Τόσες μαγείες – δίχως θάμα

0
408

 

Ανθολόγηση: Θανάσης Χατζόπουλος. (Λαπαθιώτης, Λεοντάρης, Σπάνιας, Κυρτζάκη).

 

 

 

ΝΑΠΟΛΕΩΝ ΛΑΠΑΘΙΩΤΗΣ

(1888-1944)

 

ΚΙ ΕΠΙΝΑ ΜΕΣ’ ΣΤΑ ΧΕΙΛΙΑ ΣΟΥ…

 

Ιδού ει καλός, ο αδελφιδός μου, και γε ωραίος  ·

προς κλίνη ημών σύσκιος, δοκοί οίκων ημών κέδροι,

φατνώματα ημών κυπάρισσοι.

Άσμα ασμάτων, Α, παρ. 16,17

 

Κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι

κι ήταν άσπρο το κρεβάτι,

κι όλο θόλωνε, όλο μέλωνε

το γλυκό γλυκό σου μάτι,

και τα χέρια σου πλεκόντουσαν

στο κορμί μου γύρω γύρω

κι έπινα μέσ’ από τα χείλια σου,

γλυκιάν άχνα σαν το μύρο,

και σταλάζανε απ’ τα χείλια σου

γλυκά λόγια σαν τα μύρα,

κι ήταν άσπρο το κρεβάτι μας

κι οι μπερντέδες σαν πορφύρα…

Έτσι, αγάπη μου, σε χόρτασα

κι έτσι, τη γλυκάδα σου ήπια

μέσα στ’ άνομα αγκαλιάσματα

στ’ άνομα τα καρδιοχτύπια

κι απ’ το μέλι ποθοπλάνταζε

το κορμί σου και το μάτι

κι οι μπερντέδες ήταν κόκκινοι

κι ήταν άσπρο το κρεβάτι…

 

ΝΥΧΤΕΡΙΝΟ ΙΙ

 

Ένα φεγγάρι πράσινο, μεγάλο,

που λάμπει μες στη νύχτα, – τίποτ’ άλλο.

 

Μια φωνή, που γρικιέται μες στο σάλο,

και που σε λίγο, παύει, – τίποτ’ άλλο.

 

Πέρα, μακριά, κάποιο στερνό σινιάλο

του βαποριού που φεύγει – τίποτ’ άλλο.

 

Και μόνο ένα παράπονο μεγάλο,

στα βάθη του μυαλού μου. – Τίποτ’ άλλο.

 

 

 

 

 

ΤΟΠΙΟ ΧΕΙΜΩΝΙΑΤΙΚΟ

 

Έν’ αλλόκοτο φεγγάρι σαν ένα κομμάτι πάγου,

πεθαμένο και στημένο μες στη μέση του πελάγου,

 

μια βουβή μεγάλη ξέρα, πιο γυμνή κι από παλάμη,

μ’ ένα γέρικο, θλιμμένο, τραγικό μικρό καλάμι,

 

κι ένας ίσκιος – ένα κάτι, που δεν ξέρει τι έχει χάσει,

κι από τότε φέρνει γύρα, μη μπορώντας να ησυχάσει,

 

– παγωμένο, το χαμένο κι όλο φως εκείνο τρίο,

σιωπούσε, κι αγρυπνούσε, μες στη νύχτα, μες στο κρύο…

 

 

HOMO SUM

 

Homo sum: humani nihil a me alienum esse puto.

Τερέντιος, «ο αυτοτιμωρούμενος»

 

Τα’ όνειρό μου λάμπει σα διαμάντι

– μα είν’ ο νους μου τόσο ταπεινός,

κι η φτωχή ψυχή μου τόσο μόνη,

κι οι καημοί μου, σαν του καθενός.

