«Το τέλος ενός κόσμου: Μαρώς Κάργα, Ο κήπος μας στην άκρη της ερήμου» (της Δέσποινας Ι. Δούκα)

0
188

της Δέσποινας Ι. Δούκα (*)

 

 

«Ό,τι ονομάζεται αμαρτία είναι ουσιαστικό στοιχείο προόδου. Χωρίς αυτήν ο κόσμος θα έμενε στάσιμος ή θα γερνούσε ή θα καταντούσε άχρωμος»: το motto του βιβλίου της Μαρώς Κάργα Ο κήπος μας στην άκρη της ερήμου,[1] θέση του επικούρειου του έρωτα Όσκαρ Ουάιλντ, προβάλλει την αμαρτία ως κινητήριο δύναμη του έργου στην πολλαπλή της διάσταση. Κέντρο του είναι η αμαρτωλή πολυπολιτισμική και πολύχρωμη Αλεξάνδρεια με τον πλούτο, τις ηδονές, τη φιλοδοξία, την πρόοδο και τη μακάρια ακινησία της ακόμη και στα πρόθυρα της κατάρρευσης, εκεί που ο έρωτας σε κάθε του μορφή, ακόμη και ως διαστροφή, τροφοδοτούσε όλες τις πηγές της ζωής.

Ο κήπος μας στην άκρη της ερήμου αποτελεί το τελευταίο μέρος της «Αλεξανδρινής» τριλογίας της Μαρώς Κάργα,[2] με τους τόμους Αχγιάτ Ανχάρ (2015) και Η Αλεξάνδρεια σε ακολουθεί (2016) να προηγούνται.[3] Παρακολουθώντας τις ζωές των μελών μιας οικογένειας «Αλεξανδρινών» Ελλήνων με ρίζες από τη Λήμνο, την Κωνσταντινούπολη, τη Θεσσαλονίκη και τη Γαλλία στο διάστημα ενός αιώνα περίπου και έχοντας ως βάση τρεις γενιές γυναικών με κοινά χαρακτηριστικά, η τριλογία αναζητεί το πρόσωπο της Αλεξάνδρειας, της πόλης ενός άλλου καιρού που παρήλθε ανεπιστρεπτί. Το τρίτο μέρος της καταγράφει τα γεγονότα της τελευταίας περιόδου παραμονής των Ευρωπαίων στην Αίγυπτο χωρίς κραυγές και θρήνους, με την αξιοπρέπεια και τη φινέτσα των Αλεξανδρινών του ηρώων, αυτών «που αξιώθηκαν μια τέτοια πόλη».

