Το ψαλίδι ή το τρίτο της Τζένης (διήγημα του Γιώργου Κασαπίδη)

0
203

διήγημα του Γιώργου Κασαπίδη. (**)

 

                                                                                     Του Δημήτρη – Της Τζένης

 

Είμαστε τρεις μες στα χαλάσματα.  Ανάμεσα στο τρίγωνο, Πλατανιά – Πλατανόβρυση  – Παλιάμπελα, ένα χωριό δίχως όνομα τώρα. Κιόλαλι ή Κιόραλι μέχρι το 1927, κατόπιν μετονομασία σε Λημνίσκη και μετά που το ’καψαν οι Βούλγαροι (1942) δεν ξανακατοικήθηκε.

Τρία χαλάσματα μονάχα όρθια, ένα για τον καθένα. Το πρώτο φάτσα κάρτα μόλις πλησιάζουμε μέσα από τους  βάτους και τα πουρναρια ( δρόμος δεν υπάρχει) είναι ένα πέτρινο κτίσμα ελλιπές, δίχως σκεπή, μ’ ένα μεγάλο δέντρο φουντωτό μέσα στο εσωτερικό του που απλώνεται σχεδόν σε ολόκληρο το χώρο. Η πρόσοψη θύμιζε κάπως το απόκοσμο κτίσμα που δεσπόζει στο εμβληματικό εξώφυλλο του Πέδρο Πάραμο, του Χουάν Ρούλφο (ελληνική έκδοση με φωτό του συγγραφέα). Το δεύτερο κτίσμα μόλις τέσσερις τοίχοι ευάεροι, ευήλιοι, για να περνά ο χρόνος ανενόχλητος ανάμεσα τους. Το τρίτο ούτε καν κτίσμα δεν το λες, μόνο μια σκάλα έχει απομείνει ορφανή για να ανεβοκατεβαίνουν οι μνήμες και η φαντασία να τις θεριεύει μέχρι να τις προσγειώσει πατώντας με σταθερό βήμα στα σκαλοπάτια της, ο μικρότερος από την παρέα, ο Κυριάκος, αυτός που μας αποκάλυψε την ύπαρξη του πρώην χωριού και την πρόσβαση στο χώρο.

Τον απαθανατίζω σε αλλεπάλληλες στάσεις καθώς ανεβαίνει σταδιακά τη σκάλα και κοιτώντας τις μετά στη γρήγορη αλληλουχία λειτουργούν ενιαία σαν κινούμενες κινηματογραφικά εικόνες. Εδώ πάνω πρέπει να οργανώσουμε μια ποιητική απαγγελία, λέω, αλλά μόνο με πραγματικούς ποιητές, όχι…

Εκείνη τη στιγμή ακούγεται η φωνή του έτερου συνοδοιπόρου που μας καλεί στο πίσω μέρος του πρώτου κτίσματος να δούμε την ανακάλυψή του. Όντως, ο Δημήτρης έχει βρει μέσα σε μια εσοχή του εξωτερικού τοίχου ένα μεγάλο σκουριασμένο ψαλίδι. Μην το αγγίξεις, του λέω, πριν το αποτυπώσω ως έχει στο φιλμ, συγνώμη στην κάρτα μνήμης. Είναι υπέροχο σε σχήμα και σε απόχρωση και ο Δημήτρης γνωρίζοντας την αδυναμία μου στα παλιά αντικείμενα, είναι πρόθυμος να μου το παραχωρήσει με την προϋπόθεση ότι δεν θα αθετήσω κι εγώ την υπόσχεσή μου να του δώσω αυτό που έχουμε ήδη συμφωνήσει και δεν έχει πραγματοποιηθεί ακόμη. Δεν μπαίνω αμέσως στο νόημα και τον ρωτάω τι ακριβώς εννοεί, ποιό το αντάλλαγμα.  « Γιατί εκείνες τις ημέρες, όπως λένε, έβγαιναν κήρυκες με το ψαλίδι και λαλούσαν», απαγγέλει και πάλι δεν αντιλαμβάνομαι, μέχρι που συμπληρώνει κοφτά: «Το τρίτο της Τζένης*, δεν το ’χω βρει πουθενά, έχει εξαντληθεί από καιρό». Είμαι υποχρεωμένος να συμφωνήσω έστω και δύσκολα παρ’ ότι έχω ζήσει μ’ αυτό το βιβλίο κι έχω κρατήσει σε πολλές σελίδες του διάφορες κατά καιρούς σημειώσεις. Εκείνος έχει περισσότερα επιχειρήματα (συν το ψαλίδι) για να το διεκδικήσει, εγώ κάτι λιγότερα για να το κρατήσω. Και βέβαια δεν θα μπορούσε με σολομώντεια λύση να λήξει το ζήτημα, ούτε με ψαλίδι σκουριασμένο ή και ολοκαίνουριο ακόμη, να κοπεί στα δύο. Γιατί πώς να κόψεις στη μέση το στίχο: « Να προσέχεις προπάντων την πόρτα, μισή βυθισμένη, μισή ανοιχτή με αντικλείδι, και κρέμεται»*

