Το ταξίδι και η κυκλοθυμία των ναυτών (της Ηλέκτρας Λαζάρ)

0
342

 

της Ηλέκτρας Λαζάρ (*)

 

 

α. Οι ναύτες

                Διαβάζοντας τους Αργοναύτες της Maggie Nelson, θα έλεγα ότι είναι ένα βιβλίο σίγουρα όχι λογοτεχνικό, αλλά πλησιάζει περισσότερο τη μορφή των συνειρμικών απομνημονευμάτων. Ένα οπωσδήποτε έμμεσα συνεργατικό κείμενο, που η αφηγήτρια δανείζεται τη φωνή πολλών άλλων γυναικών και ανδρών· φωνές που προσκαλεί στο ταξίδι της, πολύτιμοι συνταξιδιώτες με μία ιδεολογική εγγύτητα. Η ίδια η Maggie Nelson έχει περιγράψει το βιβλίο της ως ένα μακρύ αφιέρωμα στις πολλές φεμινιστικές ηρωίδες της (και ήρωες).

Πριν προχωρήσω όμως θα ήθελα να ανοίξω μία μικρή παρένθεση για την επιλογή του τίτλου του βιβλίου – ενός βιβλίου που σίγουρα δεν ήρθε πολύ νωρίς και αδιάφορο αν ήρθε πολύ αργά[1]. Οι αργοναύτες ήταν οι πρώτοι εξερευνητές στη μυθολογία. Πολύ πριν τον Τρωικό πόλεμο, τις περιπλανήσεις του Οδυσσέα, πολύ πριν τις δοκιμασίες του Ηρακλή και του Θησέα – οι αργοναύτες ήταν η πρώτη αρσενική σφραγίδα, το πρώτο διαβατήριο στην περιπλάνηση: εξοπλισμένοι, ένστολοι κι ετοιμοπόλεμοι για το πρώτο- πρώτο ταξίδι του μυθολογικού ανθρώπου προς άγνωστους τόπους με σκοπό την ευημερία. Η ίδια η Αργώ, το μέσον, το όχημα αυτού του προκλητικού ταξιδιού φέρει μία λεξικολογική ειρωνεία: ἀργός σημαίνει τόσο ταχύς, όσο και λαμπερός[2].

Γυρνώντας στους Αργοναύτες της Nelson, μπορώ να πω ότι αποπειράται μία τεκμηρίωση των απολαύσεων της ζωής, εγγίζοντας την συνοδοιπορία στο πρωτόγνωρο ταξίδι της ζωής, διαλέγοντας σύντροφο ζωής, επιλέγοντας οικογένεια, αγωνιζόμενη με το ποια είναι σε μία αιωρούμενη κλίμακα παρελθόντος και παρόντος. Οι Αργοναύτες είναι πρωτίστως ένα βιβλίο εξοικείωσης και πειραματισμού (αν και δεν συμπαθώ αυτή τη λέξη και την έννοια της), με την αφήγηση και τη συμβατική γραμμικότητα της ζωής. Μοιράζεται μαζί μας το ταξίδι της τεχνητής γονιμοποίησης και της γέννησης για να μας εξοικειώσει όχι μόνο με την ίδια την διαδικασία αλλά και με το μεγάλο ταμπού της μητρότητας [και της εγκυμοσύνης].

Όμως η αίσθηση που σιωπηρά έδιναν τα επιχειρήματά της, έτσι όπως ένιωσα εγώ, ήταν πως η μητρότητα της Γκάλλοπ είχε κάνει το μυαλό της να ατροφήσει – το είχε αποβλακώσει με τον ναρκισσισμό που μας κάνει να νομίζουμε ότι μια απολύτως συνηθισμένη εμπειρία που μοιράζονται αναρίθμητες άλλες είναι κάτι μοναδικό ή μοναδικά ενδιαφέρον (σελ.61)