٭٭٭

Οι ήρωες του έργου, ωραίοι και αμαρτωλοί, τυραννισμένοι από το ερωτικό πάθος που τους αναγεννά και τους καταστρέφει, προσηλωμένοι – όσο και αν ειρωνεύονται ή δυσανασχετούν – στην πατριαρχική (ή μήπως μητριαρχική;) οικογένεια, αποτελούν τα χίλια πρόσωπα της πρωτεϊκής Αλεξάνδρειας: η πανέμορφη ηρωίδα των δύο πρώτων βιβλίων Φωτεινή Αιμιλιάδη-Νικολαΐδη, «η Αφροδίτη που μεταστρέφει τις καρδιές», γριά πια, με τα φαντάσματα του παρελθόντος να τη στοιχειώνουν∙ η κόρη της, Ελπινίκη Νικολαΐδη-Σάνδη, συμβιβασμένη σε έναν γάμο «συντροφικότητας» όπου ο έρωτας έχει τελειώσει∙ ο επιτυχημένος οικονομικά και κοινωνικά σύζυγός της Ανδρέας Σάνδης, με την ιδιότυπη αγάπη για τη γυναίκα του και τις ολέθριες ερωτικές του απιστίες∙ η ερωμένη του Γαλλίδα Ζερμέν, η μόνη από τα πρόσωπα του έργου που μισεί την Αλεξάνδρεια γιατί της στέρησε τη ζωή στο Παρίσι, και ο Αιγύπτιος δικαστής σύζυγός της Γιούσεφ Σαρίτ, σκοτεινή και μοιραία παρουσία στη ζωή του Ανδρέα∙ ο αδελφός της Ελπινίκης Φάνος Νικολαΐδης, Αλεξανδρινός δανδής, πιστός στον έρωτα χωρίς δεσμεύσεις, που τον σημαδεύει η σύφιλη∙ ο εγγονός της Φωτεινής Αλέξανδρος Νικολαΐδης, ένας γοητευτικός Αλεξανδρινός Τουλούζ Λωτρέκ, παιδί χωρίς γάμο του Φάνου και της κινέζας Αννέτ, που διοχετεύει τη σεξουαλική του ανικανότητα στη ζωγραφική∙ ο ανεψιός της Φωτεινής Λεόντιος Νοντάλ, καβαφικός και ουαλδικός εστέτ, καυστικός και στοργικός, δοσμένος στις απαγορευμένες ηδονές του επώδυνου ομοφυλόφιλου έρωτα∙ ο έτερος ανεψιός της Φωτεινής Αριστείδης Κοκκινόπουλος, με την αριστερή κληρονομιά του συνονόματου παππού του, ανθρωπιστής γιατρός, παγιδευμένος σε έναν αδιέξοδο έρωτα για την παντρεμένη θεία του, την Ελληνογαλλίδα Οντέτ Αιμιλιάδη, από τον οποίο θα ζητήσει λύτρωση στην πολεμική εμπλοκή∙ η κόρη της Ελπινίκης Νινέτα Σάνδη με τις εφηβικές ανησυχίες, που γίνεται γυναίκα σε μια δύσκολη και μεταβατική εποχή, αναζητώντας την ανεξαρτησία της και μοιράζοντας τον έρωτά της ανάμεσα στον Αιγύπτιο Φαρίντ και στον Γαλλοαιγύπτιο Ζαν Λατίφ (έναν αναγραμματισμένο πειρατή της καρδιάς της Ζαν Λαφίτ;)∙ η ίδια, αργότερα, παρακινημένη από την ανάγκη να ξαναζήσει τον έρωτα με τη δύναμη της πρώτης φοράς, να επιστρέψει στην Αλεξάνδρεια της εφηβείας και του ονείρου, στο ωραιότερο κομμάτι της ζωής της, ακροβατεί ανάμεσα στην αναζήτηση και στις «στοχαστικές προσαρμογές» της ζωής∙ τέλος, ο Αιγύπτιος Φαρίντ, υιοθετημένος από ένα ζευγάρι βασανισμένων Εβραίων, τον Σάμουελ και την Σάρα, με την ομορφιά και την ευγένεια της φυλής του, ερωτευμένος βαθιά με τη Νινέτα.

Γύρω τους ή παρόντες στα λόγια και στις σκέψεις τους, ζωντανοί ή νεκροί, η Στέλλα, η Αριστέα, η Ανδρομάχη, η Φάτμα, η Αγγέλα, η Αργυρώ, η Αυρηλία, η Φρόσω, η Άννα, η Αργύρα, η Μάγγη, ο Όμαρ, ο Λουκάς, ο Μάρκελλος, ο Φραγκίσκος, ο Παναΐτ Ιστράτης, ο παππούς Αριστείδης, ο κύριος Αλέκος, ο Αχιλλέας Παράσχος,  η Πηνελόπη Μπενάκη-Δέλτα, η Ασμαχάν, ο Λόρενς της Αραβίας, ο Καβάφης και τόσοι άλλοι. Πρόσωπα και ζωές που εμφανίζονται, επιλέγουν και πληρώνουν για τις επιλογές τους, με τον θάνατο να τους παραστέκει έως ότου μεταβούν, με διάφορους τρόπους, στην αγκαλιά του. Ήρωες που ο αναγνώστης τούς πρωτοσυναντά εδώ ή τους έχει συναντήσει και αγαπήσει στους προηγούμενους τόμους και με δυσκολία πλέον τους αποχωρίζεται. Η κυρίαρχη γυναικεία παρουσία υποχωρεί σε σχέση με τους άλλους τόμους και οι άνδρες έχουν δράση ενεργό ως κεντρικοί ήρωες εξίσου με τις γυναίκες.

