Το σπίτι ως χώρος οικείος και ανοίκειος (του Θανάση Αγάθου)

0
1144

 

 

του Θανάση Αγάθου (*)

 

Μια ευχάριστη έκπληξη και ένα δυναμικό ντεμπούτο στο πεδίο του μυθιστορήματος είναι το Daphne nobilis της Πολυτίμης Λινάρδου. Η συγγραφέας, απόφοιτος του Τμήματος Γαλλικής Φιλολογιας του ΕΚΠΑ, έλαβε το δεύτερο βραβείο στον δεύτερο διαγωνισμό αστυνομικού διηγήματος της Ελληνικής Λέσχης Συγγραφέων Αστυνομικής Λογοτεχνίας (ΕΛΣΑΛ), με το διήγημά της «Δισδιάστατες μαρτυρίες» να συμπεριλαμβάνεται στον συλλογικό τόμο Noir Road Stories 2 (2017, Άπαρσις).

Στο Daphne nobilis η Λινάρδου αφηγείται μιαν ιστορία καταπίεσης, απωθημένων, εγκλεισμού, με ευδιάκριτες καφκικές αποχρώσεις αλλά και επιρροές από το Φύλλο του Βασίλη Βασιλικού. Ο κεντρικός χαρακτήρας είναι η Δάφνη, η επιμελής διαχειρίστρια μιας παλαιάς πολυκατοικίας, μια μεσήλικη γυναίκα η οποία όχι μόνο ρυθμίζει τις ζωές των άλλων, τις ζωές των ηλικιωμένων συνιοδιοκτητών της πολυκατοικίας, αλλά και ανέχεται να ρυθμίζουν οι τελευταίοι, που την ξέρουν από παιδί, τη δική της ζωή.

Διχασμένη ανάμεσα στο οδυνηρό παρελθόν και το νοσηρό παρόν, την παλιά της οικογένεια (τους γονείς της, τους οποίους διαδέχθηκε στη διαχείριση, μετά τον μυστηριώδη θάνατό τους) και τη νέα της οικογένεια (τον Νικήτα, τον μάστορα που αναλαμβάνει την αναπαλαίωση του κτηρίου και γίνεται εραστής της και, για σύντομο διάστημα, σύζυγός της), τον εαυτό της και τους γείτονες τους οποίους γιατροπορεύει με συγκινητική αφοσίωση και καρτερική διάθεση, το διαμέρισμά της και τους κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας, η Δάφνη μοιάζει να κινείται διαρκώς σε τεντωμένο σκοινί και να αναπτύσσει σχέσεις εξάρτησης από τις οποίες μάταια προσπαθεί να αποδεσμευτεί. Η μεταιχμιακή ηρωίδα παλεύει να βρει την ταυτότητά της μέσα από τους ποικίλους ρόλους που καλείται να υποδυθεί στη συχνά εξουθενωτική καθημερινότητά της (με κυρίαρχο, πάντοτε, αυτόν της διαχειρίστριας, που υπερισχύει έναντι της ερωμένης, της συζύγου, της κόρης, της φίλης, της υπαλλήλου).

Η Δάφνη σκιαγραφείται από τη Λινάρδου με περισσή μαεστρία και έμφαση στη λεπτομέρεια, ως ένας δυναμικός χαρακτήρας που εξελίσσεται μέσα από τις τραυματικές εμπειρίες της ζωής. Η ηρωίδα αναπτύσσει σχέσεις αναλογίας με το φυτό της πικροδάφνης, που εμφανίζεται εντελώς απροσδόκητα στην είσοδο της πολυκατοικίας, αλλά και με τη “Daphne nobilis”, τη «Δάφνη την ευγενή», το όμορφο φυτό που μεγαλώνουν οι γονείς της στο μπαλκόνι τους και που η ίδια πιστεύει ότι πρέπει να αποτελεί πρότυπο για τη δική της πορεία.

