Το τελευταίο ταξίδι του Μαυριτανού (του Θανάση Μήνα)

0
148

 

Ο Θανάσης Μήνας γράφει για το βιβλίο «Τα τελευταία χρόνια του Καρλ Μαρξ, 1881-1883. Μια εργογραφία» του Μαρσέλο Μούστο (*)

 

 

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του, ο Καρλ Μαρξ διεύρυνε την ερευνά του προς νέες κατευθύνσεις·- μελετώντας τις πρόσφατες ανθρωπολογικές ανακαλύψεις, αναλύοντας τις κοινές μορφές ιδιοκτησίας στις προκαπιταλιστικές κοινωνίες, υποστηρίζοντας το λαϊκίστικο κίνημα στη Ρωσία και στηλιτεύοντας την αποικιακή καταπίεση στην Ινδία, Ιρλανδία, Αλγερία και Αίγυπτο. Μεταξύ 1881 και 1883, ταξίδεψε για μία και μοναδική φορά έξω από την Ευρώπη.

Το βιβλίο του Μασέλο Μούστο εστιάζει στα τελευταία χρόνια της ζωής του Μαρξ και διαλύει δύο βασικές παρεξηγήσεις του έργου του· ότι ο Μαρξ έπαψε να γράφει στο τέλος της ζωής του και ότι ήταν ένας ευρωκεντρικός οικονομικός στοχαστής προσηλωμένος αποκλειστικά στην πάλη των τάξεων, ο οποίος «εφηύρε» ένας νέο κοινωνικό σύστημα.

Θα ήταν λάθος να αποδώσει κανείς στον Μαρξ την οποιαδήποτε ιδέα ότι η έλευση του σοσιαλισμού είναι ιστορικά αναπόφευκτη. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο Μαρξ υπήρξε πάντα επιφυλακτικός απέναντι στη μεταφορικά ερμηνευτικών κατηγοριών σε εντελώς διαφορετικά ιστορικά η γεωγραφικά πεδία. Εξάλλου, όπως έγραψε και ο ίδιος, «δεν υπάρχουν έτοιμες συνταγές για το μαγειρείο του μέλλοντος».

 

 

“Το έργο του Μαρσέλο Μούστο είναι απαραίτητο για την ανάλυση της ζωής και της σκέψης του Μαρξ. Ο Μούστο μας καλεί, παίρνοντάς μας από το χέρι, να ανακαλύψουμε έναν νέο Μαρξ” – Αντόνιο Νέγκρι  

Ένα κοφτερό μυαλό που δεν αναπαύεται

Ο «ύστερος Μαρξ» μπορεί επίσης να θεωρηθεί ως ο πιο μύχιος Μαρξ, υπό την έννοια ότι δεν έκρυβε τις αντικειμενικές αδυναμίες του που σχετίζονταν με την επιδείνωση της υγείας του και την τραγική οικονομική κατάσταση της οικογένειάς του∙ μολαταύτα, δεν σταμάτησε να αγωνίζεται, δεν απέφευγε την αμφιβολία αλλά την αντιμετώπιζε ανοιχτά και προτιμούσε να προχωρήσει περαιτέρω με τις έρευνές του αντί να καταφεύγει στην αυτοεπιβεβαίωση και να απολαμβάνει τη λατρεία των «μαρξιστών».

Σε συνέντευξη που του παραχώρησε ο Μαρξ τον Σεπτέμβριο του 1880, λίγο μετά την έκδοση του έργου «Ο Εμφύλιος Πόλεμος στη Γαλλία» (με θέμα την Παρισινή Κομμούνα), ο Αμερικανός σοσιαλιστής δημοσιογράφος Τζων Σουίντον τον περιγράφει ως εξής:

«Ένας άντρας που δεν βιάζεται αλλά και δεν αναπαύεται, με γερό, ευρύ, κοφτερό μυαλό γεμάτο μακρόπνοα σχέδια, λογικές μεθόδους και πρακτικούς στόχους […] Το ύφος του είναι αισιόδοξο μιλώντας για τη Ρωσία, στοχαστικό για τη Γερμανία, εύθυμο για τη Γαλλία, δυσοίωνο για την Αγγλία – αναφερόμενος περιφρονητικά στις “ατομιστικές μεταρρυθμίσεις” με τις οποίες σπαταλούν τον χρόνο τους οι Φιλελεύθεροι του Βρετανικού Κοινοβουλίου».

