Το να είσαι κείμενο… (του Ηλία Μπιστολά)

0
128

γράφει ο Ηλίας Μπιστολάς(*)

 

«Κάποια στιγμή λοιπόν, ο Χάρης θα κειμενοποιηθεί εντελώς».

Με αυτή την παράδοξη επιθυμία εγκαθιδρύεται ο μύθος που διαπνέει το πρόσωπο του Χάρη, του κεντρικού χαρακτήρα του Λίγα λόγια για μένα. Και είναι μια επιθυμία που δεν περιορίζεται στα στεγανά της αφήγησης της ιστορίας του Χάρη, αλλά μετοικίζει και στις υπόλοιπες εκφάνσεις της πολύτροπης διήγησης του βιβλίου. Γιατί παράλληλα με την πλοκή, επενεργεί από τις σκιές ένα ακόμα κειμενικό σώμα, του οποίου την ύπαρξη αναγνωρίζουμε μόνο μέσα από την επίδρασή του, αφού είναι αόρατο, σαν τις μαύρες τρύπες, που ενώ δεν φαίνονται οι ίδιες στα τηλεσκόπια, τις αντιλαμβανόμαστε από την καμπύλωση του φωτός.

Πριν συνεχίσουμε, είναι απαραίτητη μια σύντομη περίληψη του βιβλίου: Ένα σημειωματάριο βρίσκεται στα χέρια μιας ανώνυμης αφηγήτριας, η οποία συντονίζει μαθήματα δημιουργικής γραφής. Είναι το σημειωματάριο ενός μαθητή της, του Χάρη, ενός συνηθισμένου πενηντάρη, ο οποίος μέσα από τις σελίδες του ψηλαφεί το τραύμα τής από χρόνια απώλειας του προικισμένου αδελφού του Γιάννη στο Παρίσι, ενώ ταυτόχρονα προσπαθεί να διακρίνει τα όρια μεταξύ αλήθειας και πραγματικότητας. Οικογενειακά δεινά, τραυματικά γεγονότα, απογοητεύσεις και κάποιες σπάνιες ελπίδες παρελαύνουν άλλοτε ως ντοκουμέντα, άλλοτε ως μυθοπλασίες. Στο μεταξύ η αφηγήτρια επιδίδεται σε μια παράλληλη εσωτερική αναζήτηση από την οποία αναφύονται κοινά μοτίβα σκέψης με τον Χάρη.

Μέσα στις σελίδες του βιβλίου η βασική επιδίωξη του Χάρη επαναλαμβάνεται πολλές φορές. Θέλει να «κειμενοποιηθεί». Και είναι τόσο έντονη και συνεχής αυτή η προαίρεση  που μοιάζει να αφομοιώνει κάθε ρανίδα της ύπαρξής του και ουσιαστικά δεν υπάρχει χωρίς αυτή. Όμως ας αναρωτηθούμε λίγο, τι ακριβώς σημαίνει πως ο Χάρης θέλει να γίνει κείμενο;

Σε ένα πρώτο επίπεδο η απάντηση μοιάζει εύκολα κατανοητή: ο Χάρης θέλει να εξαφανιστεί στις σελίδες που γράφει. Όμως η Παρούση δεν αναπαύεται στην αξιοποίηση του ευρήματος της κειμενοποίησης, αλλά προσθέτει ένα επιπλέον επίπεδο, αναδεικνύοντας ένα οντολογικό καθεστώς,  το οποίο εμβαθύνει τόσο στον χαρακτήρα του Χάρη, όσο και συνιστά ένα credo γύρω από την ίδια τη φύση του μυθιστορήματος. Τα βασικά χαρακτηριστικά αυτής της δεύτερης κειμενικής οντότητας μπορούμε να τα αναδείξουμε, αν ακολουθήσουμε τα στοιχεία που η ίδια η συγγραφέας αφειδώς μοιράζεται με τους αναγνώστες.

«Και καθώς εκείνος θα κρατά το έγγραφο της νεκροψίας στα χέρια του, αυτός ο Χάρης, κρατά το έγγραφο της νεκροψίας της κόρης του, και να τος, τον βλέπετε, σκέφτεται πως ήρθε η ώρα να εξαφανιστεί και ο ίδιος, να γίνει το κείμενο που πάντα ήθελε, ή να γίνει ένα οποιοδήποτε κείμενο, όπως αυτό που διαβάζει τώρα και το οποίο γράφει πως …»

Από το παραπάνω απόσπασμα διαπιστώνουμε πως το κείμενο συντελεί μια διαδικασία εξαΰλωσης και αφανισμού.

«Γράφω ένα κείμενο για τον νεκρό αδελφό μου, με την ελπίδα να τον αναστήσω μέσα από τη γλώσσα».

Επιπλέον, διαφαίνεται πως ένα κείμενο και τους νεκρούς ανασταίνει. Και πώς περνάμε από την εξαφάνιση στην ανάσταση; Ιδού: «Τι σκέφτομαι, όταν γράφω: το κείμενο το ακούς και λίγο. Καμιά φορά έρχεται μόνο του, έτσι, ολόκληρο. Εφαρμόζει στη σελίδα. Σα να λέμε: το κείμενο πραγματώνεται. Η υλικότητα σε στενή συνάφεια με τις λέξεις ή η υλικότητα σε στενή συνάφεια με τη λέξη υ λ ι κ ο τ η τ α».