 

Με γιομίζει τ’ όραμα του Απείρου

– κι όμως η καρδιά μου είναι στη γη,

κι η πληγή μου, που ποτέ δεν κλείνει,

τρέχει σαν ανθρώπινη πληγή…

 

Τα’ όνειρό μου λάμπει σα διαμάντι

– μα είν’ ο νους μου τόσο ταπεινός,

που έτσι ταπεινός, και τόσο μόνος

ίσως και δεν είναι κανενός!…

 

Τίποτα, στη γη, δε μου είναι ξένο,

τίποτα πικρό και τρυφερό,

– μα έξω κι από τόπο κι από χρόνο,

ζω μες στον Απέραντο Καιρό…

 

 

 

 

ΝΙΚΟΣ ΣΠΑΝΙΑΣ

(1924-1990)

 

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΤΟΥ ΑΣΩΤΟΥ

 

Βαρύς

Μ’ ένα κεφάλι σαν αυγό

Χωρίς μάτια χωρίς χαρακτηριστικά

Ξαναγυρίζεις

 

Πάνω στο σώμα έχουνε σβήσει

Χίλια άστρα

 

Άσπρος σα γύψος – πρεσβύτης περινούστατος –

Ο πατέρας σ’ αγκαλιάζει

Αυτός ουσιαστικά

Σ’ έδιωξε από το σπίτι

Ξαναγυρίζεις

Με την κίτρινη κολοκύνθη της ερήμου

Γεμάτη χλιαρό νερό

Δεμένη με σκοινί στο ραβδί σου

Μακρύ σαν κηρύκειο

Γερτός απ’ τη γεωμετρία της πόλης

Που σηκώνεις στην πλάτη σου

Πρόσεξε να περάσεις το κατώφλι του σπιτιού

Θα βασιλεύει ένα πράσινο βαθύ

Κι ο πατέρας διαρκώς θα σ’ αγκαλιάζει.

(ΦΟΡΟΣ ΤΙΜΗΣ ΣΤΟΝ GIORGIO DE CHIRICO, 1981)

 

ΓΑΛΑ ΠΙΚΡΟ

 

Γάλα πικρό, γάλα ξινό

σε πίνουμε ολημερνίς

μαύρο γάλα της αυγής.

 

Στολίζεται η κόρη που αγαπώ

βάφει τα μάτια με λουλάκι

τρέμει και πετά σαν το πουλάκι.

 

Γάλα πικρό, γάλα ξινό

σε ρουφάμε ολημέρα

Απ’ την αυγή ώς την εσπέρα.

(ΤΟ ΜΑΥΡΟ ΓΑΛΑ ΤΗΣ ΑΥΓΗΣ, 1987)

 

Η ΓΗ ΟΡΓΙΑΖΕΙ

 

Η Γη οργιάζει κι όλα τρέμουν σε κάθε δευτερόλεπτο

Ο οργασμός προμηνά μια γαλήνη

μια γαλήνη ολέθρια

που δίνει στις βιολέτες το χρώμα της θάλασσας

μιας θάλασσας που σηκώνει βουνά συμπαγή από κύματα.

 

Η Γη οργιάζει κ’ ένα τρέμουλο από σουραύλι

τη γεμίζει πυκνούς, πράσινους ανθούς που καπνίζουν.

Τη γεμίζει με μια νοσταλγία που δεν έχει όνομα

δεν έχει μνήμη παρά ένα άρωμα που μέμφεται

τόσο δυνατό που σε κάνει να επιθυμείς να γίνεις σπόρος.

 

ΚΑΛΙΦΟΡΝΙΑ

 

Ένα τσαμπί σταφύλια στον ήλιο.

Ο Ατλαντικός κυλά τα γκριζογάλαζα

κύματά του που σκάνε σε βράχους αιχμηρούς,

απόκρημνους, ή χώνονται σα φίδια

στους άμμους αφήνοντας

μια στρώση φύκια.

Οι χρυσοί καρποί της δεν πικρίζουν.

Η πρώτη σταφυλοπαραγωγική πολιτεία

της Αμερικής.