Ο γαμπρός του, Πωλ Λαφάργκ, συγγραφέας του κλασικού «Το δικαίωμα στην «τεμπελιά», σταχυολογεί μερικά από τα αναγνώσματα του Μαρξ εκείνη την εποχή:

«Ήξερε απ’ έξω τον Χάινε και τον Γκαίτε […] Κάθε χρόνο διάβαζε Αισχύλο στο ελληνικό πρωτότυπο. Τον θεωρούσε, μαζί με τον Σαίξπηρ, τη μεγαλύτερη θεατρική ιδιοφυία που γέννησε ποτέ η ανθρωπότητα. Ο Δάντης και ο (σημ: πρώιμος Σκωτσέζος σοσιαλιστής) Ρόμπερτ Μπερνς συγκαταλέγονταν μεταξύ των αγαπημένων του ποιητών […] Πάνω από όλους τους άλλους μυθιστοριογράφους κατέτασσε τον Θερβάντες και τον Μπαλζάκ. Στον “Δον Κιχώτη” έβλεπε το έπος του παρακμάζοντος ιπποτισμού, του οποίου οι αρετές γελοιοποιούνταν και χλευάζονταν από τον αναδυόμενο αστικό κόσμο. Θαύμαζε τόσο πολύ τον Μπαλζάκ που ήθελε πολύ να γράψει μια κριτική του έργου του “Η ανθρώπινη κωμωδία”, μόλις τελείωνε το βιβλίο του για τα οικονομικά».

 

Ανθρωπολογία, εθνολογία και αποικιοκρατία

Στους νέους ερευνητικούς ορίζοντες του Μαρξ περιλαμβανόταν και οι διαφορετικές μορφές με τις οποίες εκδηλώθηκε αρχικά η αποικιοκρατία. Ο Μαρξ δεν κατόρθωσε να μελετήσει παρά ελάχιστα την καθαυτό περίοδο τη αποικιοκρατίας και του ιμπεριαλισμού. Πρόλαβε να ζήσει για πέντε μόνο χρόνια ύστερα από το Συνέδριο του Βερολίνου (1878), που «τακτοποιούσε» τη διαμοίραση των εδαφών της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, ενώ, έναν μόλις χρόνο μετά τον θάνατό του, πραγματοποιήθηκε η  Διάσκεψη του Βερολίνου (1884-1885) που «νομιμοποιούσε» τη βίαιη διείσδυση των ευρωπαϊκών δυνάμεων στο εσωτερικό της υποσαχάριας Αφρικής (μέχρι τότε εκμεταλλεύονταν κυρίως τα παράλια και το Μάγρεμπ). Ως προς αυτά, το σχετικό έργο του Μαρξ κρίνεται εύλογα ημιτελές, και γι’ αυτό κρίνεται ως «ευρωκεντρικό» από τους μελετητές της μεταποικιακής θεωρίας.

Ωστόσο, ο Μαρξ από το 1880, με έναυσμα το ενδιαφέρον του για τα έργα του Μαξίμ Κοβαλέφσκι (1851 – 1916), μελετούσε συστηματικά τη γαιοκτησία στις χώρες που ήταν υπό ξένη κατοχή. Συνόψισε τις διάφορες μορφές με τις οποίες οι Ισπανοί στη Λατινική Αμερική, οι Βρετανοί στην Ιρλανδία και στην Ινδία και οι Γάλλοι στην Αλγερία είχαν ρυθμίσει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα.

Ειδικά για την Ιρλανδία, σημειώνει:

«Οι πραγματικές περιπλοκές του ιρλανδικού προβλήματος -που στην πραγματικότητα δεν είναι ειδικά ιρλανδικές- είναι τόσο μεγάλες, ώστε ο μόνος πραγματικός τρόπος για την επίλυσή του θα ήταν να παραχωρηθεί στους Ιρλανδούς η αυτοδιάθεση και έτσι να αναγκαστούν να το λύσουν μόνοι τους. Αλλά ο Τζων Μπουλ (σημ: το αγγλικό μπουλντόγκ, το σύμβολο-μετωνυμία του αγγλικού κράτους) παραείναι ηλίθιος για να το καταλάβει αυτό».