Με λίγα λόγια, η λέξη, η πυρηνική μονάδα του κειμένου, είναι μια μαγική επίκληση σαν τις λέξεις δύναμης των μαγισσών ή σαν το πραγματικό όνομα των ιθαγενών το οποίο κρατάνε κρυφό από όλους πλην των αγαπημένων τους, γιατί αλλιώς μπορεί κάποιος να το χρησιμοποιήσει για να βλάψει τον φορέα του ονόματος. Με όλα αυτά, η συγγραφέας παραπέμπει  σαφώς σε μια  επιδραστική σωματικότητα της γλώσσας, κάτι σαν την πέτρα που ρυτιδώνει την επιφάνεια του νερού ή που δημιουργεί άνωση, αν η πέτρα είναι κοτρόνα, μόλις τη βουτήξεις σε μια σκάφη.

Όμως υπάρχει μια τελευταία λειτουργία του κειμένου, η πλέον φανερή στο Λίγα λόγια για μένα, και η οποία συνιστά τον βασικό μοχλό εκτύλιξης της πλοκής και ανάπτυξης του ίδιου του χαρακτήρα του Χάρη:

«…και αν υποθέσουμε πως σε μερικά, πολύ αδιόρατα σημεία, το κείμενο του συγγραφέα συμπίπτει με τη βιογραφία του, τότε είμαστε πράγματι οι αντιφάσεις μας ή μάλλον τα κείμενα ενσαρκώνουν τις αντιφάσεις μας».

Σε τούτο το συμπέρασμα δεν προχωρά ο Χάρης αλλά η αφηγήτρια. Αυτές οι αντιφάσεις, που στην περίπτωση του Χάρη φωτίζονται από τις πολλές και αμφίβολες ταυτότητες και τους ρόλους που καταλαμβάνει, τοποθετούνται σαν πολλαπλοί καθρέφτες που αντανακλούν ένα είδωλο εις το διηνεκές, υποδεικνύοντας πως η λογοτεχνία δεν είναι μια όψη της πραγματικότητας, αλλά μια ακόμη πραγματικότητα. Σαρξ εκ σαρκός δηλαδή.

Έτσι λοιπόν φτάνουμε στην ερώτηση: Τι είναι πραγματικό και τι όχι; Είναι το σημειωματάριο ένα κείμενο μυθοπλαστικό, αυτοβιογραφικό ή και τα δύο όπως αναρωτιέται η αφηγήτρια; Η απάντηση μπορεί να είναι η εξής: Δεν έχει καμία σημασία, γιατί πολύ απλά, η ελάχιστη ταυτοτική θέση ενός κειμένου είναι με τον εαυτό του, δηλαδή με τις αντιφάσεις του. Και από αυτές τις αντιφάσεις είναι που προκύπτουν οι διαλυτικές και ζωογόνες δυνάμεις του κειμένου.

Φαίνεται λοιπόν πως το να είσαι κείμενο σημαίνει να διολισθαίνεις διαρκώς, να χάνεις το σημείο σταθερότητας, κείμενο σημαίνει να είσαι ένα εκκρεμές που στροβιλίζεσαι γύρω από ένα αόρατο σημείο. Και οι θέσεις του εκκρεμούς αφανίζονται και εμφανίζονται  όποτε το εκκρεμές περνά ξανά από το ίδιο σημείο. Και το μόνο μπορεί να κάνει ένα κείμενο είναι να καταγράφει την πορεία αυτού του εκκρεμούς. Στην ουσία το κείμενο αποτελεί μια μέθοδο παρατήρησης. Και η μεγάλη αντίφαση; Πως οι τρόποι ύπαρξης ενός κειμένου μπορούν να είναι όσες και οι θεωρητικές καταβολές του. Και βιογραφία. Και αυτοβιογραφία. Και μυθοπλασία. Και ημερολόγιο.

Εξάλλου, η συμπερίληψή της αφηγήτριας στην πλοκή, θολώνει ακόμα περισσότερα τα όρια της μυθοπλασίας. Ωστόσο ελάχιστα βιογραφικά πράγματα μαθαίνουμε για εκείνη, παρά την πρωτοπρόσωπη αφήγηση. Παρακολουθούμε τη σκέψη της, αλλά για τη ζωή της γνωρίζουμε λίγα. Η  ίδια άλλωστε ώρες ώρες μας κάνει να αναρωτιόμαστε για τον ρόλο της. Είναι τουλάχιστον περίεργη η  αγάπη που έχει για την ορνιθολογία, έναν τομέα για τον οποίο δείχνει τρομερό ενδιαφέρον και ο Χάρης.  Είναι αρκετά τα στοιχεία που υπονοούν μια πιο στενή σχέση ανάμεσα στους δύο. Αυτή η σχέση προφανώς δεν αποτελεί μια προσπάθεια δημιουργίας μυστηρίου, όσο μια σύνδεση επιπέδων. Το πρώτο πρόσωπο αφήγησης της αφηγήτριας και το τρίτο της ιστορίας του Χάρη, περικλείει τα βασικά πρόσωπα της λογοτεχνικής αφήγησης. Η σύνδεση των δυο επιπέδων λειτουργεί συμβολικά (π.χ. ορνιθολογία), αφηγηματικά (τα κείμενα του Χάρη) και οντολογικά μέσω της μεταστατικής ικανότητας της κειμενοποίησης.

