρονομιά της ανθρωπότητας.» Το βιβλίο είναι ένας λαβύρινθος, όπου μπαίνεις με κάποια πρόφαση, χάριν της περιπέτειας, για τις εκπλήξεις και τους κινδύνους της. Από τη βαθιά αρχαιότητα ώς απολεσθέντα μιας πιο σύγχρονης εποχής, δεν ξέρεις πού θα σε βγάλει η επόμενη στροφή, κι ας υπάρχει πάντα στο φόντο ένα στόρι – η πρόφαση. Μπαίνοντας, όμως, σου κόβεται η ανάσα. Είναι τέτοια η συγκέντρωση συγκλονιστικών στιγμών, που δεν μπορείς παρά να της υποκλιθείς. Όπως η μεγαλειώδης σκηνή της μάχης στη ρωμαϊκή αρένα ανάμεσα στο λιοντάρι και στην τίγρη της Κασπίας, κομμάτι εκλεκτικής ανθολογίας, πανίσχυρη, πυκνή, έργο τέχνης.

Το οπτικό νεύρο της Μαρία Γκάινσα ανοίγει με το κεφάλαιο για «Το ελάφι του Ντρε». Η αγωνιώδης στιγμή της παράδοσης του ελαφιού στα κυνηγόσκυλα θυμίζει πολύ αυτή με την τίγρη της Κασπίας, ως προς την οδύνη και τις συμπαραδηλώσεις. Εδώ δεν έχουμε, όμως, μόνο μια περίτεχνη περιγραφή της, αλλά και το ίδιο το έργο τέχνης μπροστά στα μάτια μας. Το βιβλίο της Γκάινσα είναι το πιο βατό, θα λέγαμε, από τα τρία. Σε έντεκα ενδεικτικά επεισόδια, παρακολουθούμε την ιστορία μιας ξεπεσμένης μεγαλοαστικής οικογένειας της Αργεντινής, μέσα από το βλέμμα της κόρης. Στο τέλειο επίκεντρο, ωστόσο, των επεισοδίων βρίσκονται πάντα, ισάριθμα, έργα τέχνης. Η ηρωίδα είναι ιστορικός τέχνης, όπως και η συγγραφέας. Η τέχνη είναι η σημαίνουσα αφορμή, το στήριγμα, το νόημα, για μια ανασκόπηση της ζωής. Έντεκα έργα-γαλβανικές κλωτσιές, ένα μόνιμο Σύνδρομο του Σταντάλ που έχει γίνει κανονικότητα για την ηρωίδα, μας προσφέρουν απίστευτες, άγνωστες λεπτομέρειες για τους πίνακες και τους δημιουργούς τους. Alfred de Dreux, Candido Lopez, Hubert Robert, Foujita, Goustav Courbet, Henri de Toulouse-Lautrec, Mark Rothko, Josep Maria Sert, Henri Rousseau, Augusto Schiavoni, El Greco. Το βιβλίο κυκλοφόρησε το 2018 από την opera και πέρασε μάλλον απαρατήρητο. Είναι απολαυστικό. Συνοδεύεται δε από έναν χορταστικό σελιδοδείκτη-καρτέλα, όπου μπορούμε να δούμε και τα έντεκα έργα σε άριστη αναπαραγωγή.

Από τα συντρίμμια του πολιτισμού της Σαλάνσκυ, στα ερείπια της παρακμής μιας οικογένειας από την Γκάινσα, μπαίνουμε με το τρίτο βιβλίο, Ο φίλος της Σίγκριντ Νιούνεζ, στην κυριολεκτική απώλεια της ζωής, στο τοπίο του πένθους. Η σύντομη περιγραφή στο οπισθόφυλλο εστιάζει στον αφηγηματικό κορμό των συμβάντων: Μετά τον αιφνίδιο θάνατο του καλύτερου φίλου και μέντορά της, μια συγγραφέας βρίσκεται να φροντίζει τον ηλικιωμένο σκύλο του. Είναι μια ωραία βασική ιδέα, που θα μπορούσε να οδηγήσει οπουδήποτε, έως και στη γλυκειά αναπόληση. Η Νιούνεζ δεν θέλει όμως να μας παρηγορήσει για το αναπότρεπτο, δεν θέλει να μας μουδιάσει. Μας βάζει μέσα σε μια καινούργια σχέση, αυτή με τον θηριώδη μολοσσό, που είναι τόσο συντετριμμένος όσο η αφηγήτρια από τον χαμό του οικείου, τόσο τσακισμένος αλλά και υπομονετικά επίμονος όσο η ίδια από το γεγονός του γήρατος. Ο φίλος που χάθηκε, ο δύσκολος φίλος που κάνει τώρα επιτακτικά την εμφάνισή του, η ευκαιρία -αυτή τη φορά- να είναι δίπλα του. Ταυτόχρονα, δεχόμαστε έναν καταιγισμό από ακαδημαϊκές αναφορές, αποδελτιώσεις, ανεκδοτολογικά στοιχεία εσωτερικά της αφοσίωσης στην αποθησαύριση της πνευματικής παραγωγής, όπου η ηρωίδα μάς ξεβολεύει, τον νου σας, μας λέει, αυτή είναι η δική μου ιστορία, θα έρθει η σειρά σας, αλλά τώρα μιλάω εγώ, για να αντέξω και να συνεχίσω. Αρπάζεται από τις δικές της σταθερές για να μείνει όρθια.

Εντελώς σύγχρονης πνοής, διακειμενικά, διαθεματικά έργα μέσα σε τοπία εξωτερικής και εσωτερικής καταστροφής, στο ωστικό κύμα του Τέλους της Ιστορίας, τα υβρίδια  υπαρξιακής ενατένισης είναι κάτι, νομίζω, που θα βλέπουμε όλο και πιο συχνά. Και στα τρία η μετάφραση είναι υποδειγματική.

 

Μαρία Γκάινσα, Το οπτικό νεύρο, μτφ. Μαρία Μπεζαντάκου, opera, 2018

 

 

 

 

Σίγκριντ Νιούνεζ, Ο φίλος, μτφ. Γιώργος Λαμπράκος, Gutenberg, 2021

 

 

 

 

Γιουντίτ Σαλάνσκυ, Κατάλογος απολεσθέντων, μτφ. Γιάννης Καλαφατίδης, Αντίποδες, 2021

 

Προηγούμενο άρθροΕίμαστε ο κόσμος  (της Μαρίζας Ντεκάστρο)
Επόμενο άρθροΓιατί δεν μας διαβάζουν στο εξωτερικό; (του Νίκου Α. Μάντη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