Η μοίρα των μυθιστορηματικών προσώπων διασταυρώνεται με πλήθος σημαντικών ιστορικών γεγονότων που άλλαξαν τη μορφή της Βόρειας Αφρικής: από τις εξεγέρσεις του 1936 στην Αλγερία και την Παλαιστίνη, τον Β΄ Παγκόσμιο πόλεμο και το Βορειοαφρικανικό μέτωπο του 1940-43, τις διώξεις των Εβραίων, τη χολέρα του 1947, έως την ίδρυση του Ισραήλ και τον πρώτο Αραβοϊσραηλινό πόλεμο, την Νασερική Επανάσταση του 1952, τις εθνικοποιήσεις του 1957-1966 και τον Αραβοϊσραηλινό πόλεμο του 1967. Τραγικό ιντερμέτζο η επίσκεψη της οικογένειας Νικολαΐδη-Σάνδη το καλοκαίρι του 1939 στη Λήμνο, που έμελλε να συνδεθεί με την πυρκαγιά στο τζαμί-αυτοσχέδιο κινηματογράφο του νησιού στις 9.9.1939, η οποία κόστισε τη ζωή πολλών Λημνίων Αιγυπτιωτών.[4]

٭٭٭

«Ο κήπος μας στην άκρη της ερήμου»: έτσι αποκαλούσε ο Φάνος Νικολαΐδης τον κήπο του κυνηγετικού περιπτέρου της οικογένειας στη λίμνη Μαριούτ, ερωτικής φωλιάς για τα ζευγάρια του έργου. Ακολούθως τη φράση χρησιμοποιούν τα μέλη της οικογένειας και για το κτήμα των καλοκαιρινών διακοπών τους στην Μαντάρα και για την έζμπα τους στο Καφρ ελ Ζαγιάτ,[5] πολύτιμες ιδιοκτησίες που τις χάνουν σταδιακά. Τελικά, ο κήπος, ο χαμένος Παράδεισος στην άκρη της ερήμου, είναι συνεκδοχικά η Αίγυπτος και δη η Αλεξάνδρεια. Στην κατεύθυνση αυτή κινείται και η σημειολογία του εξωφύλλου: η αθώα και συνάμα ερωτική εφηβική γυμνότητα παραπέμπει στην αφηγήτρια Νινέτα που ατενίζει τη χαμένη Αλεξάνδρεια με την απόσταση των 44 της χρόνων αλλά με τα μάτια της εφηβείας της.

Η Αλεξάνδρεια της τριλογίας, η Αλεξάνδρεια ως αρμονία των αντιθέσεων. Η Αλεξάνδρεια των αναζητήσεων του τάφου του Μεγάλου Αλεξάνδρου, η Αλεξάνδρεια του Αντωνίου και της Κλεοπάτρας. Η Αλεξάνδρεια της πανσπερμίας των λαών, η Αλεξάνδρεια πόλη της ευκαιρίας, η Αλεξάνδρεια αρένα των πολιτικών παιχνιδιών Βρετανών, Γάλλων, Αμερικανών, Ελλήνων, Εβραίων, Αράβων. Μεγαλοαστοί και υπηρέτες, δεξιοί και αριστεροί, επιχειρηματίες, καλλιτέχνες, φοιτητές, στρατιώτες, καιροσκόποι, πόρνες και μονύελοι παράσιτοι. Τετράγωνη λογική των επιχειρήσεων και της επιστήμης και κυριαρχία του παγανισμού, χρηματιστήρια και τράπεζες, πόλεμος και εμπόριο, εθνικές κοινότητες, δικαστήρια, βαμβακοφυτείες και ο ευλογημένος Νείλος.  Η ειρήνη και οι απολαύσεις της με την ανία και την απατηλή βεβαιότητα των μεγαλοαστών, η φρίκη του πολέμου και των χαρακωμάτων, τα κοσμοπολίτικα βουλεβάρτα και οι κακόφημοι δρόμοι, καφέ και ξενοδοχεία, ιδρύματα, θέατρα και κινηματογράφοι. Λιμάνια και σταθμοί των τραμ, επαύλεις και αρχοντικά, οκέλες και χαμόσπιτα, ακριβά ευρωπαϊκά αυτοκίνητα και αιγυπτιακές χαντούρες. Πάρτι γενεθλίων, γάμοι και βεγγέρες που αφήνουν εποχή, κουτσομπολιά, αλήθειες και ψέματα, η αλεξανδρινή κοσμικότητα, η φτώχεια, οι φελάχοι και τα χωριά του Δέλτα. Φώτα, χρώματα, μυρωδιές, βαλς, μπλουζ και τραγούδια της εποχής σε όλες τις γλώσσες, το πρωινό φως και το φως της πανσελήνου, αφόρητες ζέστες και χαμσίνια. Ακράτητα γέλια, κρυφά δάκρυα, μυστικά και ενοχές, μεγάλες παρέες και πολυήμερες εκδρομές, απογευματινά τσάγια και πολυπρόσωπα οικογενειακά δείπνα, κηδείες και μνημόσυνα, πυροβολισμοί, βομβαρδισμοί και αντιαεροπορικά. Σώματα, σκέψεις, συναισθήματα, τοπωνύμια και ονόματα, η μοίρα των αντικειμένων που κάποτε καθορίζουν τις ανθρώπινες ζωές, φιόγκοι, κορδέλες και μεταξωτά παρασόλια, αέρινες γυναικείες τουαλέτες, ακριβά κοσμήματα και λευκά ανδρικά κοστούμια, κοριτσίστικα φουστάνια και ψάθινα καναπεδάκια σε μεγάλους κήπους κάτω από τα δέντρα. «Εκλεπυσμένη φύση, πνευματική καλλιέργεια και αριστοκρατική ανατροφή»,[6] νωχέλεια, αρχοντιά και αίσθηση του περιττού, αδελφοσύνη και ρατσισμός, η διασταύρωση του ανθρώπου με την ιστορία, όλα κλεισμένα στον καιρό.

