Το ύφος μιας απέραντης μέρας (του Νικόλα Τερμεντζή)

0
510

 

του Νικόλα Τερμεντζή

Ο χρόνος δεν είναι μονάχα ώρες που διαδέχονται η μία την άλλη· είναι τόσο η αίσθηση, όσο και τα σημάδια που αφήνει μέσα μας, καθώς περνάει. Είναι αυτή η περίπλοκη, η υποκειμενική σχέση μας μαζί του, που μας κάνει να τον νομίζουμε ατέλειωτο. Και αφού η βιωματική διάρκεια μπορεί να διαφέρει τόσο πολύ από τον αντικειμενικά μετρήσιμο χρόνο, σκέψη, η οποία διατυπώθηκε από τον Henri Bergson, εξηγείται γιατί ένα εικοσιτετράωρο μπορεί πράγματι να καταλήξει απέραντο και φριχτό.

Με το Εκεί που ζούμε (Πατάκης, 2019), που μεταφέρεται τώρα και στον κινηματογράφο, με αγαπημένους-ες ηθοποιούς και με τη σκηνοθετική ματιά του Σωτήρη Γκορίτσα, ο Χρίστος Κυθρεώτης θίγει την εξής ενδιαφέρουσα προβληματική: τη σχέση του ανθρώπου με τον χρόνο. Ο τριανταπεντάρης πρωταγωνιστής, ο Αντώνης Σπετσιώτης, καλείται μέσα σε μια καλοκαιρινή μέρα να διεκπεραιώσει ορισμένες επείγουσες δουλειές: το πρωί, να εμφανιστεί στο δικαστήριο ως συνήγορος υπεράσπισης της Ανθής Δημητριάδου, το απόγευμα, να συναντήσει στο καφέ-μπαρ «ΙΖΩ» την πρώην κοπέλα του, τη Στέλλα και το βράδυ, να συνοδέψει τον πατέρα του σε μια ριψοκίνδυνη επιχείρηση μεταφοράς ενός παράνομου γεωτρύπανου από το Χαλκούτσι στον Ορχομενό. Όμως, στην πορεία προκύπτουν νέες περιπέτειες, γιατί το φασαριόζικο πρόγραμμα «δεν είναι [μόνο] αυτό, και ποτέ δεν είναι όλο, είναι πάντα [και] κάτι άλλο»[1] (σ. 440): ο Αντώνης έχει να διαχειριστεί τις ανησυχίες της μητέρας του, να κάνει μια στάση στο γραφείο για να προμηθευτεί τα δικόγραφα για τη Δευτέρα και να περάσει από το πάρτυ στο Μπελβίλ.

Στην περίπτωση, λοιπόν, του ήρωα, που βασανίζεται για τις υποχρεώσεις του ήδη από την αρχή, ο χρόνος κυλά βραδύτερα. Μάλιστα, κατά τέτοιο τρόπο, όπου τα λεπτά γίνονται ώρες και οι (είκοσι τέσσερις) ώρες μια ολόκληρη ζωή: οικογένεια, διαζύγιο, έρωτες, σπουδές, συμβιβασμοί, φιλίες και φιλοδοξίες. Οι πλούσιες αναδρομές συνυφαίνονται με το τακτικό πέρασμα από την αφήγηση καθημερινών προσώπων και ιστοριών και στοιχειοθετούν ένα πλουραλιστικό μυθιστόρημα αξιόλογης αφηγηματικής δύναμης, του οποίου η εστίαση ποτέ δεν χάνει τον δρόμο της προς το κέντρο: «αν θέλουμε να είμαστε απόλυτα ειλικρινείς, δεν υπάρχουν ιστορίες – υπάρχει μόνο ο χρόνος» (σ. 112).

