Το βάρος της Ιστορίας στον Γκρόσμαν (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

0
359
Το Γκόλι Ότοκ, στα ανοικτά των ακτών της Κροατίας, όπου επί Τίτο λειτουργούσε ένα στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας

 

της Δήμητρα Ρουμπούλα

 

Το τελευταίο μυθιστόρημα του Νταβίντ Γκρόσμαν μπορεί να περιγραφεί ως η ιστορία τριών δυναμικών γυναικών. Ωστόσο ο Γκρόσμαν, από τους πιο καταξιωμένους συγγραφείς και διανοούμενους του Ισραήλ, χρησιμοποιεί τις αλληλοσυνδεόμενες διαδρομές αυτών των γυναικών ως εφαλτήριο για να θίξει πολλά θέματα, με κυρίαρχα τη γονεϊκή αγάπη και την εγκατάλειψη κάτω από εξαιρετικά αντίξοες συνθήκες που δοκιμάζουν ακόμη και τα αρχέγονα συναισθήματα, αλλά και τη μνήμη και την ενοχή που λειτουργούν κάποτε ως λυτρωτικά υλικά. Το βάρος της Ιστορίας πάνω στις ζωές των ανθρώπων παραμένει το αγαπημένο του θέμα.

Όπως και στα προηγούμενα έργα του, έτσι και στο «Η ζωή παίζει μαζί μου» (εκδ. Ψυχογιός), που έρχεται μετά το «Ένα άλογο μπαίνει σ΄ένα μπαρ» με το οποίο τιμήθηκε με το Man Booker International Prize το 2018, ο Γκρόσμαν περιπλανιέται στην αφήγησή του σε πολλούς τόπους και χρόνους, ξεφεύγοντας από την κύρια γραμμή της πλοκής  αλλά συνδέοντας σταδιακά με έναν μαγικό τρόπο τα παράπλευρα ταξίδια με την κεντρική ιστορία. Ένας τρόπος γραφής που επικοινωνεί με τη συχνή εναλλαγή μεταξύ ρεαλισμού, λυρισμού και σουρεαλισμού. Ο συγγραφέας δείχνει να πασχίζει ώστε να χωρέσει όσο το δυνατόν περισσότερο τη ζωή και τα καμώματα της μεταπολεμικής Ιστορίας  σε ένα ενιαίο πλαίσιο. Το βιβλίο προέκυψε από την πραγματική ιστορία μιας Γιουγκοσλάβας, της Εύας Πάνιτς-Ναϊρ, την οποία ο συγγραφέας γνώρισε στο Ισραήλ και ανέπτυξε μαζί της μια φιλία. Σ΄αυτή τη γυναίκα, «σύμβολο θάρρους σχεδόν υπεράνθρωπου», ο Ντανίλο Κις είχε αφιερώσει μια σειρά εκπομπών στη σερβική τηλεόραση. Όπως αναφέρει, ο Γκρόσμαν «είχε την απόλυτη ελευθερία να διηγηθεί την ιστορία της αλλά και να τη φανταστεί και να την επινοήσει όπως ποτέ δεν υπήρξε».

Το «Η ζωή παίζει μαζί μου» μας εισάγει σε μια ιστορία πολλών γενεών, γεμάτη γεωπολιτική βαρβαρότητα και οικογενειακά τραύματα, με μια 90χρονη ολοζώντανη, φοβερή μητριαρχική γυναίκα ονόματι Βέρα να πρυτανεύει από την αρχή ως το τέλος.  Αυτή η «μικροκαμωμένη γυναίκα με το πράσινο οξύ βλέμμα», με φυσική αρχοντική κομψότητα, πάντα κοκέτα με το κόκκινο κραγιόν στο  χέρι, γενναιόδωρη και μαχήτρια, την οποία όλοι σέβονται και θαυμάζουν, έχει σημαδέψει όλους τους χαρακτήρες. Η νεαρή εγγονή της Γκίλι, επίδοξη σκηνοθέτις, αναλαμβάνει να μας πει την ιστορία της σε μια αφήγηση που κινείται μεταξύ διαφορετικών χρονικών περιόδων και μεταξύ φωνών πρώτου και τρίτου προσώπου, μέχρι βήμα βήμα να συνειδητοποιήσουμε τη βαριά κληρονομιά της βίας του 20ού αιώνα πάνω στις ζωές αξιοπρεπών, πληγωμένων ανθρώπων.