Πάντα σε σχέση με τη γαιοκτησία, ο Μαρξ εκείνη την περίοδο μελετούσε το έργο του Βαυαρού φιλελεύθερου οικονομολόγου Άντολφ Βάγκνερ (1835 – 1917), που με τη σειρά του αποτελούσε μια «συντηρητική και καθόλου δυναμική ανάγνωση» του έργου του Ντέιβιντ Ρικάρντο (1772 – 1823). Σε αντίθεση με τον Βάγκνερ που υποστήριζε ότι «η σημερινή οργάνωση της οικονομίας και η νομική της βάση, δηλαδή η ιδιοκτησία της γης και του κεφαλαίου, είναι ένας αμετάβλητος θεσμός», ο Μαρξ αντιπαρέταξε ότι συνιστά έναν «ιστορικό τρόπο παραγωγής» και επομένως μπορεί να αντικατασταθεί από ένα ριζικά διαφορετικό είδος οικονομικής και πολιτικής οργάνωσης: την αταξική κοινωνία.

Οι μελέτες αυτές του Μαρξ έστρεψαν το ενδιαφέρον του στην εθνολογία. Βασισμένος στις παρατηρήσεις του Λιούις Μόργκαν στο έργο του «Αρχαία Κοινωνία», ο Μαρξ συμφώνησε ότι ήταν το «γένος» και όχι η «οικογένεια» η κοινωνική μονάδα του φυλετικού συστήματος της αρχαίας κοινωνίας∙ ένα «άθροισμα οικογενειών», προγενέστερο της «μονογαμικής οικογένειας», όπου η κοινωνική οργάνωση, παρόμοια με αυτήν των ιθαγενών της Αμερικής, «εφάρμοζε έναν κομμουνισμό στα προς το ζην».

Οι ανθρωπολογικές μελέτες του αφορούσαν την προέλευση, τις λειτουργείες και τον μεταβατικό χαρακτήρα του κράτους: « […] η ύπαρξη του κράτους δεν είναι παρά φαινομενική∙ όπως ακριβώς η ίδια η εμφάνισή του αναδύεται μόνο σε ένα ορισμένο στάδιο της κοινωνικής ανάπτυξης, έτσι εξαφανίζεται και πάλι, μόλις η κοινωνία φτάσει σε ένα στάδιο που δεν έχει ακόμα επιτευχθεί».

Πολίτης του Κόσμου

Παρότι πλήρως απορροφημένος από τις θεωρητικές του μελέτες, ο Μαρξ δεν έπαψε ποτέ να ενδιαφέρεται για τα διεθνή οικονομικά και πολιτικά γεγονότα της εποχής του. Εκτός από την ανάγνωση των κυριότερων αστικών εφημερίδων, λάμβανε και εξέταζε προσεκτικά τον εργατικό τύπο. Άλλη πηγή πληροφοριών ήταν συχνά η αλληλογραφία με κορυφαίες πολιτικές και πνευματικές δραστηριότητες από διάφορες χώρες. Ιδιαίτερα μεγάλο ήταν το ενδιαφέρον του για τα γεγονότα και τις εξελίξεις στις ΗΠΑ, «επειδή σε κανένα άλλο μέρος δεν έχει συντελεστεί τόσο ραγδαία και αδίστακτα η ριζική ανατροπή που επιφέρει η καπιταλιστική συγκεντροποίηση». Οι παρατηρήσεις του, που εστιάζουν στην ιστορία της κατασκευής του σιδηρόδρομου και της σύνδεσης Ανατολικής-Δυτικής Ακτής και Βορρά-Νότου, και η συσσώρευση του πλούτου από τους μεγιστάνες που εκμεταλλεύτηκαν τον σιδηρόδρομο, προοικονομούν τις αντίστοιχες, πιο συστηματικές μελέτες ιστορικών όπως ο Έρικ Χομπσμπάουμ για το ίδιο θέμα.

 

Η ανάπτυξη του καπιταλισμού στη Ρωσία και οι σοσιαλιστικές προοπτικές

Προς το τέλος της ζωής του ο Μαρξ άρχισε να αναγνωρίζει πως ορισμένες αλλαγές που βρίσκονταν σε εξέλιξη στην τσαρική Ρωσία, ενδεχομένως, δημιουργούσαν τις συνθήκες για μείζονα κοινωνικό μετασχηματισμό. Σ’ αυτό το πλαίσιο εντάσσεται η μελέτη του έργου του πρωτοπόρου σοσιαλιστή φιλοσόφου Νικολάι Τσερνισέφσκι (1828 – 1889), η πολεμική του με τους «πρωτόγονους» πανσλαβιστές σοσιαλιστές όπως ο Αλεξάντερ Χέρτσεν (από τον οποίο επηρεάστηκε ο Μπακούνιν), οι παρατηρήσεις του σχετικά με το κίνημα των Ναρόντνικων και η αλληλογραφία του με την επαναστάτρια Βέρα Ζασούλιτς.

