Το τελευταίο καλοκαίρι της Μαργαρίτας Καραπάνου (της Λουκίας Δέρβη)

0
2508

 

της Λουκίας Δέρβη

                                                                                          Στην Αλίκη που…  

 

Βραχάτι, καλοκαίρι 2008, 8 μ.μ.

«Θεέ μου δώσ’μου τη δύναμη να αλλάξω αυτά που μπορώ, να αντέξω αυτά που δε μπορώ να αλλάξω και να έχω τη σοφία να βλέπω τη διαφορά».

Με τη μεγάλη αυτή επίκληση, η Μαργαρίτα έπεφτε στο κρεβάτι.  Γινόταν χταπόδι με την επιστήθια φίλη της, την Αλίκη, τέσσερα πόδια και τέσσερα χέρια σε ένα σώμα, για να νιώσει την αγάπη και τη στοργή που τόσο της έλειπε στη ζωή της.  Η Αλίκη δεν κούναγε όλο το βράδι από τη θέση της˙ καθόταν εκεί τυλιγμένη πάνω της και της κρατούσε τη ζωοδότρα μάσκα οξυγόνου.

 

3.30 π.μ.

Η Μαργαρίτα ξυπνούσε.  Το ίδιο και η Αλίκη που ετοίμαζε άρον άρον καφέ φίλτρου, ένα σάντουιτς άψητο και έξι τσιγάρα από τρεις διαφορετικές μάρκες.

Δεν έπρεπε να καπνίζει, το ήξερε.  Της το είχαν απαγορέψει οι γιατροί.  Αλλά ήξερε η Μαργαρίτα από απαγορεύσεις;  Από απαγορευμένους έρωτες και ηδονές;  Μια ηδονή ήταν και το τσιγάρο – κι ας της είχαν πει οι γιατροί ότι θα την πέθαινε.  Κάπνιζε τα τσιγάρα και περίμενε το χάραμα με την Αλίκη και άνοιγε διάπλατα τα παράθυρα του ισογείου διαμερίσματος που είχε νοικιάσει στο Βραχάτι.  Τέσσερα παράθυρα ανοιχτά, δύο ανεμιστήρες κι ένα αιρ-κοντίσιον.  «Έχω δύσπνοια» απολογούταν κι ας φοβόταν η Αλίκη τους Αλβανούς και τους μετανάστες, δύο γυναίκες μόνες τους σ’ ένα ορθάνοιχτο σπίτι.  Και μετά διάβαζε˙ γούσταρε τον μεσαίωνα, όλες τις ηρωίδες, τις ιερόδουλες, τα γράμματα που γράφανε εκείνη την εποχή. Και διάβαζε και αστυνομικά.  «Το διάβασμα είναι σαν τη γραφή», έλεγε, «ψάχνεις να βρεις τον συγγραφέα, που το πάει, γιατί γράφει αυτό που γράφει».  Έγραφε για μια ασώματη κεφαλή που μιλάει, το επόμενο βιβλίο της, ένα θρίλερ, ήθελε να τρομάξει έως κι ο Stephen King.

 

8.00 π.μ.

Έπρεπε να είναι οι πρώτες που θα μπουν στην καφετέρια, περίμεναν απ’έξω πριν ανοίξει. Η Μαργαρίτα μόνη με την Αλίκη.  «Κανένας δε με ρώτησε που πάω και που είμαι άρα κι εμένα δε μου λείπει κανένας» έλεγε κι έπινε τον καφέ της.

 

9.10 π.μ.

Το πρωινό ραντεβού στην καφετέρια με τον Στέλιο Ράμφο.  Η Μαργαρίτα είχε σπουδάσει φιλοσοφία, είχε πολλά να πει με τον Ράμφο.  Εκεί χώριζαν προσωρινά οι δρόμοι της με την Αλίκη που πήγαινε για μπάνιο και η Μαργαρίτα καθόταν μαζί του και συζητούσαν ατελείωτα. «Όταν γράφω πρέπει πάντοτε να γράφω σαν άντρας και σε αντρικό στυλ» έλεγε.

 

12 μ.μ.

Μπακαλιάρος σκορδαλιά.  Αυτό έτρωγε η Μαργαρίτα κι ας της το είχαν απαγορεύσει κι αυτό οι γιατροί.  Η Αλίκη είχε πάει στην παραλία, διάβαζε τα βιβλία της Μαργαρίτας ξανά και ξανά και εκεί στο τραπέζι της ταβέρνας στον βράχο, με το δροσερό αεράκι, πάνω στο καροτσάκι η Μαργαρίτα που είχε καθηλωθεί λόγω του εγκεφαλικού, κάνανε την ανάλυση του έργου της.

