Το ψυχαναλυτικό ήθος στην κλινική πρακτική του Ντόναλντ Γουίνικοτ (γράφει η Βίκυ Μαλισόβα)

0
123
Donald Winnicott

 

 

γράφει η Βίκυ Μαλισόβα[1]

 

Η Λώρα Ντετιβίλ ψυχαναλύτρια, ιδρυτικό μέλος της παρισινής ψυχαναλυτικής εταιρείας SPF και πρόεδρος του γαλλικού τμήματος της International Winnicott Association (IWA), και αντιπρόεδρος της IWA, και η Ελίζα Νικολοπούλου ψυχαναλύτρια, μέλος της Ελληνικής Ψυχαναλυτικής Εταιρείας και μέλος του Ελληνικού Ψυχαναλυτικού Χώρου Ντ. Γ. Γουίνικοτ συνομιλούν για την κλινική του Ντόναλντ Γουίνικοτ και βασικές έννοιες της σκέψης του. Η Ελίζα Νικολοπούλου μας προσφέρει το γραπτό αποτύπωμα αυτής της συνομιλίας στα ελληνικά.

Ο Ντόναλντ Γουίνικοτ (1896-1971), παιδίατρος και ψυχαναλυτής, μέλος της βρετανικής ψυχαναλυτικής εταιρείας, συνεισέφερε με πολλές έννοιες στην ψυχανάλυση χωρίς όμως να θελήσει να διαμορφώσει μια θεωρία.

Στον πρόλογο της η Ελίζα Νικολοπούλου σημειώνει ότι η Λώρα Ντετιβίλ, στο ένα από τα δύο βιβλία που έχει εκδώσει στα γαλλικά για τον Γουίνικοτ γράφει: «Είναι αδύνατον να ορίσει κανείς τις έννοιες του Γουίνικοτ. Μπορεί μόνον να τις διηγηθεί».

Μας θυμίζει έτσι ότι η μετάδοση της ψυχανάλυσης είναι καταρχάς προφορική. Λόγος ζωντανός και φυσική παρουσία. Στις συνεδρίες, στις εποπτείες, στα σεμινάρια ο λόγος εγγράφει κι εγγράφεται στα σώματα. Η γραπτή μαρτυρία αποδίδει κάτι από αυτό που διαμείβεται ζωντανά· έχει ρυθμό, χρόνο και παλμό. Αποδίδει κάτι από τη μεταβιβαστική σχέση: αυτό που δημιουργείται, μέσα από την επανάληψη αλλά όχι μόνο, ανάμεσα στον αναλυόμενο και στον αναλυτή, από τους δύο μαζί και από τον καθένα χωριστά αλλά και για τον καθένα χωριστά. Εδώ παρακολουθούμε μια αφήγηση εννοιών που βασίζεται σε βιώματα, κλινική εμπειρία.

Η νεότερη Ελληνίδα ψυχαναλύτρια ρωτάει την Γαλλίδα ψυχαναλύτρια της προηγούμενης γενιάς και οι ερωτήσεις γεννούν απαντήσεις που φέρνουν νέες ερωτήσεις και κάπως έτσι μέσα από την δική τους μεταβιβαστική σχέση υφαίνονται οι έννοιες γίνονται κλινική εμπειρία που περνούν από τη μια γενιά στην άλλη.

Δύσκολες έννοιες όπως η ψευδαισθητική ικανοποίηση, η αυταπάτη, η ορμή, η μεταβίβαση, το είναι και το γίγνεσθαι, το παράδοξο του αντικειμένου που είναι δημιουργηθέν-ευρεθέν, η παλινδρόμηση, βρίσκουν θέση σ’ αυτό το μικρό βιβλίο που αποδεικνύεται μεγάλο.

Θα ξεχωρίσω και θα σταθώ στην ερώτηση της Ελίζας Νικολοπούλου πώς γεννώνται το υποκείμενο και το αντικείμενο και την απάντηση της Λώρας Ντετιβίλ. Η απάντηση σ’ αυτή την ερώτηση απορρέει, νομίζω, εκτός από την παρατήρηση βρέφους και την ψυχαναλυτική κλινική με παιδιά και ενήλικους, από τη θέση του ψυχαναλυτή μέσα στη συνεδρία την ίδια στιγμή που αυτή η θέση δημιουργείται κατά τη διάρκειά της.

