Το λογοτεχνικό εικονοστάσι του Δ.Δασκαλόπουλου (γράφει ο Αλέξης Πανσέληνος)

0
823

 

 

του Αλέξη Πανσέληνου

 

Ο Δημήτρης Δασκαλόπουλος μας συστήνεται – ήδη από το 1963 (ή το 1973, αν θεωρήσουμε τις ποιητικές “Επιστροφές” του, στις εκδόσεις Ίκαρος, ως την επίσημή του εμφάνιση) – με τη διπλή ιδιότητα του ποιητή και του δοκιμιογράφου-γραμματολόγου. Κάθε του έκδοση, και υπό τις δύο ιδιότητες, αποτελεί γεγονός. Τα μελετήματά του (αρκετά με την συνεργασία της ακαταπόνητης Μαρίας Στασινοπούλου) για τον Καβάφη και τον Σεφέρη κατατάσσονται στα κλασικά της βιβλιογραφίας, γι’ αυτό και περιττό να αναφέρω εδώ τους τίτλους έργων αναφοράς για τους φιλολόγους αλλά και τους εραστές της ποίησης. Η πρόσφατη έκδοση, από τις εκδόσεις Μελάνι, των “Χωρικών υδάτων” είναι μία νέα σημαντική προσθήκη στην  βιβλιογραφία για την ελληνική ποίηση και την λογοτεχνία εν γένει. Το βιβλίο συγκεντρώνει μελετήματα από τα οποία άλλα είναι εισηγήσεις σε συνέδρια και άλλα άρθρα σε λογοτεχνικά περιοδικά.

Κατά σειρά ο τόμος περιλαμβάνει, εκτός από έναν σύντομο Πρόλογο, “Σχόλια στα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη”, “Η μορφή του Καβάφη καμωμένη από φίλον του – ερασιτέχνη”, “Ο ποιητής Στέλιος Σεφεριάδης”, “Λευτέρης Αλεξίου, ένας ποιητής από την Κρήτη”, “Μαλακάσης – Σεφέρης, επί τα ίχνη μιας σχέσης”, “Patrick Leigh Fermor – Γιώργος Σεφέρης, περιγραφή μιας φιλίας,” “Ο Γκάτσος πριν από τον Γκάτσο”, “Νάσος Δετζώρτζης, ένας ευπατρίδης”, “Ρόδης Ρούφος – Lawrence Durrell, δυο άσπονδοι φίλοι”, “Μανόλης Αναγνωστάκης, ένας σεφερικός ποιητής”, “Λογοτεχνία και δημοσιογραφία, ο επιφυλλιδογράφος Γ.Π.Σαββίδης”, “Η Στήλη Αλληλογραφίας των λογοτεχνικών περιοδικών” και για να κλείσει ο τόμος οι Πρώτες Δημοσιεύσεις και Ευρετήριο Προσώπων.

Έχουμε να κάνουμε με “ένα μεγάλο μέρος από το λογοτεχνικό εικονοστάσι” του Δασκαλόπουλου, όπως ο ίδιος εξηγεί τις επιλογές των μελετημάτων και την συμπερίληψή τους σε αυτόν τον τόμο. Και ο τίτλος του τόμου μαρτυρά πως ο μελετητής πλέει στα χωρικά του ύδατα, ασχολείται δηλαδή με τις μορφές εκείνες που θεωρεί τις πιο οικείες στον ίδιον, ως αναγνώστη αλλά και ως ποιητή. Πολύ χαρακτηριστικά προσδιορίζει τους όρους των επιλογών του στον Πρόλογο :  “[ ] οι ποιητές, οι πεζογράφοι και οι φιλόλογοι που συστεγάζονται εδώ διαθέτουν ισχυρούς εσωτερικούς δεσμούς μεταξύ τους. [ ] Δεν υπαινίσσομαι μόνον την ιδιαιτερότητα της γραφής και του ύφους καθενός αλλά, κυρίως, την ηθική στάση που διατήρησαν σε όλη τη διάρκεια της λογοτεχνικής και της δημόσιας παρουσίας τους – στάση που καθιστά την περίπτωσή τους από πολλές απόψεις παραδειγματική.”

Άλλη μία, ακόμα πιο ισχυρή, κρίση του δοκιμιογράφου συναντάται στο κλείσιμο του δοκιμίου για τον Γκάτσο : “ [ ] η διαρκής έκθεση [ ] στην πνευματική αγορά και η αλόγιστη δημοσιότητα είναι μυλόπετρες που συνθλίβουν και τους πιο ταλαντούχους δημιουργούς.”  Έτσι προσδιορίζει ο Δασκαλόπουλος τις αρχές με βάση τις οποίες έχει επιλέξει τους αγίους του προσωπικού του εικονοστάσιου και έτσι επεξηγεί την συνεκτική λογική της παρούσας ανθολόγησης.

Με τα “Σχόλια στα ερωτικά ποιήματα του Καβάφη” ο δοκιμιογράφος πλέει όχι μόνο σε χωρικά του ύδατα αλλά σε μια θάλασσα της οποίας γνωρίζει κάθε όρμο και κολπίσκο. O Δασκαλόπουλος θέτει εξαρχής θέμα κριτηρίων για να χαρακτηρίσει ένα ποίημα του Αλεξανδρινού ως ερωτικό και δέχεται ως βασικό το αν το ποίημα το ίδιο αφορά “μιαν ολοκληρωμένη, [ ] μιαν εν εξελίξει ή ματαιωμένη ερωτική σχέση, αν περιγράφει τα ποικίλα συναισθήματα που γεννά κάθε φορά ο έρωτας.” Με το κριτήριο αυτό από το σύνολο των 305 ποιημάτων του Καβάφη (στα οποία συναριθμούνται 154 του Κανόνα, 32 Αποκηρυγμένα, 85 Κρυμμένα και 34 Ατελή) ερωτικό περιεχόμενο έχουν τα 89, κάτι λιγότερο από το ένα τρίτο του συνόλου.