Επιπλέον, τόσο ο Χάρης όσο και η αφηγήτρια μιλούν με την ίδια γλώσσα για τα πράγματα. Έχουν το ίδιο ύφος και το ύφος είναι ο άνθρωπος. Η βασικότερη διαφορά τους ωστόσο είναι πως ενώ η αφηγήτρια βρίσκεται μέσα στον κόσμο, ο Χάρης ακροβατεί ανάμεσα σε διάφορες πραγματικότητες. Για την ακρίβεια κάθε γυναικείος χαρακτήρας στο βιβλίο της Παρούση βρίσκεται μέσα στον κόσμο∙ ζουν, αναπνέουν, αναλύουν, πικραίνονται και χαίρονται γειωμένες εδώ. Αντιθέτως οι δυο βασικοί αντρικοί χαρακτήρες, ο Χάρης και ο αδελφός του ο Γιάννης, διαβιούν στο όριο αληθινού/πραγματικού. Ο μεν πρώτος με τις πολλαπλές ταυτότητες του και  ο δεύτερος ως ένα καθαρά μυθοπλαστικό –αν και υπαρκτό–  πρόσωπο.

Ο γυναικείος περίγυρος του Χάρη (μητέρα, γυναίκα, τρεις κόρες) ελάχιστο λόγο έχει στο κείμενο, σαν ο Χάρης να τις έχει σιωπήσει, επιτρέποντας μόνο τον θόρυβο της οικογενειακής ζωής να περάσει από τα φίλτρα του. Σε αντίθεση, η Κλάρα, ο «παράνομος δεσμός του», ναι μεν έχει έντονο «λόγο», αλλά στο μυθιστόρημα που γράφει ο Χάρης για τον Γιάννη, στο οποίο η Κλάρα καταλαμβάνει επίσης μια κεντρική θέση μέσω της προφανούς ομοιότητάς της με την Κατρίν, όχι μόνο είναι βουβή, με την έννοια πως δεν αποκτά σχεδόν ποτέ ευθύ λόγο, αλλά εμπλέκεται και σε μια άρρωστη σχέση με άτομα του οικογενειακού της περιβάλλοντος.  Σαν να εκδικείται την Κλάρα –ασυνείδητα πάντα– ο Χάρης, σαν να της επιστρέφει πίσω τον λόγο πετσοκομμένο και ακρωτηριασμένο.

Ακόμα και η δυναμική αφηγήτρια, από το πρώτο μάλιστα κεφάλαιο, αναφέρει πως «ποτέ δεν θα καταφέρω να απαριθμήσω όσες λέξεις γνωρίζω». Υπάρχει ίσως μια έμμεση πατριαρχική μομφή από την πλευρά της Παρούση, η οποία υλοποιείται με έναν υπαινικτικό και εξαιρετικά πετυχημένο τρόπο. Επιλέγοντας για πρωταγωνιστή έναν συνηθισμένο άντρα και τοποθετώντας τον σε μια κατάσταση που πολύ βολικά –και ανεκτικά– ο δυτικός πολιτισμός ονομάζει κρίση μέσης ηλικίας, μας επιδεικνύει και αποδεικνύει την οπτική ενός καλά συγκαλυμμένου προνομίου.

Ολοκληρώνοντας την επισκόπηση του Λίγα λόγια για μένα, δεν γίνεται να μην επισημανθεί η «χαλύβδινη» σύνταξη της συγγραφέως, το εξαιρετικό και ανοίκειο ύφος της και η ικανότητά της στη δημιουργία πιστευτών χαρακτήρων. Όμως το πιο δυνατό σημείο της γραφής της Παρούση είναι η επιλογή της μεθόδου της έντεχνης αποσιώπησης, αφού υπονοούνται περισσότερα από όσα μαρτυρούνται. Γιατί όπως σε κάθε καλό βιβλίο, είναι το βυθισμένο μέρος του παγόβουνου που δίνει βάρος και όγκο στην κορυφή που φαίνεται.

(*)Ο Ηλίας Μπιστολάς είναι συγγραφέας. Το κείμενο διαβάστηκε στην παρουσίαση του Λίγα λόγια για μένα στο βιβλιοπωλείο «Επί λέξει»

 

Καλλιρρόη Παρούση, Λίγα λόγια για μένα, εκδ. Τόπος.

Προηγούμενο άρθροΤο Ελληνικό Σχέδιο στο Θέατρο Τέχνης, αρχή με Π.Τούντα, Γ.Παπαϊωάννου
Επόμενο άρθροΗ μοναξια της βαρύτητας (της Μαρίας Πατεράκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