Το θαύμα της γέφυρας του Αγίου Φραγκίσκου.

Πόλεις κεντημένες στο πανί των οριζόντων.

Λος Άντζελες, Μόντερεϋ με τους Chicano

και τους παρίες του Τζων Στάινμπεκ.

Μια νέα φυλή ανθρώπων με καρδιές

φαρδιές σαν τις μπότες τους.

 

ΟΛΟΙ ΟΙ ΔΡΟΜΟΙ

 

Όλοι οι δρόμοι

ξεκινούν από τις αρτηρίες της καρδιάς μου

κι ύστερα επιστρέφουν σε σένα.

Τα χείλη μου εξαντλήθηκαν

ψελλίζοντας το όνομά σου.

Δεν έχει τέλος ή αρχή η αγάπη

δεν έχει τέλος η αρχή η προσμονή.

Οι ωκεανοί της Δημιουργίας

θραύονται πάνω στο στήθος μου.

Οι αφροί τους γίνονται χιόνι,

γίνονται ήλιος, θερμαίνοντας

τη θλίψη μου,

μια θλίψη ολισθηρή σαν παγόβουνο.

Είσαι το φως της εσπέρας

και το παν ρυθμίζεται από σένα.

(ΤΟ ΡΑΜΦΟΣ ΤΗΣ ΑΫΠΝΙΑΣ, 2001)

 

 

 

 

 

 

ΒΥΡΩΝΑΣ ΛΕΟΝΤΑΡΗΣ

(1932-2014)

 

ΝΑΝΟΥΡΙΣΜΑ ΓΙΑ ΕΝΑ ΜΙΚΡΟ ΧΤΙΣΤΗ

Νωρίς που από το χάδι σ’ αποκόψαν

κι απ’ το φιλί σε ξεριζώσαν και σε κόψαν..

Και μού ’γινες «μεγάλος», ενώ ακόμη

στάζουν φιλιά απ’ τα δάχτυλά σου κι απ’ την κόμη

και σύννεφο στο βλέμμα σου ανεβαίνει

που κρύβει εντός του μια αστραπή μετανιωμένη.

Κύκνε μου σκονισμένε, ποτέ πια σου

δεν τρέχεις τώρα να χτυπήσεις τα φτερά σου

στη λίμνη της αγκάλης μου – Κοιτάζεις

τα μαύρα ρούχα μου, γυρνάς κι αναστενάζεις.

Μα όπου κι αν πας δε φεύγεις μακριά μου,

είσαι ρυάκι που φλεβίζει απ’ την καρδιά μου.

Στα δάχτυλά ου ξάπλωσε, ρυάκι,

Κοιμήσου, άγριό μου, αφρισμένο ποταμάκι.

Ποιες στρίγγλες μοίρες θέλουνε, για σπίτι

να ’χεις πορνεία, σφαιριστήρια, μάζικ σίτυ;

Και ποια φριχτά κρεβάτια μ’ άθλιες στρώσεις

σου παζαρεύουν  της καρδιάς σου τις εκτρώσεις;

Φύγε, άνεμε κακέ, απ’ τον άσπρο ανθό μου,

κοιμήσου δάκρυ μου, κοιμήσου αχνόγελό μου,

λειψό φεγγάρι, χόρτο πατημένο,

κοιμήσου εσύ, αναφιλητό μου δαγκωμένο.

Πολύπαθο μικρό, γλυκιά μου σάρκα,

ο ύπνος σου να ’ναι σιντριβάνια, να ’ναι πάρκα,

να ’ναι πουλιά, τραγούδια, πανηγύρια,

ποτάμια ολάνθιστα κι αστέρινα γεφύρια,

μικρό μου, που απ’ το χάδι σ’ αποκόψαν

κι απ’ το φιλί σε ξεριζώσαν και σε κόψαν..