Είναι αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν ο παππούς της Γκίλι, Τούβια, χάνει τη σύζυγό του και ξαναπαντρεύεται μια Γιουγκοσλάβα, προσφάτως μετανάστρια στο Ισραήλ, τη Βέρα Νόβακ, χήρα και μητέρα της όμορφης Νίνας. Η οικογένεια, πυρήνας της οποίας γίνεται η Βέρα, ζει σε ένα κιμπούτς, χώρο τότε μιας προοδευτικής πολιτικής και συλλογικού έντιμου μόχθου. Όμως ο γιός του Τούβια, Ραφαέλ, ερωτεύεται τη Νίνα, ένα κορίτσι αγρίμι, απόμακρο και αινιγματικό σαν σφίγγα. Η ανταπόκρισή της ήταν περισσότερο μια πράξη εξέγερσης, παρά έρωτα. Έτσι ξεκινά μια μακρά και άνιση σχέση, με τον συγκαταβατικό και εσωστρεφή Ραφαέλ να «ξέρει μόνο να την αγαπά», εμμονικά και μονόπλευρα, και να απορροφά τους κραδασμούς που αυτή προκαλεί καθώς πάντα φεύγει και το χειρότερο εγκαταλείπει το παιδί που γεννά, τη Γκίλι, η οποία κάποια στιγμή μάλιστα αποπειράται να αυτοκτονήσει.

Η ιστορία μεταφέρεται στο 2008 και στα 90ά γενέθλια της Βέρας, τα οποία τιμά η ευρύτερη οικογένεια. Ακόμη και η Νίνα επιστρέφει στο κιμπούτς, η οποία μετά τη γέννηση της Γκίλι ζει μια σχεδόν αυτοκαταστροφική ζωή περιπλανώμενη από τόπο σε τόπο – Ιερουσαλήμ, Νέα Υόρκη και τελευταία σε ένα αρκτικό νησί μεταξύ Λαπωνίας και Βόρειου Πόλου. Ο αφοσιωμένος Ραφαήλ την περιμένει και την συγχωρεί, αντίθετα με την κόρη τους  η οποία, καταδικασμένη μια ζωή να αναζητά τους λόγους που την παράτησε η μητέρα της, εμφανίζεται απέναντί της διαρκώς θυμωμένη και επιθετική. Η Νίνα αποκαλύπτει ότι πάσχει από μια εκφυλιστική ασθένεια με τη μνήμη της να σβήνει σιγά σιγά. Γνωρίζοντας ότι ο χρόνος της τελειώνει, επιστρέφει στο Ισραήλ. Ο Ραφαέλ, σκηνοθέτης κι αυτός, παρακινεί τη Γκίλι να μετατρέψει το φιλμ που έχει ετοιμάσει για τα γενέθλια της γιαγιάς της σε μια καταγραφή της ζωής της Νίνας. Κάτι τέτοιο όμως απαιτεί ένα μακρινό και οδυνηρό ταξίδι στο παρελθόν της Βέρας και στα τραγικά μυστικά της.

Το μυθιστόρημα απογειώνεται στο δεύτερο μέρος, με τους Βέρα, Νίνα, Γκίλι και Ραφαέλ να ταξιδεύουν στη γενέτειρα της πρώτης, την Κροατία (τμήμα της πρώην Γιουγκοσλαβίας) και στο «τι είχε συμβεί στ΄ αλήθεια εκεί» και διέλυσε τη ζωή της κόρης της και εξακολουθεί να δηλητηριάζει την οικογένειά της επί τρεις γενιές. Η απάντηση κρύβεται στο εγκαταλειμμένο νησάκι Γκόλι Ότοκ, στα ανοικτά των ακτών της Κροατίας, όπου επί Τίτο λειτουργούσε ένα στρατόπεδο καταναγκαστικής εργασίας, επισήμως «στρατόπεδο αναμόρφωσης». Εκεί, στα μέσα της δεκαετίας του 1950, οδηγήθηκε από τη μυστική υπηρεσία UDBA η Βέρα, άλλοτε παρτιζάνα, συνεργάτις μετά τον Πόλεμο στην αντικατασκοπεία του Τίτο και πάντα «σοσιαλίστρια στην ψυχή», με την κατηγορία ότι εκείνη και ο σύζυγός της Μίλος, αξιωματικός ιππικού του στρατάρχη, είχαν φιλοσταλινική στάση. Ύστερα από χρόνια σιωπής η Βέρα με λόγο ασθματικό διηγείται την εφιαλτική τρίχρονη κράτησή της στο στρατόπεδο. Μιλά για τον Μίλος, τον μεγάλο της έρωτα («ο άνδρας που αγάπησα περισσότερο στη ζωή μου»), τον μαχητή Σέρβο από πάμφτωχη οικογένεια που έδωσε νόημα στη ζωή της, τον ήρωα πολέμου και γνήσιο κομμουνιστή. Όμως οι αναμνήσεις από το απόκοσμο ξερονήσι – «Αλκατράζ της Αδριατικής» το λένε μέχρι σήμερα- είναι τρομακτικές.