Η επόμενη έξοδος μετά από μήνες, πάλι σε ένα αντίστοιχο σκηνικό λίγο μετά το Νικηφόρο, περίπου στο ύψος της Μαρμαριάς. Παρ’ ότι λαλίστατος, σ’ όλη τη διαδρομή δεν ανέφερα τίποτα για το βιβλίο που κουβαλούσα στην φωτογραφική τσάντα. Ο Κυριάκος κι αυτός έλεγε τα δικά του για προσωπικές ή άλλες εμπειρίες , ενώ ο Δημήτρης πού και πού σχολίαζε με το γνωστό δηκτικό του χιούμορ σχεδόν κάθε κουβέντα μας. Παρκάραμε το αμάξι έξω από την άσφαλτο σ’ ένα κομμάτι παλιού χορταριασμένου χωματόδρομου με σκοπό ν’ ανέβουμε από εκείνη την πλευρά λίγο ψηλότερα κι ότι προκύψει.

Ξαφνικά, κι ενώ είμασταν έτοιμοι να κατέβουμε, βγάζω το βιβλίο από την τσάντα και το πετάω στα πόδια του Δημήτρη. Σοκ. Μόλις κατάλαβε περί τίνος πρόκειται το κράταγε σαν να ήταν κάτι εύθραυστο, γύριζε απαλά τις σελίδες και άγγιζε τις λέξεις κοιτώντας σα μαγεμένος. Το βλέμμα, η στάση του, οι κινήσεις του θα άξιζε να αποτυπωθούν στο φακό της μηχανής, αλλά μάλλον τίποτα δεν μπορούσε να καταγραφεί με την ανάλογη ένταση, ούτε στο κάδρο ούτε στο χαρτί, τη συγκεκριμένη στιγμή.

– Θα μου το επιστρέψεις, βεβαίως, είπα, αν τυχόν και το βρεις κάποια φορά, κι αν δεν το βρεις χαλάλι σου εσύ να το φυλάς και να το ξεφυλλίζεις τα δύσκολα βράδια…

Τότε ήταν που άνοιξαν αυτόματα οι πόρτες του αυτοκινήτου κι οι θάμνοι γύρω σείονταν πυκνότεροι από πριν και σίγουρα ψηλότεροι από τη μεριά που φύσαγε ο θερμός αέρας κι ίσως αυτό λειτούργησε λυτρωτικά τόσο που να νιώθεται αργότερα λιγότερο βαριά η σκοτεινιά μέσα στο έρημο πολυβολείο πάνω στο λοφίσκο, όπου έμπαινε το φως σπαθιές σπαθιές και βλέπαμε από τα παράθυρα που χρησίμευαν   παλιά ως πολεμίστρες, έξω τη γέφυρα την τοξωτή να ανασηκώνεται από το έδαφος, να σκαρφαλώνει πάνω στη σιδηροδρομική γραμμή κι όπως μια αμαξοστοιχία να ξεμακραίνει με ταχύτητα, να ξεμακραίνει ολοένα σ’ ένα μήκος απερίγραπτο…

Κι όπως στο βάθος κάθε ιστορίας ένα γεγονός απρόβλεπτο, μετατοπίζει τα συμβάντα για λίγες γραμμές, συλλογιζόμουν πως μας τρομάζει πιο πολύ της πραγματικότητας το ανοίκειο ή επανέρχεται με άλλο προσωπείο, αλλιώς γιατί να εισχωρήσει με τόση  ένταση στο κάδρο εκείνη η νεκρή αγελάδα ανάμεσα στις λεύκες που βαραίνει μ ’όλους του προηγούμενους θανάτους το τοπίο από ψηλά…

Δεν πέρασαν δυο χρόνια από την τελευταία εμπειρία, σύμπτωση θα το έλεγαν πολλοί, κι οι πιο φευγάτοι καρμικό. Βρισκόμαστε στο κέντρο της Θεσσαλονίκης, καλεσμένοι για την παρουσίαση της Α΄ παθολογικής, της πρώτης τυπωμένης ποιητικής συλλογής του Δημήτρη (Πέτρου) με διοργανωτή το ‘‘Κεντρί’’. Κι ενώ πίνουμε όρθιοι τον κερασμένο καφέ και χαζεύουμε τα ωραία εξώφυλλα στο φιλόξενο βιβλιοπωλείο, ξαφνικά ακούγεται πίσω από μια αθέατη πλευρά η φωνή του Δημήτρη που με καλεί με ιδιαίτερη ένταση:
– Έλα ρε φίλε, να δεις τι βρήκα! Είναι απίστευτο! Χρόνια το ψάχνω και να εδώ στο χαλαρό, μου αποκαλύφτηκε, μάλιστα στην πρώτη του έκδοση.