 

Η ΣΙΩΠΗ ΠΟΥ ΑΚΟΛΟΥΘΕΙ

 

Όχι μόνο τα’ αθώα παράπονα,

που αναποδογυρίζουνε με μια κλοτσιά στο στήθος,

όχι μόνο οι φωνές, που τις ξαπλώνουν στις πλατείες,

όχι μόνο οι ανύποπτοι ενθουσιασμοί

 

Πιο δυνατή είναι, πιότερο βαραίνει

η σιωπή που ακολουθεί,

η σιωπή των πεισμωμένων δρόμων, των κλειστών παραθυριών,

η σιωπή των παιδιών μπροστά στον πρώτο σκοτωμένο

η σιωπή μπροστά στην ξαφνική ατιμία,

η σιωπή του δάσους,

η σιωπή του αλόγου δίπλα στο ποτάμι,

η σιωπή ανάμεσα σε δύο στόματα, που δεν μπορούν να φιληθούν,

κι εκείνη η «ενός λεπτού σιγή»,

που παρατείνεται και γιγαντώνεται

μες στις καρδιές, μες στους αιώνες,

η σιωπή, που αποφασίζει

τι είναι να μείνει, τι είναι να χαθεί.

(ΟΡΘΟΣΤΑΣΙΑ, 1957)

 

Η ΟΜΙΧΛΗ ΤΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ

ΙΙ

Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι

κι όσα για σένα είχες ελπίσει

έχουνε τώρα πια όλα σβήσει,

η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι.

 

Η πίστη σου – που την σηκώναν άλλοι –

βαραίνει τώρα και συνθλίβει

καμιά σιωπή πια δε σε κρύβει

καμιά καταφορά δεν αναβάλλει.

 

Σκιά ήταν ό,τι για ζωή αγαπήθη,

ήχος στεγνός μιας άδειας λέξης

–  σαν ήρθε η ώρα να διαλέξεις

είπες: ας φράξουν τη φωτιά άλλα στήθη…

 

Ποτάμι που έχει μείνει ξερή κοίτη

πώς να ’χεις έτσι ξεστρατίσει;

Σου άξιζε εσένα αλλιώς να ζήσεις.

Η ομίχλη μπαίνει από παντού στο σπίτι…

(Η ΟΜΙΧΛΗ ΤΟΥ ΜΕΣΗΜΕΡΙΟΥ, 1959)

 

ΙΩΣΗΦ, ΒΟΥΛΕΥΤΗΣ ΑΡΙΜΑΘΑΙΑΣ

IV

Τόσα φιλιά – μα δίχως χείλη

τόσες αφές – μα δίχως χέρια

τόσοι φρουροί – μα δίχως πύλη

τόσες ειδήσεις – δίχως περιστέρια

 

Τόσοι αγώνες – δίχως μάχη

τόσες μαγείες – δίχως θάμα

Κρυφά θα φύγει δίχως να ’χει

Αφήσει ούτε ένα ίχνος η γενιά μας

 

– Άλισον, Τζέφρυ, Ουίλλιαμ, Σάντυ…

Τους ήξερες ποτέ; Άγνωστά μας

ονόματα στην αλισάχνη

τώρα που βούλιαξαν πια τα δικά μας

 

Έρωτας – δίχως ν’ αγαπάμε

Ζωή – χωρίς ποτέ να ζούμε

Έλα λοιπόν κι απόψε, ας πάμε

να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε

Τι μπέρδεμα η ζωή μας, τι ιστορία…

– Σάμπως να υπάρχει πια Ιστορία

δική σου ή άλλη… – Τι σκαλίζεις

τα σπλάχνα του ραδιόφωνου;

 

Ήμασταν θάλασσα κι έχουμε γίνει

σάπια βροχή και τιποτένια

Ξύσε το λούστρο των νυχιών σου,

το ρίμελ, το make up και μίλησέ μου

 

– Είμαστε μεσοπόλεμος, σου λέω,

ανίατα μεσοπόλεμος … Ας πάμε

λοιπόν κι απόψε, ας πάμε πάλι κάπου

να χορέψουμε ή να σκοτωθούμε…

(ΨΥΧΟΣΤΑΣΙΑ, 1972)