Ένας ευφρόσυνος και τραγικός συνδυασμός αντιθέσεων, η συνύπαρξη της χαράς με τη θλίψη, της ζωής με τον θάνατο, του μοιραίου έρωτα με τη βασανιστική απουσία του, καθώς το φως της ιστορίας χαμηλώνει και σβήνει. Η Αλεξάνδρεια, πόλη «εύθυμη και αβροδιαίτη», πόλη-αγκαλιά, πόλη-ερωμένη, πόλη-λαχτάρα, πόλη-παγίδα θανάτου, πόλη-ευλογία, πόλη-βασιλεύουσα, «πόλη των αποχαιρετισμών», τελικά πόλη-ανάμνηση, ένας ουτοπικός χώρος από όπου κανείς δεν δραπετεύει.[7] Και το αξιοπρεπώς οδυνηρό σήμερα του 1967, όταν περιουσίες και ζωές είναι «χαμένες υποθέσεις», όταν οι «εξόριστοι» Αλεξανδρινοί στην Ελλάδα, στη Γαλλία, αλλά και οι εναπομείναντες στην Αίγυπτο αγωνίζονται να επιζήσουν και αδυνατούν να επιστρέψουν σε μια ζωή που έχει πια λήξει, σε μια πόλη που δεν υπάρχει. «Είμαι Έλληνας, είμαι Γάλλος, είμαι Αιγύπτιος, αλλά πάνω απ’ όλα είμαι Αλεξανδρινός» παραδέχονται υπερήφανα οι χαρακτήρες του βιβλίου.[8]