Ο συγγραφέας στήνει μέσα στα ερείπια της άλλοτε φυλακής κορυφαίες σκηνές με τη Βέρα να θυμάται όταν την πήγαιναν καθημερινά στην κορυφή ενός γκρεμού πάνω στο βουνό και την ανάγκαζαν να στέκεται επί πενήντα επτά ημέρες στον καυτό ήλιο, με μοναδική συντροφιά ένα δεντρύλλιο  που σκίαζε με το σώμα της. Ο αναγνώστης νιώθει την Ιστορία ως ένα ρεύμα ανελέητης βίας, με τα Βαλκάνια να βράζουν – «Στα Βαλκάνια, ο πόλεμος έχει άλλη λογική. Πόλεμος στα Βαλκάνια είναι πρώτα απ΄ όλα βιασμός … Εδώ οι Σέρβοι Τσέτνικ έσφαξαν παιδιά των κομμουνιστών κι ύστερα έγλειψαν αίμα από μαχαίρι… Και οι Κροάτες Ουστάσι που ήταν υπηρέτες των ναζί – ούτε που θέλω να πω τι έκαναν». Με τους Εβραίους γονείς της Βέρας να στέλνονται στο Άουσβιτς, τον Μίλος να έχει αυτοκτονήσει στα μπουντρούμια της UDBA στο Βελιγράδι, κι εκείνη, έχοντας αρνηθεί να υπογράψει ομολογία αποκήρυξής του ως προδότη και υποστηριχτή του Στάλιν κατά του Τίτο, να υποφέρει ως πολιτική κρατούμενη, έχοντας λάβει αναγκαστικά μια τρομακτική απόφαση που θα απηχούσε στις επόμενες γενιές της οικογένειάς της.

Το βάρος της Ιστορίας όπως περιγράφεται από τον Νταβίντ Γκρόσμαν μεταδίδεται στον αναγνώστη. Τούτο το βάρος είναι που καθορίζει ατομικές ζωές και δημιουργεί οικογενειακά φαντάσματα. Ως αποτέλεσμα της μοιραίας απόφασης της Βέρας, της αφαιρείται η κόρη της που φιλοξενείται σε συγγενείς και κακοποιείται. Η Νίνα είναι μόλις εξήμισυ ετών και καθηλώνεται στα εξήμισυ καθώς παγιδεύεται η συναισθητική της υπόσταση πιστεύοντας ότι η ίδια η μητέρα της την εγκατέλειψε. Τα ερωτήματα και για τις τρεις γυναίκες είναι αμείλικτα: Η Βέρα είχε δικαίωμα επιλογής: να προδώσει τον άντρα της, αποκηρύσσοντάς τον, ή να πάρει την κόρη της  μαζί στη φυλακή; Η απόφασή της ήταν έλλειμα ή περίσσευμα αγάπης για το παιδί της; Γιατί η Νίνα αναπαρήγαγε εκείνη την εγκατάλειψη με τη δική της κόρη; Και η Γκίλι, η οποία νιώθει ως «η κατάρα των παιδιών», θα εγκαταλείψει τον δικό της σύντροφο λόγω της επιθυμίας του να αποκτήσουν παιδί;

Τελικά το αποκαλυπτικό ταξίδι στο Γκόλι Ότοκ αποδεικνύεται ένα ταξίδι μνήμης και αυτογνωσίας, λύτρωσης και συμφιλίωσης. Η ιδιοφυία του Γκρόσμαν είναι να δημιουργεί αξέχαστους γυναικείους χαρακτήρες και έτσι είναι πράγματι οι τρεις ηρωίδες του μυθιστορήματος: περίπλοκες, παρορμητικές, ενοχοποιημένες, ασταθείς, σκληρές και τρυφερές μαζί, βασανισμένες και πληγωμένες, ανυπόμονες μέχρι  να πάρουν απαντήσεις σε ερωτήματα που έχουν στοιχειώσει τη ζωή τους. Χωρίς να ξεχνάμε ποτέ τον κορυφαίο χαρακτήρα της Όρα, πρωταγωνίστριας στο αντιπολεμικό του αριστούργημα «Στο τέλος γης» το οποίο επανεκδόθηκε πρόσφατα από τον «Ψυχογιό» (πρώτη έκδοση 2011, εκδ. Καστανιώτη).

 

 

Νταβίντ Γκρόσμαν, Η ζωή παίζει μαζί μου, μτφρ. Λουίζα Μιζάν, Ψυχογιός

 

 

Προηγούμενο άρθροΜικρός Ήρως, Έκθεση στο Μιχ. Κακογιάννης
Επόμενο άρθροΈνα διηλικιακό μυθιστόρημα μυστηρίου (του Γιάννη Σ. Παπαδάτου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