Ο Μαρξ αν και δεν έπαψε να υποστηρίζει ότι, στη Δύση, η επικράτηση της αστικής τάξης και ο κεφαλαιοκρατικός τρόπος παραγωγής είναι απαραίτητα στάδια για τη μετάβαση στον σοσιαλισμό, συμπληρώνει: «γεγονότα εντυπωσιακής ομοιότητας, όταν λαμβάνουν χώρα σε διαφορετικά σε ιστορικά πλαίσια οδηγούν σε παντελώς ετερόκλιτα αποτελέσματα. Για να κατανοηθούν οι πραγματικοί ιστορικοί μετασχηματισμοί είναι απαραίτητο να μελετηθούν τα εκάστοτε φαινόμενα ξεχωριστά∙ μόνο τότε θα μπορούσαν να συγκριθούν. Δεν θα ήταν ποτέ δυνατό να ερμηνευτούν με ένα “πασπαρτού γενικής ιστορικοφιλοσοφικής θεωρίας” του οποίου η μεγαλύτερη αρετή έγκειται στο ότι είναι υπεριστορικό».

Υπό αυτό το πρίσμα, ο Μαρξ διείδε την «ομπτσίνα», δηλαδή την κοινοτική βάση της ρωσικής αγροτικής οικονομίας, όχι ως έναν αμετάβλητο θεσμό που πραγματώνει τον σοσιαλισμό, αλλά με μια δυναμική θεώρηση που της προσδίδει μια συμπληρωματική θέση πλάι στο ρωσικό προλεταριάτο: «αυτή η κοινότητα αποτελεί βασικό εφαλτήριο της κοινωνικής αναγέννησης στη Ρωσία, αλλά για να μπορέσει να λειτουργήσει ως τέτοιο, θα πρέπει πρώτα να εξαλειφθούν οι βλαβερές επιδράσεις που την προσβάλλουν από όλες τις πλευρές και, στη συνέχεια, να εξασφαλιστούν οι κανονικές συνθήκες για την αυθόρμητη ανάπτυξή της».

Συνεπώς η διαλεκτική θέση του Μαρξ δεν του επέτρεψε να ισχυριστεί ότι ένα νέο οικονομικό σύστημα, βασισμένο στη συνένωση των παραγωγών, θα μπορούσε να προκύψει μέσω μιας σταθερής ακολουθίας προκαθορισμένων σταδίων. Ταυτόχρονα, αρνιόταν ότι η ανάπτυξη του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ήταν ένα αναπόφευκτο γεγονός σε κάθε μέρος του κόσμου:

«Μιλώντας θεωρητικά, η ρωσική “αγροτική κοινότητα” μπορεί να διατηρήσει το έδαφός της, αναπτύσσοντας τη βάση της, την κοινοτική ιδιοκτησία της γης, και εξαφανίζοντας την αρχή της ατομικής ιδιοκτησίας την οποία επίσης υπονοεί∙ μπορεί να αποβεί ένα άμεσα αφετηριακό σημείο για το οικονομικό σύστημα προς το οποίο τείνει η σύγχρονη κοινωνία∙ μπορεί να ξεκινήσει ένα νέο κεφάλαιο χωρίς να αρχίσει με την αυτοκτονία της∙ μπορεί να δρέψει τους καρπούς με τους οποίους η κεφαλαιοκρατική παραγωγή εμπλούτισε την ανθρωπότητα, χωρίς να διέλθει από το κεφαλαιοκρατικό καθεστώς».

Έτσι, οι βασικές προϋποθέσεις για την επιβίωση και τον ριζοσπαστικό μετασχηματισμό της «ομπτσίνα» ήταν η πολιτική βούληση και ένα σύνολο ευνοϊκών ιστορικών συγκυριών:

«Για να σωθεί η ρωσική κοινότητα, χρειάζεται μια ρωσική επανάσταση […] Εάν η επανάσταση πραγματοποιηθεί την κατάλληλη στιγμή, εάν συγκεντρώσει όλες της τις δυνάμεις για να διασφαλίσει την ελεύθερη ανάπτυξη της αγροτικής κοινότητας, αυτή θα εξελιχθεί σύντομα σε στοιχείο αναγέννησης της ρωσικής κοινωνίας και σε στοιχείο υπεροχής έναντι των υποδουλωμένων χωρών από το κεφαλαιοκρατικό καθεστώς».