 

ΜΟΝΟΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ

VIII

Δεν είχα κιμωλία να σχεδιάσω την ψυχή μου

με άλφιτα σημείωσα γραμμές και σχήματα μιας μοίρας

μα πέσαν τα πουλιά και τα ’φαγαν και σβήσαν

Μη με ρωτάς μετά πώς έχτισα το αδιέξοδό μου

και πώς πορεύτηκα και πού πλανήθηκα στους ίδιους μου τους δρόμους

πόσες φορές σκόνταψα πάνω μου

με το κεφάλι στην καρδιά μπηγμένο

 

Ψυχόπολη

με τα θαμμένα ποτάμια και τα γκρεμισμένα κάστρα

με τις πλατείες που αλλάζουν σχήμα σαν τον κόκκινο λεκέ στη μπλούζα

Ψυχόπολη με τα στοιχειά με τις πυρές και τις αγχόνες

με το κλάμα που δαγκώνει τα μάνταλα στις πόρτες

γειτονιές επιτάφιοι με πόρνες ημερομηνίες στα παράθυρα

υπόγειοι σταθμοί με ερινύες κοπέλες

που τα χείλη τους έγιναν θρόισμα ξερόφυλλων εφημερίδων

νόμοι συνθήματα πραιτώρια φυλακές

νεκρόκηποι νεκρόκηποι νεκρόκηποι

 

ανεξερεύνητο έγκλημα

εδώ περιπλανήθηκα

ανάμεσα στο φονιά και τους μελλοντικούς φονιάδες

φορώντας κατάσαρκα το μαύρο δίκιο μου

φτάνοντας από αγωνία σε αγωνία κι ως την υπέρτατη αγωνία του λογικού

με την χειρωναξία του πνεύματος πασχίζοντας να ξαναβρώ

το αρχέτυπο σβησμένο σχέδιο

ώσπου με ξέκανε σε βρώμικα σοκάκια το τραγούδι…

 

μη ελπίσεις παρ’ εμού ούτε στίχους ούτε άλλο τι ·

μόνον δια της λύπης είμαι εισέτι ποιητής

(ΜΟΝΟΝ ΔΙΑ ΤΗΣ ΛΥΠΗΣ, 1976)

 

ΣΤΙΧΟΜΑΝΤΕΙΑ

 

Τα ονόματά μας πού και πού μας βλέπουν στο όνειρό τους

ψυχές περιπλανώμενες δυστυχισμένες

χαμένες σημασίες που τις αποζητούν ακόμα

Για μια στιγμή θαρρούν πως μας αγγίζουν και έντρομα ξυπνούν

κι ανάβουνε τα παγωμένα φώτα

κι αρχίζουν από μόνα τους να γράφονται και να φωνάζονται

να νιώσουν έτσι πως υπάρχουν

 

Γιατί, πού τώρα πια φωνές, χαιρετισμών να τα καλούν

να τρέμουν οι ουρανόσκαλες και να γεμίζει η γειτονιά λουλούδια

πού τώρα δάχτυλα αποχωρισμού να τα χαράζουνε στης νεραντζιάς τη φλούδα

 

Θα μας ξεχάσουν κάποτε τα ονόματά μας

δε θα μας ξέρουν ούτε στο όνειρό τους

θα ζήσουν μια δική τους ζωή με άλλες σημασίες σε εξώθυρες και εξώφυλλα

βροχές θα τα μουσκεύουν δάκρυα και δε θα μας ξέρουν

 

Εμείς χαμένες σημασίες

κι αυτά ίχνη από ξένα πεπρωμένα

 

*

 

Μόνο αν υπήρχε ένας μεταθανάτιος λόγος θα μπορούσα να σου πω

αυτά που τώρα εδώ κάθομαι και ψελλίζω

– περίληψη των επομένων

που συνωστίζονται να βρουν συνέχεια και τέλος στο παρόν

 