Σύμφωνα με τη Ντετιβίλ ο Γουίνικοτ δεν είναι ένας κλινικός των σχέσεων αντικειμένου διότι για εκείνον στην αρχή της ζωής δεν υπάρχει αντικείμενο. Υπάρχει ένα σύνολο όπου το αντικείμενο και το υποκείμενο συνυπάρχουν αδιαφοροποίητα. Ερώτηση της Νικολοπούλου: στο πλαίσιο αυτού του αδιαφοροποίητου συνόλου πώς γεννώνται το αντικείμενο και το υποκείμενο; Γράφει ο Γουίνικοτ: «Ο εξωτερικός κόσμος δεν υπάρχει ως τέτοιος και η ψυχική δομή του παιδιού περιλαμβάνει τη βιωμένη εμπειρία της μητέρας, όπως ακριβώς αυτή υφίσταται στην προσωπική της πραγματικότητα». Σχολιάζει η Ντετιβίλ επεκτείνοντας την σκέψη του ότι αυτή η βιωμένη εμπειρία «περιλαμβάνει τη σχέση της με την πατρική αρχή». Έτσι σε διάφορα σχόλια της Ντετιβίλ διακρίνουμε την επιρροή που η ίδια έχει δεχτεί κι από άλλους «προγόνους» αναλυτές όπως ο Λακάν, η Ντολτό, ο Μπίον εμπλουτίζοντας την ανάγνωσή της. Άλλωστε κι ο ίδιος “ο Γουίνικοτ δεν είναι μόνον Γουίνικοτ”.

Η Ντετιβίλ λέει ότι ο Γουίνικοτ υποθέτει πως υπάρχει εξαρχής ένα υποκείμενο, το οποίο έρχεται στον κόσμο με «εγγενείς δυνατότητες», όμως θα μπορέσει να φτάσει σε κατάσταση μονάδας μόνο χάρη στην καταλληλόλητα του περιβάλλοντος το οποίο υποστηρίζει τις τάσεις του νεογέννητου, ώστε αυτές να αναδυθούν σύμφωνα με τον δικό του ρυθμό και τον προσωπικό του τρόπο. Με άλλα λόγια θα λέγαμε ότι η μητέρα χρειάζεται να επιτελέσει ένα δύσκολο έργο αφού χρειάζεται να λειτουργεί ως σύνολο με το βρέφος ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζοντάς το ως διαφορετικό από εκείνη, βλέπει ήδη σ’ αυτό, το υποκείμενο που το βρέφος πρόκειται να γίνει. Μ’ αυτό το δεδομένο το βρέφος φτάνει να ξεχωρίσει από την μητέρα στους 5-6 μήνες εξ ου και τότε ο φόβος του ξένου, το στάδιο του καθρέφτη, ο αποθηλασμός, οι στέρεες τροφές.

Συνεχίζει η Ντετιβίλ: «Το περιβάλλον δεν κάνει τίποτε, αλλά συγχρόνως κάνει τα πάντα, δηλαδή είναι εκεί προκειμένου να επιτρέψει στο παιδί να βιώσει τον ίδιο του τον αυθορμητισμό και την ίδια του την κινητικότητα». Εδώ μιλάει για την πρωτογενή ταύτιση, το είναι. Πόσο αυτή η αντίληψη για το περιβάλλον επηρεάζει τη θεραπεία με αυτιστικά παιδιά και όχι μόνο; Πιο πέρα λέει για την επιλογή αντικειμένου: «Η επιλογή αντικειμένου είναι μια πιο περίπλοκη και κυρίως μεταγενέστερη διαδικασία. Πρέπει να υπάρχει ήδη ένα Εγώ, να υπάρχει ήδη ένας διαχωρισμός υποκειμένου-αντικειμένου για να μπορέσει να υπάρξει επιλογή αντικειμένου. Εξ άλλου, σύμφωνα και με τον Γουίνικοτ, η έλλειψη, το γεγονός δηλαδή ότι το αντικείμενο θα λείψει, είναι εκείνη η οποία θα επιτρέψει την δημιουργία του. Μόνο μέσω της έλλειψης, του χάσματος, το παιδί θα αντιληφθεί ότι υπάρχει μια εξωτερική πραγματικότητα απέναντι στην οποία δεν είναι παντοδύναμο. Σ’ αυτό το σημείο η έλλειψη λειτουργεί ματαιωτικά και εισάγει το παιδί στην αρχή της πραγματικότητας. Πριν από αυτό, μέχρι τους 5-6 μήνες, η έλλειψη λειτουργεί στερητικά κι εξαρτάται από την διάρκεια της αν θα οδηγήσει σε ψύχωση, την οποία ο Γουίνικοτ θεωρεί ως νόσο ενός περιβαλλοντικού ελλείμματος.