Ένα μικρό δείγμα κριτικής της Rosalind Krauss στην συνομιλήτρια της Jane Gallop σε μία δημόσια συζήτηση που είχε παρακολουθήσει η Maggie Nelson και μοιράζεται στους Αργοναύτες. Η Nelson θίγει τον ναρκισσισμό της μητέρας τόσο ακαδημαϊκά, σοβαρά και έμμεσα που δεν μπορεί κανείς παρά να το σκεφτεί σοβαρά. Μέσα στην Αργώ βλέπουμε από νωρίς να μπαίνει και το δικό της, προσωπικό έμβρυο.  Λίγο πριν έχει επιβιβαστεί ο σύντροφός της Harry Dodge, πρώην Harriet, που είναι και η αφορμή θα έλεγα για να γραφτεί το συγκεκριμένο βιβλίο. Η Nelson υπακούοντας στην ελκυστική παράδοση (όπως και η Gallop και πολλές άλλες) να επιλέγει την προσωπική της κατάσταση ως περιεχόμενο κειμένου, αναφέρεται στη σχέση της με τον φυλομεταβατικό Harry, φέρνοντάς τον μας σε απόσταση αναπνοής από το φαντασιακό μας, με λεπτομέρειες διακριτικές και φοβισμένες και γεμάτες σεβασμό για το πώς σκέφτεται, για το πόσο πράος και καρτερικός είναι, για την διαδικασία αλλαγής φύλου, για την γλωσσική ανεπάρκεια που φέρνει στην επιφάνεια η σωματική μετάβαση αλλά όχι – θα τολμούσα να πω – και η οντολογική. Οι αναφορές της Nelson στον σύντροφό της είναι στο ασφαλές και ανώδυνο «εσύ». Δεν ξέρω αν η συγγραφέας το καταλαβαίνει, αλλά υπάρχει ένα λεκτικά θετικό φορτίο γύρω από τον σύντροφό της, που ενδεχομένως να υπάρχει ακριβώς επειδή ο ίδιος αλλάζοντας σωματικά σε άνδρας, γίνεται στο ελάχιστο αρσενικός. Ο θηλυκός οργανισμός μπορεί να μην φαίνεται με γυμνό μάτι, αλλά υπάρχει. Από την άλλη, οι πραγματικές, δίχως φίλτρο, αναφορές στον άνδρα είναι σαφέστατης θέσης: ο άμοιρος πατέρας, τα τερτίπια του πατριού, ο μισογύνης θεατρικός συγγραφέας, ο δολοφόνος της θείας Jane, ο παρανοϊκός καραφλός και η “βία που ήταν αδύνατο να αποφύγουμε, όπως επιβεβαίωνε η παρουσία αυτού του άντρα” (σελ.166), αλλά και οι μεγάλοι της σύγχρονης θεωρίας όπως ο Zizek και οι λοιποί που μιλάνε για τα πάντα[3] με όλες τους τις λέξεις.

Αυτός ο άνδρας, μας λέει η Nelson, δεν πρόκειται να επιβιβαστεί στην Αργώ. Κι αν κάτι συγκεκριμένο είναι η Αργώ, τότε θα υποστήριζα ότι η Αργώ είναι το Queer πεδίο. Κι αυτό εντυπώνεται καθαρότερα από το αφηγηματικό στίγμα του βιβλίου. Η συγγραφέας παρουσιάζει τα γεγονότα που την ενδιαφέρουν να μοιραστεί, με μία κυκλική γεωμετρία, δείχνοντας μας έτσι ότι δεν υπάρχουν αιχμές στην ιστορία της – και γενικότερα σε καμία ιστορία που δομείται με αγάπη, ειλικρίνεια και δοτικότητα – μία ιστορία που δίχως τον κανόνα της γραμμικότητας, επιχειρηματολογεί με την ιδέα ότι υπάρχουν σημεία επαφής μεταξύ παρελθόντος και παρόντος / ζωντανών και νεκρών (και αυτών που ακόμη δεν έχουν έρθει), ακριβώς όπως και η βασική αρχή της queer θεωρίας κατά την τελευταία δεκαετία.

Η Carolyn Dinshaw, έχοντας στο πλάι της μια μεγάλη παρέα θεωρητικών, όπως οι Jack (Judith) Halberstram, Heather Love, Jose Esteban Munoz, Elizabeth Freeman και Lee Edelman, έχ[ει] υποστηρίξει ποικιλοτρόπως τις έντονες μορφές επαφής με το παρελθόν και το μέλλον και έχει μιλήσει για την απόρριψη των παραδοσιακών τρόπων εντοπισμού μας μέσα σε αφηγήσεις με περιεχόμενο την ίδια την ζωή[4].