Θνητός της ποίησης ο λόγος

αλλά από ανάξιο φόβο την αθανασία ζητάει

φαντασιώνει τα αισθητά ως προαισθήματα

και τα μελλούμενα ως τετελεσμένα

νεκρώνει τα παρόντα για να τα πενθεί

κι αυτή η νεκρότητα είναι η αθανασία

 

Προς τι λοιπόν ν’ απλώνω τη σαγήνη

και να ανασέρνω απ’ την απέραντη σιωπή

μορφές και εικόνες μιας ζωής από τα πριν χαμένης

 

Κι εσύ τι μου ζητάς να γράφω…

 

Σχεδιάσματα αδιέξοδα στη λευκή τρέλα

δρόμοι χειρόγραφοι όπου θα χαθείς όπως εγώ κι εσύ παντέρμη

Το περιθώριο δε με έσωσε

γκρεμίστηκα έξω απ’ τις σελίδες

 

Κι εσύ τι μου ζητάς να γράφω

Δε βλέπεις πως πεθαίνω;

 

ΤΟ ΜΕΘΥΣΙ ΤΩΝ ΝΕΚΡΩΝ

 

Μέσα μας

τα ερείπια όσων μέλλουν να συμβούν

τα ερείπια αυτών που μέλλουμε να γράψουμε

 

– Τι χτίζετε, φώναξε ο γέρος ξεναγός

υψώνοντας αλλόφρονα τα χέρια κουτσοφτερακίζοντας

ανάμεσα στα ερείπια της γραφής

Προς τι οι θεόρατοι ναοί, τα σμιλεμένα ποιήματα,

τα θαυμαστά μεγάλα έργα;

Το ερείπιο είναι το αρχέτυπο

Οι μορφές επινόησης

 

– Νεκρέ, είπε η Στιχομάντισσα,

δύσκολο θάνατο έχεις να διαβείς

Απ’ το βασίλειο της Μνήμης φεύγοντας

μακριά θα πορευτείς περιπλανώμενος

γυρεύοντας το Τι.

Βλέπω στις ερημιές να σου χιμούν ρεκάζοντας τέρατα απαντήσεις

να σου κατασπαράξουν το αίνιγμα

ώσπου να φτάσεις κάποτε

στη χώρα που την κατοικούν οι αντιλέξεις.

Τόσο πυκνές που έλκουν πίσω και ρουφάν το νόημά τους

Καμιά απολύτως μαρτυρία δεν έχουμε γι’ αυτές

 

Και δεν αρκεί να ονοματίσεις κάτι για να υπάρξει

(ΕΝ ΓΗ ΑΛΜΥΡΑ,1996)

 

 

 

 

ΜΑΡΙΑ ΚΥΡΤΖΑΚΗ

(1948)

 

Εσύ πατρίδα μου είσαι μια πόρνη

Με νταβατζήδες και πρεζάκηδες τελειώνεις τη δουλειά σου

Κι ύστερα ντύνεσαι φτηνά και βγαίνεις

 

Είσαι μια πόρνη σαν κυρία

Προσεχτικά τους επιβήτορες διαλέγεις

Πλάγια μέσα χρησιμοποιείς

Δανείζεσαι ξένα ονόματα

 

Καθόλου αθώα – θύμα των ισχυρών ή κάτι τέτοιο

Την κλίση σου τη διάλεξες προσεχτικά

Όπως προσεχτικά την πόρτα μου χτυπάς

Και μεταμφιεσμένη σε ταλαίπωρο λαό

Μου απαιτείς να παραδώσω την ψυχή μου

(Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΜΕ ΤΟ ΚΟΠΑΔΙ, 1982)

 

ΗΜΕΡΙΑ ΝΥΧΤΑ

 

Α.

Είδα τον άντρα σαν αρχάγγελο

– με τη ρομφαία

Σαν θάνατος μ’ αγκάλιασε

 

Ε.