Σύμφωνα με τον τρόπο που η Ντετιβίλ διαβάζει τον Γουίνικοτ, το υποκείμενο θα δομηθεί σιγά-σιγά, θα γεννηθεί με αφετηρία τις αρχικά αδιαφοροποίητες και διάσπαρτες σωματικές εμπειρίες και θα φτάσει στη φάση του «εγώ είμαι». Αλλά ας μην ξεχνάμε ότι αρχικά «εγώ είμαι» συνοδευόμενος από έναν άλλο ο οποίος μου αντιγυρίζει ότι υπάρχω. Υπάρχω μόνο επειδή κάποιος είναι εκεί για να μου αντιγυρίσει ότι υπάρχω. Είμαι, με βάση τις σωματικές εμπειρίες. Με βάση τον άλλο αποκτώ την αίσθηση ότι υπάρχω, υπό και έξω από αυτόν (υπ-άρχω, ex-ister). Τον άλλο, που με τα λόγια του ονομάζει δίνοντας νόημα σ’ αυτό που ζω.

Έτσι, λέει η Ντετιβίλ, όταν το βρέφος αισθάνεται κάποια ένταση τότε φωνάζει, κλαίει και εκεί εμφανίζεται ο άλλος που θα επιχειρήσει να ανταποκριθεί σ’ αυτήν την ένταση την κατάλληλη στιγμή. Αυτή η απάντηση θα δώσει νόημα σε εκείνο το οποίο αισθάνθηκε το βρέφος. Ο Φρόιντ ήδη στο σχεδίασμα έχει πολύ σημαντικές παρατηρήσεις για τον άλλο, τον πλησίον (Nebenmench). Το βρέφος εγγράφει τότε σε μια μνήμη σωματική τόσο τη διέγερση όσο και την απάντηση και τη σχέση με τον άλλο, ο οποίος προσφέρει τόσο την αυταπάτη όσο και τη διάλυσή της.

Η μορφή του βιβλίου μας θυμίζει την ψυχαναλυτική συνεδρία. Πρόκειται για έναν λόγο που διαμορφώνεται την ώρα που εκφέρεται σε κάποιον άλλο. Ανάμεσα στους δύο ο λόγος δημιουργεί ένα χώρο, ένα χώρο κοινό αλλά με δύο διαφορετικά όρια από τη μία και την άλλη πλευρά. Οι ψυχαναλύτριες, που συνομιλώντας ύφαναν το κείμενο το οποίο η Νικολοπούλου απέδωσε γραπτώς, είναι ενήμερες για τις παρεξηγήσεις που φέρει ο λόγος μαζί του κι αυτό επιτρέπει στον λόγο να ρέει.