٭٭٭

Ο κήπος μας στην άκρη της ερήμου είναι πιο σύνθετος αφηγηματικά από τους προηγούμενους τόμους αναδεικνύοντας την περιπέτεια της γραφής. Η γραμμική αφήγηση του παρελθόντος (1936-1956) από τον παντογνώστη αφηγητή συνδυάζεται με κεφάλαια του λογοτεχνικού παρόντος που είναι ο Μάιος-Ιούνιος 1967, όπου αφηγείται πρωτοπρόσωπα η Νινέτα, η οποία επισκέπτεται την Αλεξάνδρεια για να ανακτήσει την οικογενειακή έπαυλη όταν όλα έχουν πλέον τελειώσει. Οι δύο αφηγητές (ο εξωκειμενικός και η ενδοκειμενική αφηγήτρια) και τα διαφορετικά χρονικά επίπεδα διαμορφώνουν μια διπλή αφηγηματική προοπτική: της εξέλιξης των γεγονότων αφενός, του τετελεσμένου, της απώλειας και του αναστοχασμού πάνω σε αυτά αφετέρου. Μια «παραδοσιακή» τριτοπρόσωπη γραμμική αφήγηση με τις αναδρομές και τις προσημάνσεις της, και μια εξομολογητική πρωτοπρόσωπη, συνειρμική, ελλειπτική, κατακερματισμένη λεκτικά αφήγηση, θραύσμα της μνήμης και του χρόνου και ταυτόχρονα παράθυρο στη μνήμη και τον χρόνο, που αποκτά νόημα όσο το μυθιστόρημα εξελίσσεται, συγγενική με εκείνη της Ρεβέκκας της Δάφνης Ντι Μωριέ. Ένα αφηγηματικό παλίμψηστο, μια πολλαπλασιασμένη οπτική, όπου η προσδοκία, ο φόβος, η ικανοποίηση, η ανατροπή, αποτυπώνονται εν τω χρόνω του βιώματος και ταυτόχρονα σχολιασμένα εκ των υστέρων και με την τραγική επίγνωση ότι ο κόσμος αυτός έχει πεθάνει μα παραμένει αιωρούμενος στη μνήμη. Διάλογος και εσωτερικός μονόλογος υποστηρίζουν τη θεατρικότητα «σκηνών» της ζωής, ενώ αξιοποιείται ιδιόμορφα και ο επιστολικός λόγος: τέσσερις επιστολές της Οντέτ (Ιούλιος του 1936 οι 2, Μάιος του 1941 η 3η, 14 Ιουλίου 1942 η 4η),[9] γραμμένες για να αποκαλύψουν την κοσμική της ζωή στη Βηρυτό και να αναμετρηθούν με τη εξωτερική και την εσωτερική λογοκρισία αποκρύπτοντας τα αισθήματά της, συντηρώντας το πάθος του Αριστείδη και οδηγώντας τον στην πολεμική φρίκη του Τομπρούκ∙ μία επιστολή της Νινέτας από την Λήμνο στον Φαρίντ της 2ας.9.1939 με την περιγραφή της ξένοιαστης ζωής στο νησί ακριβώς τις παραμονές της μεγάλης πυρκαγιάς που βύθισε στο πένθος τους Λημνιούς Αιγυπτιώτες.[10]

Για τη γλώσσα του βιβλίου παραθέτω όσα σημείωσα κατά τη βιβλιοπαρουσίαση του πρώτου τόμου της τριλογίας: «Αφήσαμε για το τέλος τη σημαντικότατη ηδονή που αντλεί ο αναγνώστης από τη γλώσσα του κειμένου, ως αφήγηση και ως μορφή. Με όπλο την έμφαση στη λεπτομέρεια, αποδίδοντας έναν κόσμο που έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, το μόνο ποτάμι που αντέχει στον χρόνο είναι η γλώσσα και οι μεταμορφώσεις της […]. Η γλώσσα ‘ντύνεται’ τη σοβαρότητα του ιστορικού όταν παραθέτει πλήθος στοιχείων για την Πόλη και την Αλεξάνδρεια με εκπληκτική ακρίβεια, σε  βαθμό που νομίζεις πως περπατάς στα δύο κέντρα του εξωελλαδικού Ελληνισμού. Θερμή ή σκληρή στο στόμα των προσώπων, πάντοτε ταιριαστή με την ιδιότητά τους, τις εθνικές και ταξικές τους καταβολές, το μορφωτικό τους επίπεδο, διαμορφώνει μια ιδιόλεκτο για κάθε πρόσωπο, ιδιόλεκτο που ενσωματώνει το ιδιωματικό στοιχείο χωρίς να περιορίζεται σ’ αυτό. Έτσι οι άνθρωποι του 19ου [και του 20ου] αιώνα δεν υπάρχουν απλώς στο κείμενο, αναπνέουν, μιλούν, μαγειρεύουν φαγητά που ευωδιάζουν διά της γλώσσας, φορούν φορέματα και κοσμήματα που μπορείς να αγγίξεις, ζουν σε σπίτια, σε δρόμους, σε πολιτείες που μπορείς να θυμηθείς κάθε τους σπιθαμή».[11]