Η καλοσύνη του σαν νύχτα με χωράει

Ο ερωτάς του σαν σώμα αφίλητο.

Από το βάθος της ημέρας με πλησίασε

άντρας σαν φύσημα ανέμου

τους κόκκους μου σαν στρόβιλος εμπέρδεψε

σύννεφο απλώθηκα να τον χωρέσω.

 

(Σαν έρημος το θαύμα μου περνώ στην ιστορία)

 

Θ.

Έρχεται προς εμένα

– και υποχωρώ.

Με τα τεράστια φτερά του κάνει ουρανό.

Βυθίζομαι στην κόλασή του

Σαν θέρμες να τον πιάνουνε

σαν να ’μαι στο καζάνι του η φωτιά.

Δροσίζεται επάνω μου

Με γεύεται σαν παγωτό χωνάκι

σαν κάτι ξένο.

Δεν με τολμά ολόκληρος να με τυλίξει

απ’ τα βυζιά μου το αίμα να γευτεί.

Θέλει μαχαίρι να μου μπήξει στην κοιλιά

μέσα μου να χωθεί

με πρόσωπο και σώμα

 

ΙΕ.

Τραγουδώ τη σιωπή και πιο πέρα

 

Στο κορμί μου επάνω στερέωσες

χαμηλές σημαιούλες

Με τον πόντο βαδίζεις   σαν άγιος

Έναν έναν τους νεκρούς ανασταίνεις

 

ΚΘ.

Σε χωρώ και βαδίζω.

Ενδιάμεσα τους ήλιους μου βάζω

Τη φωνή σου

Σαν φωνή κουλουριάζεται εντός μου

Και τα χέρια σου δένω αλυσίδες.

Πόσος θάνατος με χωράει απόψε

Πόσο φως τη φωνή μου τεντώνει

Ακουμπώ

Στη σχισμή της ημέριας νύχτας

και σαν γύφτισσα το αυτί μου στο χώμα

Βουητό με τραντάζει και σαν γη

το κορμί μου

Το καφέ στων ματιών σου  Ανοίγω

Να με κάψεις  Το μέλι να στάξεις

σαν μαύρο

Του σπινθήρα σου γίνομαι η άκρη

Στο κορμί σου απλώνομαι τέφρα

Μαύρο φως

και σαν ένας πορφυρός

 

και γιγάντιος καθρέφτης

σαν ήλιος

 

ΛΒ.

Ανέωξα σ’ εσένα το σώμα μου

και τη γλώσσα μου χύνω.

Σαν πηγάδι της γης και του χώματος πόρος

Με τραβάς

Και στη νύχτα σου γιασεμί αναδεύω

Ξεπηδάς κι όπως χέρι απλώνεσαι

μυρωδιά μου που αφή με τυλίγεις

Το τραγούδι σου ντύμα μου βάζεις

Δίχως στίχο και χωρίς μουσική

να χορέψω προστάζεις

Διατάζεις και γέρνω σαν κάλυκας

Και τα χέρια σου ράχη κι ορθώνουν

(ΗΜΕΡΙΑ ΝΥΧΤΑ, 1989)

 

ΣΧΙΣΤΗ ΟΔΟΣ

 

Και δεν επέθανες, βεβαίωσε η φωνή

(Υπόγειο καλώδιο αναγκάζει

τις συσκευές του κόσμου να μιλούν)

Όχι δεν πέθανα και ζω και σου μιλώ

 

Πουλάκι είναι και λαλεί πουλάκι είναι κι ας λέει

Έρχεται πέρασμα στενό έρχονται αγάπης λόγια

σχιστή την γλώσσα διασχίζει η οδός

Φάνηκε φόνος

 

