Το προσωπικό σύμπαν του Γιάννη Ατζακά ( της Εύας Μ. Μαθιουδάκη)

0
368

 

της Εύας Μ. Μαθιουδάκη

Επτά διηγήματα συμπεριλαμβάνονται στην πρόσφατη συλλογή Σκυφτοί περάσανε του Γιάννη Ατζακά, που εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2021 από την Άγρα, όπως εξάλλου και το σύνολο του έργου του.

Η συλλογή κυκλοφόρησε τρία χρόνια μετά την τελευταία του νουβέλα Η Σπηλιά και δεκατέσσερα χρόνια μετά το πρώτο του μυθιστόρημα. Ο Γιάννης Ατζακάς μας έχει χαρίσει συνολικά επτά βιβλία, από τα οποία ξεχωρίζει η μοναδική  τριλογία Διπλωμένα Φτερά (2007), Θολός βυθός (Κρατικό Βραβείο Μυθιστορήματος, 2009) και το αλησμόνητο για μένα Φως της Φονιάς (2013).

Θέλοντας να πιάσω από κάπου το νήμα για να σας παρουσιάσω τη συλλογή Σκυφτοί περάσανε, αναφέρομαι σε όλο το έργο του. Εξάλλου, και αυτή η συλλογή αποτελεί μέρος από το προσωπικό σύμπαν που έκτισε μέσω της παραπάνω τριλογίας και που χαϊδευτικά οι βιβλιόφιλοι την ονομάζουν «τριλογία του Γιάννη Αρχοντή». Και το γράφω αυτό γιατί και εδώ, ενώ μας αφηγείται ιστορίες σύγχρονες με προβληματισμούς του καιρού μας και της κοινωνίας μας, αναγνώρισα τα ίδια επιτυχημένα συστατικά που έκαναν τον Γιάννη Ατζακά έναν από τους σημαντικότερους συγγραφείς της γενιάς του, καθώς και εκείνα τα συστατικά που οφείλει να εμπεριέχει ένα καλό διήγημα.

Ο τόπος αποτελεί καθοριστικό στοιχείο στην πεζογραφία του. Ποια είναι η σχέση με τον τόπο και ποια η επίδραση του τόπου στις επιλογές  του συγγραφέα; Ερωτήματα που μπορούν βέβαια να αφορούν το βίωμα, αλλά μπορεί να αφορούν και το φαντασιακό ή την επινόηση ενός  «άλλου» κόσμου. Ο χώρος και ο χρόνος, ως καθοριστικές συντεταγμένες της μυθιστορίας του, είναι μια σχέση πολύσημη. Το χώμα, η γη, όπως δεν την έχει αγαπήσει άλλος κανείς συγγραφέας, με έναν ανθρωποκεντρικό νατουραλισμό, αλλά και ως ένας ακόμη ήρωας.  Στο έργο του Γιάννη Ατζακά  ο τόπος μπορεί να είναι οποιοδήποτε γεωγραφικό στοιχείο, μια γειτονιά, ένα περιβόλι, μια ντομάτα κομμένη στα τέσσερα αλλά και οι ίδιοι οι ήρωες. Ο Ιάκωβος Κάτος στο διήγημα «Το ολίγον της ζωής του»  με καταγωγή από τα μαστοροχώρια, την Πυρσόγιαννη της Ηπείρου, ομοιάζει της πέτρας που τον γέννησε. Τα βουνά και η πέτρα καθόρισαν την αισθητική του, την ηθική του, το «είναι» του, τα φτερά που δεν άνοιξε για να πετάξει. «Ο Ιάκωβος είχε φτάσει τώρα στο οροπέδιο της ζωής του, χωρίς να έχει ποτέ αγγίξει καμιά κορφή, χωρίς ένα πέταγμα, ούτε ένα μικρό φτερούγισμα, μια ζήση τραχιά σαν πέτρα, όπως το ηπειρώτικο οροπέδιο όπου μεγάλωσε» (σελ. 92-93).