٭٭٭

Ο κήπος μας στην άκρη της ερήμου, από την πολυπρόσωπη αφιέρωσή του ακόμη, υπογραμμίζει τη συνάντηση Ελλήνων και Αιγυπτίων που ήταν και είναι η Αλεξάνδρεια. Η τριλογία της Μαρώς Κάργα, με την ανεκτική-αγαπητική οπτική της, πέρα από τις μυθιστορηματικές αρετές της, μπορεί να αποδώσει κινηματογραφικά, ως βάση σεναρίου, την πορεία της γοητευτικής Αλεξάνδρειας και του Ελληνισμού της Αιγύπτου εν γένει. Μια τριλογία που δεν απευθύνεται μόνον στο ελληνικό κοινό∙ μεταφρασμένη, πρωτίστως στα αραβικά, θα μπορούσε να φτάσει και στους Αιγυπτίους, η ιστορία και η παρουσία των οποίων αποτελούν οργανικό κομμάτι της, και να αποτελέσει μιαν ακόμη προσφορά στον δεσμό των δύο λαών.

(*) Η Δέσποινα Ι. Δούκα είναι Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας

 

[1] Μαρώ Κάργα, Ο κήπος μας στην άκρη της ερήμου. Μυθιστόρημα, Εκδόσεις Τόπος, [Αθήνα 2020].

[2] Κάθε τόμος μπορεί να αναγνωστεί και αυτόνομα δεδομένου ότι συνιστά έναν ολοκληρωμένο κύκλο αλεξανδρινής ζωής, ενώ η ύπαρξη περιλήψεων και καταλόγων μυθιστορηματικών προσώπων και ιστορικών γεγονότων διευκολύνει την παρακολούθηση της δράσης.

[3] Βλ. σχετικά: α) Δέσποινα Ι. Δούκα,  «Η ηδονή του ιστορικού μυθιστορήματος: Μαρώς Κάργα, Αγχιάτ Ανχάρ», ηλεκτρονικό περιοδικό Ο αναγνώστης, 18.4.2016, http://www.oanagnostis.gr/i-idoni-tou-istorikou-mithistorimatos/ (τελευταία ανάγνωση: 17.5.2021) και β) Δέσποινα Ι. Δούκα, «Το έπος της Αλεξάνδρειας και όσων ‘αξιώθηκαν μια τέτοια πόλη’: Μαρώς Κάργα Η Αλεξάνδρεια σε ακολουθεί», ηλεκτρονικό περιοδικό Fractalart.gr, 21.12.2016, https://www.fractalart.gr/i-alexandreia-se-akolouthei/ (τελευταία ανάγνωση: 17.5.2021).

[4] Μαρώ Κάργα, Ο κήπος μας στην άκρη της ερήμου, ό.π., σελ. 200-205, 208-213, 228-240.

[5] Μαρώ Κάργα, Ο κήπος μας στην άκρη της ερήμου, ό.π., σελ. 79-80.

[6] Μαρώ Κάργα, Ο κήπος μας στην άκρη της ερήμου, ό.π., σελ. 99.

[7] Μαρώ Κάργα, Ο κήπος μας στην άκρη της ερήμου, ό.π., σελ. 416.

[8] Μαρώ Κάργα, Ο κήπος μας στην άκρη της ερήμου, ό.π., σελ, 271.

[9] Μαρώ Κάργα, Ο κήπος μας στην άκρη της ερήμου, ό.π., σελ. 80-82, 116-117, 252-253, 318-323.

[10] Μαρώ Κάργα, Ο κήπος μας στην άκρη της ερήμου, ό.π., σελ. 208-210.

[11] Δέσποινα Ι. Δούκα,  «Η ηδονή του ιστορικού μυθιστορήματος: Μαρώς Κάργα, Αγχιάτ Ανχάρ», ό.π.

 

 

 

 

Μαρώ Κάργα, Ο κήπος μας στην άκρη της ερήμου, Τόπος

Βρες το εδώ

Προηγούμενο άρθροΟ εαυτός μας μέσα από τις φωτογραφίες (του Ελευθέριου Μακεδόνα)
Επόμενο άρθροΣτην Τζένη Μαστοράκη το Μεγάλο Κρατικό Βραβεία .. (δείτε όλα τα Βραβεία)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here