Από ερώτηση σε απάντηση και από συνειρμό σε συνειρμό, φτάνοντας στη σχέση αναλυτή ασθενή, αρχίζει να σκιαγραφείται το ψυχαναλυτικό ήθος στην κλινική του Γουίνικοτ. Ο αναλυτής πρέπει να σεβαστεί το σύμπτωμα, τον ασθενή και τον ρυθμό του. Αυτό είναι ματαιωτικό για τον αναλυτή. Ο αναλυτής πρέπει να ξέρει να περιμένει. Η Ελίζα Νικολοπούλου αναφερόμενη στο βιβλίο του Ντόναλντ Γουίνικοτ Παιχνίδι και πραγματικότητα παραπέμπει στο εξής σημείο: «Λυπάμαι έντονα όταν σκέφτομαι τις βαθιές αλλαγές που εμπόδισα ή καθυστέρησα σε ασθενείς λόγω της ανάγκης μου για ερμηνεία. Όταν είμαστε ικανοί να περιμένουμε ο ασθενής φτάνει στο σημείο να μπορεί να κατανοήσει με τρόπο δημιουργικό…». Η Ντετιβιλ συνεχίζει ότι πρόκειται, εντός της αναλυτικής συνθήκης, για την προβληματική του δημιουργηθέντος-ευρεθέντος, η οποία μας συνοδεύει σε όλη μας την ζωή. Με απλά λόγια λέει πόσο μεγάλη αξία έχει καθένας να ανακαλύπτει κάτι για λογαριασμό του κι ας έχει ανακαλυφθεί από πολλούς άλλους πριν από αυτόν.

Μ’ αυτόν τον τρόπο κι ενώ ο αναλυτής κρατά αυτήν την θέση, δημιουργείται και λειτουργεί ένας μεταβατικός χώρος στη συνεδρία, μέσα στην θεραπεία. Λέει η Ντετιβίλ: «Η ανάλυση ίσως να είναι το πρώτο μέρος όπου το άτομο θα μπορέσει να βιώσει, πλάι σ’ έναν αναλυτή παρόντα και μη παρεμβατικό, την ικανότητα να είναι μόνο, πράγμα που σε αυτήν τη φάση ζωής αποτελεί αναγκαιότητα για τον ασθενή.»

Ένας αναλυτής με την θέση που παίρνει στην πολυθρόνα και καλώντας τον ασθενή να μιλήσει, τον καλεί σε μια παλινδρόμηση όπως την ορίζει ο Γουίνικοτ, όχι δηλαδή σε τρόπους ικανοποίησης που έχουν παρέλθει, αλλά με την έννοια «να αφήνεσαι παρουσία ενός άλλου». Ο αναλυτής τον καλεί σε μια εξάρτηση από τον ίδιο, από την αναλυτική διαδικασία. Ο αναλυτής καλό θα είναι να μην μπαίνει κι ο ίδιος σε σχέση εξάρτησης από τον αναλυόμενο, να μπορεί να διατηρεί την ασυμμετρία των δύο θέσεων, αφού αυτός είναι ένας άλλος που έχει σημαδευτεί από την απώλεια, την έλλειψη.

Η Ντετιβίλ υπογραμμίζει το ζήτημα της χρήσης του αναλυόμενου από τον αναλυτή που αποτελεί την μεγάλη συνεισφορά του Γουίνικοτ λίγο πριν από το τέλος της ζωής του. Ο Γουίνικοτ υποστήριζε, λέει η Ντετιβίλ, ότι η καλύτερη απάντησή μας ως αναλυτών είναι να επιτρέψουμε στους ασθενείς μας να μας χρησιμοποιήσουν. Στο Παιχνίδι και πραγματικότητα γράφει: «Ως αναλυτές ξέρουμε πως είναι να μας χρησιμοποιούν, πράγμα που σημαίνει ότι μπορούμε να δούμε το τέλος της θεραπείας ακόμη κι αν βρίσκεται αρκετά χρόνια μακριά». Συνδέει, θεωρώ, την χρήση του αντικειμένου με το τέλος της θεραπείας. Αλλιώς έχουμε αναλύσεις που δεν τελειώνουν ποτέ. Συνειρμικά, νομίζω, η αμέσως επόμενη ερώτηση αφορά το μίσος στην αντιμεταβίβαση. Κι αυτό επειδή, προκειμένου να γίνει το πέρασμα από το σχετίζεσθαι με το αντικείμενο στη χρήση αντικειμένου, ο αναλυόμενος επιτίθεται στο αντικείμενο-αναλυτής κι εκείνος έχει να επιβιώσει χωρίς να γίνει εκδικητικός: τότε μόνο το αντικείμενο γίνεται εξωτερικό και η επιθετικότητα αντί καταστροφική μπορεί να γίνει δημιουργική.