Μένουμε, όπως είναι φυσικό, ενεοί κι οι δυο, ξεφυλλίζουμε και ξαναδιαβάζουμε στη σελ. 41 την περίφημη  ‘‘Δια χειρός αγνώστου πραγματεία’’. Λάμπει εκείνος κι εγώ μαζί του, αφού όπως συμφωνήσαμε, θα μου γυρίσει πίσω το δικό μου αντίτυπο με τις σημειώσεις, χωρίς να χρειαστεί βεβαίως να του επιστρέψω το ψαλίδι.( Αν ποτέ βρω που το καταχώνιασε η Χαρούλα, όταν της είπαν όσοι πιστεύουν τις παραδοξολογίες του παρελθόντος, ότι είναι γρουσουζιά να αφαιρείς χρηστικά αντικείμενα από τα χαλάσματα παλαιών κατοικιών κι ότι το ψαλίδι που δεν κλείνει δίνει λαβή στις κακές γλώσσες ή ότι κόβει τα φτερά των αγγέλλων… και να ’χαμε να λέγαμε, αλλά αυτό ανήκει σε άλλη ιστορία).

Σκεφτόμουν για πολλή ώρα, μέχρι να ξεκινήσει η εκδήλωση, ότι το απόκτημα αυτό στα χέρια του Δημήτρη ελάμβανε μια απολύτως καινούρια διάσταση. Πως, οι μικρές παράξενες ιστορίες  και, η συντομότατη περιγραφή του τόπου εκείνου όπου τελούνται όλα τα φοβερά, δεν θα είχαν διόλου σύντομη διάρκεια στο χρόνο. Πως, τα πάθη της αγάπης, θα εξακολουθούν να μας ταράζουν στο απώτερο μέλλον κι οι τίτλοι οι μακρόσυρτοι θα παρελαύνουν με ποιο έντονο χρώμα στα γράμματα και στα νοήματα:

Εκείνων που πολύ εκράτησαν και δεν μιλούσαν…

Τσούρμο κουρσάρων σε παραλία βασιλεύουσα, που χρόνια την πολέμαγαν αποκλεισμένη…

Από σπαράγματα βραχέος χρονικού: μεγάλος διωγμός, άγνωστου έτους, αλλά προπάντων σε ωραία πόλη, περίβλεπτη, με λιγοστές κρυψώνες

 

Το βράδυ στην ταβέρνα, μεγάλη παρέα, μετά την επιτυχημένη εκδήλωση στο καφέ ΕΝΤΕΧΝΟΝ, κοιτάζαμε με δέος τις μερίδες με τα τεμαχισμένα κρέατα πριν τα ξεκοκαλίσει η πεινασμένη πάντα απληστία μας και την ώρα που τσουγκρίζαμε για δεύτερη φορά τα ποτήρια σαν να ξεπήδησε θαρρείς από τον ήχο ο στίχος; Θα επιστρέφουν πάντοτε αυτοί που άδικα σε χρόνους άλλους λησμονήθηκαν…

Στη Τζένη, ευχήθηκε ο Δημήτρης, στη Τζένη δικαίως, επανέλαβα κι εγώ, ενώ οι άλλοι κοίταγαν παράξενα δίχως να νιώθουν κάτι από την κοινή μας πλεύση περί των αφηγήσεων εν γένει…

 

 

* Όλοι οι στίχοι με την πλάγια γραφή προέρχονται από το τρίτο βιβλίο της ποιήτριας Τζένης Μαστοράκη: «Ιστορίες για τα βαθιά» (εκδ. Κέδρος, 1983)

(**) Ο Γώργος Κασαπίδης είναι ποιητής και φωτογράφος. Ζει στη Δράμα.

 

ΛΙΜΝΙΣΚΗ. μετά το ’22, το κατοίκησαν Πόντιοι και Θρακιώτες πρόσφυγες.
όχι για πολύ. το ’42 το ‘καψαν οι Βούλγαροι, δεν ξανακατοικήθηκε. δρόμος
δεν υπάρχει να πας, παρά μόνο περπατητός από μονοπάτι. έχουν μείνει
όρθιοι δύο τοίχοι από ένα σπίτι και άλλοι τέσσερις από ένα διπλανό. όλο
το υπόλοιπο χωριό είναι σωρός από πέτρες. στη θέση κάθε διακριτού
πέτρινου λόφου φανταστείτε ένα σπιτικό. κατεξοχήν πολύτεκνες οικο-
γένειες. κατεξοχήν καπνοκαλλιεργητές που σε μια βραδιά κάηκαν και
ντουμάνιασε ο μικρόκαμπος τριγύρω.

Προηγούμενο άρθροΣυνομιλώντας με τις πηγές: Τα τεκμήρια του ιστορικού αρχείου της Τράπεζας της Ελλάδος (του Ανδρέα Κακριδή)
Επόμενο άρθροΌλγκα Τοκάρτσουκ-Complicite: Μια σπάνια συνάντηση θεάτρου και λογοτεχνίας (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