Οι γηραιοί ένοικοι της πολυκατοικίας, που ακολουθούν τη Δάφνη σε κάθε της βήμα, μια που, κατά κάποιον τρόπο, την έχουν «υιοθετήσει» μετά την αποχώρηση των γονιών της από τη ζωή και έχουν δημιουργήσει έναν ιδιότυπο προστατευτικό κλοιό απέναντι σε οτιδήποτε ξένο και απειλητικό, συγκροτούν ένα αυστηρά οριοθετημένο ανθρώπινο σύμπαν, έναν μικρόκοσμο που άλλοτε συγκινεί με το ενδιαφέρον του και τη φροντίδα του για την ηρωίδα και άλλοτε ενοχλεί με την αδιακρισία και την παρεμβατική του διάθεση. Ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί ο αντισυμβατικός γιός ενός από τους ιδιοκτήτες, που λειτουργεί καταλυτικά στη ζωή της Δάφνης.

Το σπίτι, με την ευρύτερη και τη στενότερη έννοιά του, διαδραματίζει κεντρικό ρόλο στο μυθιστόρημα, καθώς το μεγαλύτερο μέρος του λαμβάνει χώρα στο διαμέρισμα της Δάφνης και δευτερευόντως στα διαμερίσματα των συνιδιοκτητών και στους κοινόχρηστους χώρους της πολυκατοικίας. Τονίζεται διαρκώς η διττή του διάσταση, ο αμφίθυμος χαρακτήρας του: χώρος εγκλωβισμού και μελαγχολίας, τόπος οικείος και ανοίκειος, κιβωτός μνήμης, πηγή δημιουργικότητας και άγχους, καταφύγιο και κολαστήριο μαζί, με φορτίο πλούσιο σε χαρές και λύπες, ομορφιά και φρίκη.

Η Λινάρδου συνθέτει αριστοτεχνικά μια πολυφωνική αφήγηση, η οποία συνδυάζει την –κυρίαρχη– οπτική γωνία της νευρωτικής ηρωίδας με αποσπάσματα από τον κανονισμό της πολυκατοικίας –εις άπταιστον καθαρεύουσαν– και από ένα λογοτεχνικό έργο, του οποίου η γλώσσα και το ύφος θυμίζουν Παπαδιαμάντη και Βιζυηνό. Τα παρέμβλητα κείμενα του κανονισμού και του καθαρευουσιάνικου πεζογραφήματος άλλοτε υπομνηματίζουν, άλλοτε φορτίζουν, άλλοτε σχολιάζουν και άλλοτε απλώς παρακολουθούν την κύρια αφήγηση, φωτίζοντας εναργέστερα τα πορτραίτα της Δάφνης και των δευτερευόντων χαρακτήρων και αποτυπώνοντας το πλέγμα των σχέσεων που δημιουργούνται μεταξύ τους.

Ακροβατώντας με άνεση ανάμεσα στον ρεαλισμό και τον συμβολισμό και αξιώνοντας την προσοχή και την εγρήγορση του αναγνώστη, η Πολυτίμη Λινάρδου καταθέτει μια πολύ ενδιαφέρουσα πρόταση στο πεδίο του μυθιστορήματος και αφήνει βάσιμες ελπίδες και υποσχέσεις για το συγγραφικό της μέλλον.

 

(*) Ο Θανάσης Αγάθος είναι Επίκουρος Καθηγητής Νεοελληνικής Φιλολογίας στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών.

 

Πολυτίμη Λινάρδου, Daphne nobilis, Μυθιστόρημα, Ενύπνιο, Αθήνα 2020, σ. 176.

Βρες το εδώ

 

 

Προηγούμενο άρθροΤι ακριβώς διαβάζουμε; Ό,τι εμείς επιλέγουμε; (του Γιάννη Ν. Μπασκόζου)
Επόμενο άρθροΧωρίς όνομα (διήγημα της Ασημίνας Χαχούλη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