Υποψιάζομαι ότι, όσο και να βαραίνει η άποψη ότι ο Ατζακάς είναι ο συγγραφέας που αποτύπωσε με τον πιο ρεαλιστικό τρόπο τα πάθη της εμφυλιακής και μετεμφυλιακής Ελλάδας, ο τόπος του, η βαθιά νοσταλγία γι’αυτό που στερήθηκε βίαια στην παιδική του ηλικία, η γη του, το χωράφι των προγόνων του, η Θάσος  συνοψίζουν όλη του τη δημιουργία. Και όπως ο Παπαδιαμάντης, ίσως  από μια εσωτερική παρόρμηση, από μιαν ανάγκη να ξεφύγει από τον εγκλωβισμό της μεγαλούπολης και του υπαλληλικού βίου, ψάχνει να ξαναβρεί τη φύση των παιδικών του χρόνων μέσω λυρικών αναδρομών. Αυτός ο ξεχασμένος αγροτικός κόσμος, που αποτυπώνεται σχεδόν σε όλο το έργο του, ίσως και να αποτελεί την αστείρευτη πηγή της έμπνευσής του. Αυτή η γλυκιά σιγαλιά της πλάσης, το βέλασμα, η καβαλίνα, τα αστέρια του ουρανού είναι το γάργαρο νερό του ίδιου του συγγραφέα!

Ο συμβιβασμένος κοσμοπολίτης Αργυρός στο μεγαλύτερο διήγημα της συλλογής, «Ο Αργυρός και τα αργύρια», μπροστά στα φώτα του νεόδμητου οικισμού, ανήμπορος μες στη νυχτιά αφουγκράζεται τη γη του…

«Η σπάταλη φωταψία πάνω στον κάβο και στην ακτή έκανε τη νύχτα μέρα, χλόμιαζε το φως των αστεριών. Οι μονότονες εκκωφαντικές μουσικές έσβηναν το τραγούδι των τριζονιών και των γρύλων. Στο βάθος μόνο, στα καλύβια του κάμπου έφεγγαν, τρεμόπαιζαν αραιά και πού μερικά φωσάκια. Έβλεπε καθαρά πως στην περιοχή είχαν δημιουργηθεί τώρα δυο ασυμφιλίωτες και ασύμβατες μεταξύ τους ζώνες, η παραλιακή και η αγροτική αντίκρυ τους, μοναχικό και αμέτοχο, έστεκε το νησάκι του» (σελ. 71).

Ακόμη και η μελωδική  γλώσσα του συγγραφέα έχει ριζώσει κι αυτή και βλαστήσει στην κοινή ελληνική. Γιατί η γλώσσα καλό είναι να μην εξετάζεται μόνον από την πλευρά του καρπού αλλά κι από την πλευρά της ρίζας.  Ό,τι δεν έχει βαθύτερες ρίζες σπάνια αγγίζει τους μυχούς του βαθύτερου «εγώ» μας. Εξάλλου, αυτό αναζητούμε στη λογοτεχνία – μια και η προφορικότητα ίσως είναι η πρωταρχική, για να μην πω η ιδεώδης, έκφραση του λόγου. Έχω βρει στη γλώσσα, στη γραφή του Γιάννη Ατζακά και θαυμάζω απεριόριστα αυτή την προφορικότητα.

Γράφει ο Ατζακάς στο διήγημα «Ο Αργυρός και τα αργύρια»: «Άρχιζε ένα αργόσυρτο γλυκό φθινόπωρο. Ο κόσμος είχε τρυγήσει και στα βαρέλια τώρα ωρίμαζε το κρασί. Στα απόσκια και στις ρεματιές είχαν βγει τα πρώτα μανιτάρια, πιπερίτες, χουχούλια, καλογεράκια. Στις πλαγιές και στα ξέφωτα οι κουμαριές ήταν φορτωμένες με τα τροφαντά ρουμπίνια τους, πιο κόκκινα κι από το αίμα. Σε λίγο θα έβγαιναν στα χαμολόγια να μαζέψουν τις πεσμένες ελιές μην πάνε χαμένες από τα πετεινά τ΄ ουρανού και τα ζωντανά του κάμπου» (σελ. 58).

Κάποιοι θα πουν είναι αμετακίνητα βιωματικός συγγραφέας ο Ατζακάς. Αλλά το βίωμα, όταν είναι δυνατό και ακέραιο, είναι σαν τη γλώσσα: αν γνωρίζεις μια στην εντέλεια, γνωρίζεις εύκολα σε βάθος κι άλλες δέκα. Κι αν μπορείς να γράψεις μιαν αράδα όπως αυτός, τότε  λογίζεσαι συγγραφέας.