Επιστρέφοντας στο ζήτημα της έλλειψης θα την συνδέσω με την ερμηνεία. Ο Γ. γράφει κάπου ότι συχνά δεν ερμηνεύει κι αυτήν την δυνατότητα την κατέκτησε μέσα στα χρόνια. Θα κλείσω με την φράση του Γουίνικοτ, με την οποία η Ελίζα Νικολοπούλου κλείνει τον επίλογό της και το παρόν βιβλίο: «Πιστεύω ότι ερμηνεύω κυρίως για να γνωστοποιήσω στον ασθενή τα όρια της κατανόησης μου. Η αρχή είναι απλή: ο ασθενής και μόνο ο ασθενής κατέχει τις απαντήσεις».

Η αρχή είναι απλή αλλά η εφαρμογή της δεν είναι. Κι αυτό φαίνεται, νομίζω, όταν συμβαίνει, στην αναζήτηση μιας γνώσης από τους αναλυτές εν είδει ταυτότητας. Η ταυτότητα, σύμφωνα με τον Γουίνικοτ, προσεγγίζεται με τους όρους του αληθούς και του ψευδούς εαυτού. «Η φυσιολογική πλευρά του ψευδούς εαυτού είναι ακριβώς το Εγώ (Moi) του Λακάν», λέει η Ντετιβίλ. Υπογραμμίζω εδώ την ύπαρξη της φυσιολογικής πλευράς στο φαντασιακό εγώ, που είναι απαραίτητη όπως το δέρμα που διαχωρίζει τον ζώντα οργανισμό από το περιβάλλον. Όμως όταν ο αναλυτής ψάχνει μια ταυτότητα αναφερόμενος στο όνομα και την θεωρία ενός και μόνο ψυχαναλυτή τότε, νομίζω, ότι πρόκειται περισσότερο για ταύτιση παρά για ταυτότητα. Μπορεί να ενισχύσει έναν ψευδή εαυτό, αφού θεωρώ ότι μ’ αυτόν τον τρόπο σβήνει τη γενεαλογία που ξεκινά από τον ιδρυτή της ψυχανάλυσης και διακλαδώνεται στις επόμενες γενιές. Με άλλα λόγια, λείπει ο άλλος του άλλου, σαν να υπάρχει μια δυσκολία στο πέρασμα από το δύο στο τρία.

Ο ψυχαναλυτής αν και τοποθετεί την γνώση στον αναλυόμενο χρειάζεται να έχει προσεγγίσει ο ίδιος ως αναλυόμενος τους δικούς του αρχαϊκούς φόβους, την ασυνείδητη φαντασίωσή του και την ασυνείδητη επιθυμία του “μόνος παρουσία ενός άλλου”, να αντέχει τις ελλείψεις του, να μετέχει ενός ψυχαναλυτικού ήθους όπως και να γνωρίζει καλά τους κλασικούς της ψυχανάλυσης. Ένας από αυτούς είναι και ο Ντόναλντ Γ. Γουίνικοτ.

 

[1] Κλινική Ψυχολόγος-Ψυχοπαθολόγος, Ψυχαναλύτρια, μέλος της Société de Psychanalyse Freudienne και του Ελληνικού Ψυχαναλυτικού Χώρου Ντ. Γ. Γουίνικοτ. Έχει μεταφράσει βιβλία της Μωντ Μανονί και του Πατρίκ Γκιγιομάρ.

 

 

Λώρα Ντετιβίλ και Ελίζα Νικολοπούλου, Συνομιλώντας για τον Ντ. Γουίνικοτ και την κλινική του, εκδόσεις Αρμός.

 

Προηγούμενο άρθροΠως η ανάγνωση επηρεάζει τις ιδέες, τις αποφάσεις, τη θέση του νέου στην κοινωνία (της Βενετίας Αποστολίδου)
Επόμενο άρθροΓιώργος Κυπρής- “Εξομολόγηση”, έκθεση στη Μεσσαριά (εγκαίνια 15 Ιουνίου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