«Μα εγώ τα έχω γράψει όλα αυτά;» ρωτούσε την Αλίκη και μετά της εξηγούσε από πού εμπνεόταν τους ήρωες της.  Για τη γιαγιά της που την έκανε μούμια στην «Κασσάνδρα και τον Λύκο», για τον άντρα της τον οποίο σκιαγράφησε στο βιβλίο «Rien ne va plus»,  για τον μπάτλερ της μητέρας της που της «έβαζε χέρι» όταν ήταν μικρή και ήταν ο λύκος στην «Κασσάνδρα και τον λύκο», για τη δωδεκάχρονη σχέση της με τον Κωνσταντίνο Χέλμη που τον περιέγραφε στους «Υπνοβάτες», για την Φωτεινή Τσαλίκογλου τη ψυχολόγο και συγγραφέα «το φως της ζωής της» όπως έλεγε που είχαν γράψει μαζί το «Μήπως;», για το τρομακτικό προσωπικό στη ψυχιατρική κλινική που νοσηλεύτηκε «σαν γκέτο της Βαρσοβίας» που τους περιέγραψε στο «Ναι», για τη σχέση της με τη μητέρα της στο «Μαμά» και για τον «Λου» τον σκύλο της στο «Lee και Lou».  H Mαργαρίτα λάτρευε τα σκυλιά.

 

6.30 μ.μ.

Η Μαργαρίτα έτρωγε τέσσερις «γάτες».  Έτσι έλεγε τα σουβλάκια στο Βραχάτι, γιατί πουθενά –μα πουθενά− σ’ αυτό το μέρος δεν υπήρχαν γάτες.  Έτρωγε «γάτες» και θυμόταν τον πατέρα της, τον Γιώργο Καραπάνο, ποιητή και δικηγόρο που του άρεσαν τα σουβλάκια.  Θυμόταν τον πατέρα της που είχε απορρίψει η μητέρα της, η συγγραφέας Μαργαρίτα Λυμπεράκη και που, από μικρό παιδί, τον περίμενε κάθε Σαββατοκύριακο να έρθει˙ όμως εκείνος δεν ερχόταν.  Την κάλεσαν μόνο, μεγάλη πια, μαζί με τη μητέρα της στο νεκροτομείο, να αναγνωρίσει το πτώμα του.  Και η Μαργαρίτα το μόνο που ζήτησε ήταν το πορτοφόλι του, γιατί ποτέ, μα ποτέ, δεν της είχε δώσει ούτε μία δραχμή.  Πήρε το πορτοφόλι με τα λεφτά και τα ξόδεψε σε μία μέρα.  Ήπιε και κρασί- που του άρεσε κι εκείνου.  «Δεν θέλω να κάνω παιδιά», έλεγε, «για να μη μοιάσουν στους γονείς μου».  «Εμένα τα παιδιά μου είναι τα βιβλία μου, τα γεννάω από το κεφάλι μου σαν τον Κρόνο».  Κι όταν της έδωσε ένα βράδι η Αλίκη μια μαργαρίτα, της είπε: «Τα δέντρα γουστάρω, τα λουλούδια πεθαίνουν».

 

7.45 μ.μ.

«Γράψε Αλίκη׃ το θύμα είναι καθίκι.  Ποτέ δε φταίει ο θύτης.  Γράψ’το».

Και κοιμόταν επειδή στα όνειρα δεν ήταν μανιοκαταθλιπτική.  Δεν απέρριπτε στη φάση της μανίας όσους στη φάση της κατάθλιψης αγαπούσε.

Τα τελευταία γενέθλια της Μαργαρίτας ήταν στις 19 Ιουλίου του 2008.  Την ώρα που έκαιγαν τους ουρανούς τα βεγγαλικά στο Βραχάτι είπε׃ «Αυτά είναι τα τελευταία μου γενέθλια», σαν άγριος προφήτης.  Ήταν 62 χρονών.  Μετά από πέντε μήνες πέθανε.  Έφυγε δίπλα στον Χρήστο και στην Κατερίνα από την Γεωργία, φοβισμένη, όπως ένιωθε τον περισσότερο καιρό στη ζωή της, νιώθοντας όμως νικήτρια στη ζωή.  Νικήτρια στην αρρώστια και αγωνίστρια με μεγαλύτερο όπλο της τη γραφή.  Δεν έκανε το όνειρο της πραγματικότητα.  Να υιοθετήσει ένα παιδάκι από την Αφρική.  Δεν ήταν μαζί της το αγαπημένο της σκυλί.  Έφυγε σαν άγγελος, όπως τότε που την είχε γνωρίσει η Αλίκη, έξι χρονών, στο κοινό τους σχολείο τη Μαράσλειο, ψελλίζοντας στα Γαλλικά «J’ai peur».  Φοβάμαι.

 

«Δούλος δεν είσαι κανενός.  Αυτός που ζητάει να κάνεις πράγματα για εκείνον είναι δούλος γιατί δεν έχει την δύναμη να τα κάνει μόνος του». 

Μαργαρίτα Καραπάνου.

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here