Συνεπώς, θα έλεγα, μία ιστορία που μας δίνεται μη χρονολογικά μπορεί να μας ενθαρρύνει να σκεφτούμε διαφορετικά και συγκεκριμένα να σκεφτούμε τι σημαίνει να μετακινούμαστε μέσα στον χρόνο. Με αφετηρία τη φυλομετάβαση του συντρόφου της και την πρόκληση της εγκυμοσύνης:

Το τελευταίο μας βράδυ στο Σέρατον […] Εσύ περνάς για άντρας· εγώ για έγκυος. Ο σερβιτόρος μας μιλάει με εύθυμο τρόπο για την οικογένειά του, εκφράζει χαρά για τη δική μας. Εξωτερικά, μπορεί να έμοιαζε λες και το σώμα σου γινόταν όλο και περισσότερο «αρσενικό», το δικό μου όλο και περισσότερο «θηλυκό». Αλλά μέσα μας δεν νιώθαμε έτσι. Εσωτερικά, ήμασταν δύο ανθρώπινα ζώα που υφίσταντο μεταμορφώσεις ο ένας δίπλα στον άλλον, που γινόμασταν ελεύθερα μάρτυρες της αλλαγής του άλλου. Με άλλα λόγια, μεγαλώναμε (σελ.120).

Πιθανών βιβλία σαν της Nelson σκοπό έχουν να ανοίξουν τη σκέψη προς εναλλακτικές αφηγήσεις, έναντι των συμβατικών/ παγιωμένων αντιλήψεων της επιτυχίας/ ευτυχίας κοκ, σε μία ετεροκανονιστική, καπιταλιστική κοινωνία, σε ακαδημαϊκούς κλάδους που επιβεβαιώνουν και συντηρούν τις εγκεκριμένες μεθόδους γνώσης και στην πολιτιστική κριτική που ισχυρίζεται ότι ανοίγει έδαφος, αλλά εμμένει στα συμβατικά εργαλεία.

Πάνω απ’ όλα οι Αργοναύτες λοιπόν είναι ένα ταξίδι εξοικείωσης, αχρονικό, που παρεμβαίνει στην ιδέα της γραφής [και της σκέψης] ως ένα είδος κοινωνίας· της σελίδας ως χώρου χωρίς αποκλεισμούς.

 

 

β. Η ναυτία

 

Οι Αργοναύτες (όπως και πολλά ανάλογα βιβλία) εγείρουν πολλά ερωτήματα, που δεν είναι αυτοφυή στην Queer επιστημολογία, αλλά [οφείλουν να] φυτρώνουν και στο φάσμα της ετεροκανονικότητας. Πώς γράφεις και νιώθεις queer, αν η ίδια η γλώσσα μέχρι στιγμής αδυνατεί να είναι queer; Με αρκετά προσωπική γλώσσα, απαντάνε η Julia Kristeva, η Luce Irigaray και άλλες, για να τοποθετείται ο αναγνώστης σε μικρή απόσταση από τη διασταύρωση της νόρμας με την απελευθέρωση.