Όλα τα δείγματα γραφής του Γιάννη Ατζακά, ήδη από την αρχή της παρουσίας του στα Ελληνικά Γράμματα, καταδεικνύουν έναν συγγραφέα που έχει συναρμόσει αρμονικά και με ευαισθησία την ιστορική αίσθηση με την κοινωνική κριτική και που ό,τι γράφει, ό,τι μας αφηγείται, δεν είναι πόζα, δεν είναι θεατρινισμός παρά η αλήθεια γυμνή, βγαλμένη από τα ένδον που καλλιέργησε κι έσκαψε βαθιά.

Από τα επτά διηγήματα ξεχώρισα επίσης τις «Τρεις μέρες του Αστέριου», αφιερωμένο στον ποιητή Ασημάκη, ένα διήγημα που αποτυπώνει την ήρεμη επαρχιακή ζωή σε αντιπαραβολή με την ανήσυχη εσωτερική ζωή ενός φαρμακοποιού, και τη «Ραχήλ», το τελευταίο διήγημα της συλλογής που είναι αφιερωμένο στον Νίκο Δαβέττα – ένα σπονδυλωτό αφήγημα σε τέσσερα μέρη που αναφέρεται στη Θεσσαλονίκη, την πόλη των φαντασμάτων, και σ΄ έναν επιζώντα του Ολοκαυτώματος. Αυτός μέχρι τις τελευταίες ώρες του δεν κατάφερε να ξεπεράσει το τραύμα του και που πέρασε όλη του τη ζωή προσπαθώντας να ξαναγίνει ο άνθρωπος που υπήρξε πριν το αποτρόπαιο σφράγισμα της ζωής του με τον εξαψήφιο αριθμό

Κλείνοντας την παρουσίαση της συλλογής Σκυφτοί περάσανε θα ήθελα να επισημάνω ότι, παρόλο που η θεματολογία της είναι λίγο πολύ αναμενόμενη για όποιον έχει εμβαθύνει στο έργο του Γιάννη Ατζακά και γνωρίζει τις κοινωνικές του ανησυχίες και τις αγάπες του, ο συγγραφέας με έναν μοντέρνο, να μου επιτρέψετε να πω, τρόπο αφήνει τις ιστορίες του ανολοκλήρωτες, τους χαρακτήρες και την πορεία τους εσκεμμένα χωρίς το αναμενόμενο τέλος (ακόμη και στο μεγαλύτερο αφήγημα, «Ο Αργυρός και τα αργύρια»), γιατί το διήγημα από τη φύση του πρέπει να αφήνει χώρο στον αναγνώστη και οι χαρακτήρες του να συνεχίζουν να εξελίσσονται πέρα από τις προθέσεις του συγγραφέα, πέρα από τον ίδιο τους τον εαυτό, πέρα από τη δική μας φαντασία. Και λέω μήπως έρθει η ώρα που κι αυτός ο κακορίζικος Ιάκωβος Κάτος, γραφέας Υποθηκοφυλακείου, σηκωθεί ένα πρωί και γράψει σε κάποιο χοντρό τετράδιο την πρώτη αράδα από «Το ολίγον της ζωής του», επηρεασμένος από το Τέλος της μικρής μας πόλης του αγαπημένου του Δημήτρη Χατζή!

Επιστρέφοντας στον συγγραφέα είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι μετά από δεκατέσσερα χρόνια συνεχούς δημιουργίας, μετά από τρία κορυφαία μυθιστορήματα, έχει έρθει η ώρα, νομίζω, να τιμηθεί για το σύνολο του έργου του, για τη μοναδική πηγαία γλώσσα του, τα ατόφια ελληνικά του (που θα έπρεπε να διδάσκονται στα σχολεία μας), για τον μοναδικό τρόπο που περιέγραψε τον τόπο και τη φύση, που αγκάλιασε τους ανθρώπους και τα πάθια τους,  αλλά και γιατί μίλησε με βαθιά ανθρωπιά για το τραύμα της κοινωνίας μας (που ακόμα δεν λέει να κλείσει), για το ρημαδιό που άφησαν πίσω τους τα «εθνικά» και «δημοκρατικά στρατά», για τα αδούλευτα και τα σκοτεινά μέρη του εαυτού μας και εντέλει της χώρας.

 

Γιάννης Ατζακάς, Σκυφτοί περάσανε, Άγρα

Βρες το εδώ

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΟ Νταλί, η Γκαλά και οι άλλοι (του Φίλιππου Φιλίππου)
Επόμενο άρθροΚ. Μητσοτάκης: Ανάμεσα στο «είναι» και στο φιλοτεχνημένο «φαίνεσθαι» (της Μυρσίνης Ζορμπά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