Το τρενάκι (του Γιώργου Πολυμενάκου)

0
117

 

του Γιώργου Πολυμενάκου

Στη ζωή, είναι κάποιες φορές που νιώθεις σαν να πέρασες ένα αόρατο σύνορο· το παιδί κοιτάζει άφωνο τον ασφαλτοστρωμένο, κατάφωτο δρόμο (δεν έχει ξαναδεί, η γειτονιά τους έχει μόνο χωματόδρομους), τα τριώροφα κτίρια έκθαμβο (σε όλα τα σπίτια που έχει πάει μέχρι τώρα, ανεβαίνεις είκοσι σκαλιά – ξέρει να μετράει – και φτάνεις στην ταράτσα), και τη στολισμένη βιτρίνα με τα παιχνίδια μαγεμένο (δεν έχει ξαναδεί βιτρίνα, ούτε στολίδια, ποτέ παιχνίδια).

Στο κάτω μέρος της βιτρίνας υπάρχει ένα τρενάκι. Μια ατμομηχανή και τρία βαγόνια, πάνω σε ράγες ασημένιες – έτσι φαντάζουν μέσα στην άπλετα φωτισμένη βιτρίνα. Έχει δει τρένο, πραγματικό τρένο, σε μια καουμπόικη ταινία, στη μοναδική τηλεόραση που υπάρχει στη γειτονιά, τη μοναδική φορά που πήγε στο σπίτι του παιδιού που ο μπαμπάς του είναι ναυτικός. Μπορεί να φανταστεί το μικρό τρένο να τρέχει φωτισμένο στις πεδιάδες της Άγριας Δύσης, να βγάζει πυκνό καπνό, και να σφυρίζει δυνατά.

Δίπλα στο τρενάκι υπάρχει μια μικρή χάρτινη ταμπέλα, που κάτι γράφει (πρέπει να είναι τα χρήματα που κοστίζει το παιχνίδι – αλλά δεν ξέρει ακόμη να διαβάζει).

Νιώθει το χέρι της μητέρας του να τον τραβάει απαλά για να συνεχίσουν τον δρόμο τους. Εκείνος δεν θέλει να φύγουν, δείχνει το παιχνίδι, αλλά η κυρία Παναγιώτα επιμένει και τον αναγκάζει να την ακολουθήσει.

Καθώς φεύγουν, ο μικρός Γιώργος, έχει γυρισμένο το κεφάλι του και εξακολουθεί να κοιτάζει προς τη βιτρίνα.

 

*

Οι τοίχοι του δωματίου είναι φτιαγμένοι από ασοβάντιστους τσιμεντόλιθους. Δίπλα στο κρεβάτι, πάνω σε μια παλιά καρέκλα, είναι κρεμασμένα ένα μακρυμάνικο μπλουζάκι κι ένα μακρύ παντελονάκι. Σε ένα ράντζο κοιμάται ο μικρός Γιώργος σκεπασμένος με μια φθαρμένη κουβέρτα. «Ακούει» (στο όνειρό του), τους γονείς του να συζητούν χαμηλόφωνα στο διπλανό δωμάτιο.

«Νομίζω καλά κάναμε που του το πήραμε…»

«Χριστούγεννα…»

«Πού το έβαλες;»

«Κάτω από το μαξιλάρι του».

«Ωραία. Να το δει μόλις ξυπνήσει…»

Το παιδί ανοίγει τα μάτια του, ανασηκώνεται, κατεβάζει τα πόδια του από το ράντζο, και σηκώνει με λαχτάρα το μαξιλάρι του.

Κάτω από το μαξιλάρι δεν υπάρχει τίποτε.

 

(απόσπασμα από ανέκδοτο μυθιστόρημα)

 

Προηγούμενο άρθροΠαλαμικές σπουδές στον Φ.Σ. Παρνασσό
Επόμενο άρθροΗ μικρή επανάσταση των μικρών αδελφών (συζητούν Νίκη Κωνσταντίνου – Σγουρού και Μαρία Τοπάλη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