Το σύστημα διακρίσεων θα έλεγα πως είναι η πεμπτουσία του καπιταλιστικού βιότοπου· οι διακρίσεις υπάρχουν ως παγιωμένες πραγματικότητες και η ταυτοτική τέχνη καθώς και η θεωρία της κριτικής, μπορούν να ανακαλύψουν την ύπαρξή τους, αλλά όχι την εξουδετέρωση τους. Στην τέχνη της πολιτισμικής οικειοποίησης προδιαγραφών κοντινού παρελθόντος και παρόντος (η χωροχρονική έλικα της Nelson για όλα όσα μπορεί να ανασύρει στη μνήμη που την έχουν διαμορφώσει), διαφαίνονται ταυτοτικές ευαισθησίες, οι οποίες στηρίζονται στον εαυτό τους, δίχως ταυτοτική αλήθεια και γλωσσική δομή. Μέσα από το κενό της γλώσσας, παραχωρείται στην τέχνη όλο και μεγαλύτερος χώρος βιώματος, που γίνεται αξεχώριστος από τον ποιητικό/κριτικό/αναπαραστατικό λόγο και τείνει να αντικατασταθεί εξολοκλήρου με αυτοβιογραφικά απομνημονεύματα. Επομένως, κάθε είδους κριτικής θα μπορούσε να εκλαμβάνεται ως υπαρξιακή απειλή ή και επίθεση[5]. Η διαθεσιμότητα της προσωπικής καταγραφής στο queer πεδίο της τέχνης και της ζωής κάνει την τέχνη μία τέχνη ανοιχτή που συνεχώς εγκαταλείπεται, παρεκτρέπεται και διαρκεί πάντοτε στο πλαίσιο της δυνατότητας και της αδυνατότητας – ή για να το πω πιο καθαρά της εμπορικότητας και της μη εμπορικότητας[6]. Οι queer συγγραφείς – ας το λάβει ο αναγνώστης με την πιο χαλαρή έννοια του όρου – μου μοιάζουν με το παιδάκι στη φωτογραφία της Diane Arbus που παίζει με τις χειροβομβίδες. Κρατάνε στα χέρια τους όλη τους τη ζωή έτοιμη προς έκθεση, προς παρουσίαση, βάζοντας σε κίνδυνο όχι τόσο τη ζωή της κοινωνίας, αλλά την ανθρώπινη οντολογία. Υπάρχει εδώ ένα παράδοξο. Είναι ζωές ενός πολιτισμικού και γλωσσικού συμβάντος επίσπευσης, μηδενικής αργοπορίας, εμπορεύσιμο και οριακά ξένο. Κι αν η πολλαπλότητα της ταυτοτικής τέχνης στερεώνεται καλά στο γεγονός ότι απειθεί στους νόμους του κυρίαρχου, η άλλη όψη μέχρι στιγμής μας λέει ότι η γλώσσα δεν έχει ακόμη κοινωνήσει· ο λόγος πρέπει να γίνει καταγωγικός και καπιταλιστικά αδιανόητος κι όχι γλωσσικές δομές και [ανα]παραστάσεις υπαγορευμένες από το Νόμο ως υποκατάστατο του Νόμου. Ένα αδιανόητο έξω, που όμως, όπως πολύ ωραία το συλλαμβάνει η Butler, είναι ήδη μέσα.

70 χρόνια πριν, η τολμηρή Claude Cahun αμφισβήτησε φωτογραφικά το δίπολο αρσενικό-θηλυκό και το αμφισβήτησε, βάζοντας στο κέντρο του φακού της την ίδια της την εικόνα. Από την Cahun μέχρι σήμερα η εικόνα έχει αντικατασταθεί με την εαυτή. H Christina Crosby ένα χρόνο μετά την Nelson, κυκλοφορεί τα απομνημονεύματά της για το σπασμένο σώμα [της] μετά από ένα ατύχημα με το ποδήλατο[7], μιλώντας για το χτυπημένο σώμα, το σώμα που φαίνεται ο πόνος πέρα από τη γλώσσα και την κατανόηση. Και για να διαχειριστεί το ξένο σώμα του πόνου και των φαρμάκων, ανεβαίνει στην έλικα του χωροχρόνου, στο παρελθόν που μπορεί να ανασύρει και που την έχει διαμορφώσει, καλώντας τις αναγνωστικές απολαύσεις τής αφηγηματικής, κριτικής, φεμινιστικής, queer, λυρικής ποίησης από τα αγροτόσπιτα της Πενσυλβάνια του ‘50, μέχρι τις αστικές λεωφόρους του ριζοσπαστικού φεμινισμού και της ομοφυλοφιλίας το ‘70. Και για να το κάνω ακόμα πιο σαφές, το 2011 η Marion Laval-Jeantet παρουσίασε το αντικειμενοστραφές καλλιτέχνημα: την εαυτή της που για καιρό δεχόταν μεταγγίσεις πλάσματος αλόγου αφού πρώτα είχε λάβει μια σειρά ενέσεων ανοσοσφαιρίνης αλόγου για να προετοιμάσει το σώμα της και να το προλάβει από την απόρριψη των πρωτεϊνών του ζώου. Μία τέχνη αντοχής με αντικείμενο και ερμήνευμα το ίδιο της το σώμα, θέλοντας να επαναφέρει και να μεγεθύνει τη διαδικασία να συνηθίζεις τα πράγματα, ενσωματώνοντας κυριολεκτικά αυτό που είναι αφόρητο για την ευημερία μας[8].