Τα δύο τελευταία κεφάλαια του βιβλίου καταπιάνονται με τις προσπάθειες μετάφρασης/διάδοσης του «Κεφαλαίου» στην Ευρώπη ενόσω ζούσε ο Μαρξ και για το μεγάλο ενδιαφέρον του για τη σύγχρονη φυσική, με έμφαση στον ηλεκτρισμό και στη θερμοδυναμική. Οι οικογενειακές τραγωδίες που τον ταλάνισαν προς τέλος της ζωής του και τα σοβαρά προβλήματα υγείας που αντιμετώπισε ο ίδιος, δεν του επέτρεψαν να εμβαθύνει στις εργασίες του πάνω σ’ αυτά τα ζητήματα.

Τον Φεβρουάριο του 1883, ο Ένγκελς έγραψε στον Έντουαρντ Μπέρνσταϊν ότι «ο Μαρξ εξακολουθεί να είναι ανίκανος να εργαστεί, μένει στο δωμάτιό του (στον πρώτο όροφο της Μέιτλαντ Στριτ, στο Βόρειο Λονδίνο) και διαβάζει γαλλικά μυθιστορήματα». Συνεχίζει ο «Στρατηγός»: «Κάθε πρωί, τις τελευταίες έξι εβδομάδες, καθώς έστριβα στη γωνία, έτρεμα μήπως οι κουρτίνες ήταν κατεβασμένες». Αυτό που φοβόταν, έγινε πραγματικότητα στις 14 Μαρτίου 1883, στις 2.45 μ.μ. Όπως, όμως, συνήθιζε ο ίδιος ο Μαρξ να επαναλαμβάνει από τον αγαπημένο του Επίκουρο, «ο θάνατος δεν είναι συμφορά για αυτόν που πεθαίνει, αλλά για αυτόν που επιζεί».

*Μαυριτανός (Moor) ήταν το παρατσούκλι του Καρλ Μαρξ λόγω του μελαμψού δέρματός του. Ο ίδιος το είχε υιοθετήσει με ενθουσιασμό επειδή τον παρέπεμπε στον «Μαυριτανό» του «Οθέλλου». 

 

Ο Μαρσέλο Μούστο (Marcello Musto) είναι καθηγητής Κοινωνιολογίας στο Πανεπιστήμιο York στο Τορόντο. Είναι διεθνώς αναγνωρισμένος ως ένας από τους συγγραφείς το έργο του οποίου συνέβαλε στην ανανέωση των μαρξιστικών σπουδών την τελευταία δεκαετία. Τα κυριότερα έργα του είναι Karl Marx’s Grundrisse: Foundations of the Critique of Political Economy 150 Years Later (Routledge, 2008)· Marx for Today (Routledge 2012)· Workers Unite! (Bloomsbury, 2014)· Another Marx: Early Manuscripts to the International (Bloomsbury, 2018)· Marx’s Capital after 150 Years (Routledge, 2019)· The Marx Revival: Key Concepts and New Interpretations (Cambridge University Press, 2020)· Karl Marx’s Writings on Alienation (Palgrave, 2021)· Rethinking Alternatives with Marx: Economy, Ecology and Migration (Palgrave, 2021) και Marx and Le Capital (Routledge, 2022). Τα έργα του –διαθέσιμα στην ιστοσελίδα www.marcellomusto.org– έχουν μεταφραστεί σε είκοσι πέντε γλώσσες. Ο Μούστο είναι επίσης ο επιμελητής της σειράς «Marx and Marxisms: New Horizons and Critiques and Alternatives to Capitalism» (Routledge).

 

Μαρσέλο Μούστο, Τα τελευταία χρόνια του Καρλ Μαρξ, 1881-1883. Μια εργογραφία. μτφρ. Ορέστης Στυλιανίδης, Εκδόσεις Νήσος, 2023

 

 

Προηγούμενο άρθροΑστυνομικά της τελευταίας στιγμής στα καλύτερα του 2023 (επιλέγει ο Μάρκος  Κρητικός)
Επόμενο άρθρο“Το Κονγκό δεν υπάρχει” (του Αντώνη Ν. Φράγκου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