Για θάνατο δεν ξέρει ο σκοτωμένος

Μόνο βυθίζεται λες χάνεται Σαν μυστικό

πέτρας παλιάς που σήκωσε πατημασιά η αεράκι

που πέρασε από όαση και τώρα στροβιλίζεται

τα ίχνη αφανίζοντας σε έρημο

άνεμος κυκλικός

 

Για θάνατο δεν ξέρει ο σκοτωμένος

Όταν το μαύρο φως σαν άσπρο τον κυρίεψε

Στο ανεξίτηλο εισχωρεί αργά  Τρομάζει

 

Βλέφαρο και ταράζεται ωσάν

με τις συσπάσεις του να δύναται

– πως ναι πως σώζει την φωνή

Για θάνατο δεν ξέρει να μιλά   Άπολις παραδίδεται

Αμαχητί μες στα δασάκια του μυαλού αναζητά

τις ζωγραφιές των αισθημάτων πως υπήρξαν

 

Για θάνατο μιλούν οι ζωντανοί.

 

Λίγο με χάρτινα στεφάνια κέρματα

δοσοληψίες των χεριών στου οφθαλμού

την αδηφάγο κατοχή συμπαραστάτες

Λίγο με δόξας απόηχους

Λίγο με ύπνο και όνειρα

Σε περιγράφει ο θάνατος

Σαν θάνατος ο θάνατος περιγελά  Σε περιφέρει

Ως επιτάφιος το ζην και αλήθεια

ότι προόρισται για Κιβωτός θανάτου

Μα δεν επέθανες, βεβαίωσε η φωνή

 

Και τι θα πει δεν πέθανα και πώς

τον θάνατο θάνατο ονομάζεις

πώς να υπάρξει όνομα στον θάνατο πώς

να φθογγούται ο θάνατος και πώς

ο θάνατος να καρπωθεί το «ξέρω του θανάτου»

 

Ειδέναι Οίδα Οιδίποδας.

Μόνο με ψεύδη βεβαιώνεται η ζωή

(ΣΧΙΣΤΗ ΟΔΟΣ, 1992)

 

ΕΛΛΗΝΕΣ

 

Σαν Έλληνες που ξέμειναν

σε άλλης γης πατρίδα.

 

Χάθηκε στα βάθη της Ασίας

σε παραλίες φιλοσόφων βούλιαξε

και στα νησιά των ποιητών έγινε κύμα

και αεράκι ήμαρ νοσταλγίας.

 

Πατρίδα είναι ό,τι νοσταλγείς.

 

Πέρα απ’ του Πύρρου την χαμένη ηδονή

της Πίνδου τα’ αποκούμπι

Πίσω απ’ του Αίμου τις κορφές

στην Θράκη του Ορφέα η Ευρυδίκη

μαύρο μαντήλι να φορεί

ρούχο μακρύ του πένθους

 

Γιατί πενθεί την μουσική.

 

Και ψάχνει ψάχνει στα τρανζίστορ στα FM

κι ύστερα πάλι αίματα μεσαία και

στα βραχέα αίματα τα σκοτεινά και συμπαγή

τα μέλη της το μέλος ψάχνει

λόγο πλάγιο να πει

την μελωδία που άστραψε

και σαν ζωή της φάνηκε.

 

Και σαν ζωή τους φάνηκε

πως νοσταλγούν αυτήν την άλλη την ζωή.

Πίσω από μάρμαρα ερείπια κρυφτήκαν

στον Παρθενώνα γύρισαν  Εκοίταξαν

με τις Καρυάτιδες μαζί περπάτησαν

τον βράχο άκρη άκρη στην πόλη του Ζαλόγγου

μέσα σε κοίλα θέατρα παράστησαν.

 

Όχι. Αυτοί δεν ξέρουν δεν νοούν

Δεν ξέρουν ούτε νοσταλγούν

 

και τα τρανζίστορ παίζουν άλλες μουσικές.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΘ.Παπαϊωάννου: με μια χούφτα λέξεις ..
Επόμενο άρθροΟι μαοϊκοί, οι τροτσκιστές και οι άλλοι

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