Αυτό που έκανε η Sedgwick την δεκαετία του 90 στο Epistemology of the Closet, να αναπτύσσει εμπεριστατωμένες και ελευθεριακές αναγνώσεις κλασικών κειμένων από τον Wilde, μέχρι τον Nietzsche και τον Melville, με σκοπό να ανοίξει διάλογο σχετικά με την σταθερότητα της σεξουαλικής ταυτότητας και πώς λειτουργεί η γλώσσα στον καθορισμό την ομο|ετεροφυλοφιλικής δυαδικότητας, σήμερα θεωρείται ξεπερασμένο. Κι όμως, η Sedgwick (η παντρεμένη με τον Hal Sedgwick) είδε με μεγάλη διορατικότητα τη σεξουαλική ταυτότητα ως συνέχεια, παρά ως κατηγορία. Κι αν το queer μπορεί να είναι το οτιδήποτε πια, μπορεί να γίνει η απάντηση στην ιδέα ότι η σεξουαλική (ή οποιαδήποτε) ταυτότητα καθορίζει με έναν στατικό, περιοριστικό τρόπο και πάνω απ’ όλα χρησιμοποιείται για να βλάψει όσους την χρησιμοποιούν. Κι αν μας προτείνει κάτι η Sedgwick αυτό είναι να χρησιμοποιούμε τη λέξη queer ως ρήμα κι όχι ως ουσιαστικό, το  οποίο θα μπορούσε να εφαρμοστεί σε οποιονδήποτε αριθμό τρόπων με τους οποίους η κοινωνία έχει δομηθεί έτσι ώστε μόνον ορισμένα άτομα και φωνές να έχουν σημασία.

Η καταγωγή του Queer πεδίου εντοπίζεται στην αγανάκτηση με τον αφομοιωτικό χαρακτήρα και την επαιτεία της έγκρισης από την κυρίαρχη ετεροκανονική κοινωνία. Η ρίζα του Queer είναι η αμφισβήτηση και κυρίως η αμφισβήτηση σε κινήματα σκόπιμα προκλητικά και επίμονα αντιπαραγωγικά.

Ωστόσο σήμερα βρισκόμαστε σε μία παράδοξη ιστορική στιγμή ενός queer φιλελευθερισμού κι ας προειδοποιούσε η σχολή της Butler ότι το queer δεν πρέπει να σημαίνει ολοκληρωτικά το άτομο που εκπροσωπεί[9]. Μηχανισμοί κανονικοποίησης (από διαφημίσεις σοκολάτας, μέχρι τον λαϊκισμό ενός ακροδεξιού κόμματος ότι απέκτησε τον πρώτο του gay υφυπουργό), οργανώνουν όχι μόνο την πολιτική, αλλά και τις εσωτερικές λειτουργίες, προσπαθώντας να αποτελέσουν κομμάτι λογικής το οποίο με τον καιρό και χάριν στους μηχανισμούς αυτούς θα γίνεται όλο και μεγαλύτερο. Σε μια τέτοια ιστορική συγκυρία μας λένε ότι είναι σημαντικό να επιμείνουμε στην ικανότητα των Queer σπουδών και την Queer θεωρία εν γένει (που όταν την πετυχαίνεις στα καλά της, συναντάς κείμενα εξαιρετικής αντικαπιταλιστικής θεώρησης), να κινητοποιήσουν μία ευρεία κοινωνική, πολιτική, σεξουαλική και εθνική κριτική.

Σήμερα, η LGBQT κοινότητα φαίνεται ότι υπάρχει σ’ όλο της το φάσμα σαν το φάντασμα με το σεντόνι – η υπέροχη παραβολή του Harry Dodge στους Αργοναύτες της Nelson. Με το σεντόνι υπάρχει και το φάντασμα, προκαλώντας στους γύρω του από φόβο μέχρι αμηχανία· χωρίς το σεντόνι [το πραγματικό εγώ] το φάντασμα δεν υπάρχει, γιατί δεν το βλέπει κανένας. Αυτό το σεντόνι είναι η ανακούφιση της Gertrude Stein όταν διάβασε το βιβλίο του Otto Weininger «Φύλο και Χαρακτήρας» (1903) που μίλησε για την γυναικεία αρρενωπότητα ως δείγμα κατάρρευσης των δύο φύλων, ως κατ’ εφαρμογή δείγμα πολιτισμένης κοινωνίας και γυναικείας ευφυΐας: όσο πιο αρρενωπή είναι μία γυναίκα, τόσο πιο έξυπνη. Αυτό το σεντόνι είναι η προσεγμένη γλώσσα στην ποίηση των γυναικών κ.ά. Από κάτω ίσως να βρίσκεται το μαχητικό σώμα της μοναξιάς, μία άφυλη πολεμική ταυτότητα. Τελικά ένα σώμα χωρίς αγάπη.