Αυτό, άλλωστε, είναι και το διακύβευμα στα πεζογραφήματα εκείνα, των οποίων η υπόθεση ξετυλίγεται στο χρονικό πλαίσιο της μιας ημέρας – κορυφαία δείγματα του είδους είναι τόσο ο Οδυσσέας, όσο και Η κυρία Νταλογουέι. Είναι 16 Ιουνίου 1904, όταν ο Λεοπόλδος Μπλουμ αναμετριέται με τις προκλήσεις του στο Δουβλίνο· 13 Ιουνίου 1923, όταν η κυρία Νταλογουέι ξεκινά την προετοιμασία της κοσμοπολίτικης δεξίωσής της στο Λονδίνο· 20 Ιουνίου 2014, όταν ο Αντώνης Σπετσιώτης έρχεται αντιμέτωπος με τις δεκάδες υποχρεώσεις του στην Αθήνα. Ο Κυθρεώτης εκμεταλλεύεται άριστα το ρεαλιστικό μονοπάτι και στήνει εξαρχής έναν χαρακτήρα, που γνωρίζει με κρυστάλλινη καθαρότητα περί τίνος πρόκειται. Προικίζοντάς τον με το αισθητήριο της οξυδερκούς παρατήρησης και εκχωρώντας του πρόσβαση στο διαπεραστικό χιούμορ και τα ευφυή αυτοσχόλια, καταφέρνει να ζωγραφίσει το προφίλ ενός σύγχρονου νέου, που μπροστά στο ύφος μιας δυσκίνητης μέρας, υψώνει τη συναισθηματική του αυτογνωσία και ωριμότητα.

Παρασκευή, 20 Ιουνίου 2014. «Οκτώ παρά πέντε και το τηλέφωνο χτυπάει, αδιάψευστο σημάδι πως ο κόσμος δεν πρόκειται να παραβλέψει την ύπαρξή μου ούτε και σήμερα. Είναι η Δημητριάδου» (σ. 36). Η εργασιακή λούπα εξουθενώνει και η υπόθεση της Δημητριάδου είναι άλλη μια ψυχολογική δοκιμασία. Αμήχανα τα τηλεφωνήματα του Αντώνη με τους γονείς του, το ίδιο αμήχανη αποδεικνύεται και η διαδρομή προς το σπίτι του Καρέλλη, όπου η φυσική επαφή εξαναγκάζει σε έναν τυπικό διάλογο. Η αμηχανία τον κρατά δέσμιο στο ανέφικτο της επικοινωνίας και στην εσωστρέφειά του: κανένας δεν θα πληροφορηθεί για τη μετανάστευσή του στο Λουξεμβούργο, παρά μονάχα ο γείτονάς του, στην αυγή της επόμενης μέρας. Εξάλλου, στη σκακιέρα των ανθρώπινων σχέσεων, με τον χρόνο να κινείται απειλητικά, όπως υπάρχει ο «νόμος για τον θάνατο», υπάρχει και ένας νόμος για τη σιωπή: είναι μέχρι να αντιληφθούμε «πως δεν έχουμε τίποτα απολύτως να πούμε, πως, πραγματικά, είπαμε όλα όσα είχαμε να πούμε» (σ. 395).

Ξημερώματα Σαββάτου. Το ημερολόγιο υποδέχεται την 21η Ιουνίου. Ο Αντώνης αποχαιρετά τον Κώστα Δημητριάδη, δίνοντας την «ενοχλητική» υπόσχεση πως θα του τηλεφωνήσει το πρωί. Το τρομερό ασύνδετο της κατακλείδας υπόσχεται με τη σειρά του πως οι μέρες που θα ακολουθήσουν θα συνεχίσουν να μοιάζουν απέραντες, γεμάτες εκκρεμότητες. Ο Κυθρεώτης μεταχειρίζεται το θέμα του με έξυπνο τρόπο, παρέχοντας τις απαντήσεις: ζούμε στο αμείλικτο συναπάντημα του χρόνου και του αποτυπώματος που αυτός αφήνει μέσα στις ψυχές μας· εκεί ζούμε.

 

  • Η ταινία βγαίνει στις αίθουσες προβολής στις 27 Οκτωβρίου

[1] Χρίστος Κυθρεώτης, Εκεί που ζούμε, Αθήνα, Πατάκης, 42019· όλα τα αποσπάσματα προέρχονται από αυτή την έκδοση.

Προηγούμενο άρθροΘα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος (της Τόνιας Κοσμαδάκη)
Επόμενο άρθροΣύγχρονη Ελληνική Μεταναστευτική Λογοτεχνία (της  Ευαγγελίας Αραβανή)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