Στο τέλος, το μόνο που μένει από το ταξίδι των Αργοναυτών, είναι τα λόγια του Harry Dodge, του έμμεσου πρωταγωνιστή, αν θέλετε, του βιβλίου: “Δεν είμαι καθ ‘ οδόν για πουθενά”.[10] Κι αυτή η διπλή άρνηση – το σε κανέναν τόπο, βοηθάει να επανεξετάσουμε το μεγάλο απόθεμα αυτοβιογραφιών και απομνημονευμάτων και προσωπικών εμπειριών που έχουν γίνει βιβλία, performances, έργα κοκ. τα τελευταία χρόνια και να τα ορίσουμε ως θέληση να τερματιστεί η ιστορική ανυποκειμενικότητα της γυναίκας.

 

(*) Η Ηλέκτρα Λαζάρ είναι ποιήτρια, δοκιμιογράφος

 

[1] Κυκλοφόρησε το 2015 στις ΗΠΑ, στην Ελλάδα τον Νοέμβρη του 2020 από τις εκδόσεις Αντίποδες, σε μετάφραση Μαρίας Φακίνου.

[2] Γεωργιάδης, Λ., (χ.χ) Λεξικόν της Ελληνικής Μυθολογίας, εκδόσεις Γεωργιάδη – Βιβλιοθήκη των Ελλήνων.

[3] Η κατάληψη του χώρου της νόησης και του δημόσιου χώρου από τους άνδρες, η σύγχρονη πνευματική φεουδαρχία της συμμετοχής και της άποψης είναι άλλη μία πτυχή του βιβλίου.

[4] Wallace, A., 2014. How Soon is Now? Medieval Texts, Amateur Readers, and the Queerness of Time by Carolyn Dinshaw. Parergon 31(1). pp. 202-204.

[5] Μακριά από ψυχολογικές ερμηνείες, δεν είναι άραγε όχι σπάνιο μία απλή συζήτηση ταυτότητας φύλου και σεξουαλικού προσανατολισμού, σήμερα, να παίρνει διαστάσεις ενοχλητικής, αδιάκριτης και σολιψιστικής ανάκρισης;

[6] Καλύτερα το έχει πει η Butler (τα κείμενα της οποίας είναι από τα πιο δυσνόητα, παρόλο που πουλάνε σαν τρελά): “Είτε ο κόσμος δεν διάβασε πραγματικά το βιβλίο είτε η εμπορευματοποίηση των πολιτικών ταυτότητας είναι τόσο ισχυρή που ό,τι κι αν γράψεις, ακόμα κι όταν είναι κατηγορηματικά αντίθετο με αυτές τις πολιτικές, απορροφάται απ’ αυτόν το μηχανισμό” (Οι Αργοναύτες, σελ.79).

[7] Crosby, C., 2016. A Body, Undone: Living On After Great Pain, NYU Press.

[8] Leon J. Hilton, “The Horse in My Flesh’: Transpecies Performance and Affective Athleticism”, GLQ, Vol. 19, Νο. 4, 2013, σελ. 487-514

[9] Butler, J., 1993. Critically Queer. GLQ: A Journal of Gay and Gay Studies, vol.1, pp. 17-32

[10] Nelson, Μ., 2020. Οι Αργοναύτες, μτφ Μαρία Φακίνου, εκδ. Αντίποδες, σελ. 78

 

Αναζητήστε το εδώ

 

 

Προηγούμενο άρθροH queer μέρα που αγάπησα τον Ocean Vuong (της Κωνσταντίνας Κορρυβάντη)
Επόμενο άρθρο«Ανάμεσα στην άγνοια της Ανατολής και στην ξιπασιά της Δύσης»: Ο κατά Αλεξανδρόπουλο Μάξιμος ο Γραικός δυο γενιές μετά (του Νίκου Χρυσίδη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here