Ο Δασκαλόπουλος τάσσεται με την άποψη πως αυτό που διαφορίζει τον καβαφικό ερωτισμό είναι “η εμφανής διαφορά κλίματος”. Ενώ το πλείστο των ερωτικών ποιημάτων της ελληνικής γραμματείας στιχουργείται “με ευγένεια, τρυφερότητα και συχνά με υπερβολική γλυκερότητα και αισθηματολογία”, ο Καβάφης “εκφράστηκε με λιτό ρεαλισμό και έθεσε ως πρωταρχικό συστατικό των στίχων του την ηδονική απόλαυση.” Παραθέτει – εις επίρρωσιν του επιχειρήματος – την ρήση του Σεφέρη, “σε τελευταία ανάλυση, ολόκληρη η ποίηση του Καβάφη κρυσταλλώνεται γύρω από το στέλεχος ενός νέου σώματος” και επίσης του Βύρωνα Λεοντάρη, “Ο Καβάφης είναι ο πρώτος Έλληνας ποιητής που ο λόγος του είναι λόγος σωματικός.” Από το προλογικό δοκίμιο της Γιουρσενάρ για την (πεζή) γαλλική μετάφραση του Καβάφη (με τον Κ.Θ.Δημαρά) ο Δασκαλόπουλος αναφέρει το παρακάτω διορατικό κοίταγμα στον ερωτικό ποιητή : “τούτος ο γερασμένος Έλληνας προσχωρεί ανοιχτά στον αρχαίο ηδονισμό. [ ] σπαρακτική και ωστόσο ανάλαφρη αντίληψη της ηδονής, [ ] χωρίς αυτοεξευτελισμό, χωρίς ρητορεία, χωρίς ίχνος εκείνης της ερμηνευτικής παράκρουσης στην οποία μας έχει συνηθίσει η μετα-φροϋδική εποχή, καταλήγει να τον οδηγήσει σε ένα είδος σκέτης-νέτης κατάφασης κάθε αισθησιακής ελευθερίας όποια και αν είναι η μορφή της.”

Αν μια τέτοια αποτίμηση του ερωτικού Καβάφη μοιάζει να αίρει τον ποιητή πέρα από την ενοχή, αυτή, όπου διαφαίνεται, οφείλεται κυρίως στην σεμνοτυφία της κοινωνίας, εφόσον δεν μπορεί παρά να μετρά ο κίνδυνος του σκανδάλου και η μομφή, επ’ ουδενί όμως του εμφυσεί και την αίσθηση της αμαρτίας .  ενώ τα επίθετα “παράνομος”, “έκνομος”, “άνομος” που συχνά συνοδεύουν το ουσιαστικό “ηδονή” στα ποιήματα, ενδέχεται, κατά τον Δασκαλόπουλο, να προϋποθέτουν ηθικές αναστολές και “τη χριστιανική αντίληψη περί αμαρτίας και τη συνακόλουθη τιμωρία”. Είναι όμως αρκετά γνωστό πως ο Καβάφης συντάσσεται με τους Αρχαίους Θεούς, θεωρεί τον Χριστιανισμό και τους Χριστιανούς (την “φαιά φορούσα” αντίπερα όχθη της δικής του πίστης) υποκριτές ηθικολόγους και συνεπώς οι όποιες αναστολές του δεν αφορούν θέματα ηθικής παρά μόνον τον φόβο απέναντι στο κοινωνικό σκάνδαλο, κάτι που δεν συνιστά οποιαδήποτε χριστιανικού τύπου αίσθηση αμαρτίας.

Μία ακόμα ωραία παρατήρηση του Δασκαλόπουλου αφορά την σημασία που αποδίδει ο Καβάφης “στα μάτια των ερωτικών ηρώων του”. “Ζωηρά”, “μαβιά”, “με τη χαρά της αφθαρσίας”, “ωραία γκρίζα”, “ποιητικά” – τα μάτια των ηρώων αυτών τραβούν το βλέμμα του αναγνώστη όπως και του ποιητή και συντελούν στην ποιητική εξιδανίκευση της ομορφιάς τους, μακριά από κάθε σεξουαλικό υπονοούμενο. “[ ] δεν είναι τυχαίο” γράφει ο δοκιμιογράφος, “ότι όσοι γνώρισαν και συναναστράφηκαν τον ποιητή θεωρούν ως το πιο χαρακτηριστικό γνώρισμα της φυσιογνωμίας του τα μάτια και το βλέμμα του.”

Στο επόμενο δοκίμιο ο Δασκαλόπουλος πρωτοτυπεί ιδιαίτερα και εκπλήσσει ασχολούμενος με τα πορτρέτα και τα σκίτσα που απεικονίζουν τον Καβάφη από τους συγκαιρινούς του έως τους σημερινούς εικαστικούς οι οποίοι βασίστηκαν σε φωτογραφίες ή στις απεικονίσεις του ποιητή από τους συγκαιρινούς του. Εδώ ο γραμματολόγος παίρνει το τιμόνι και μας οδηγεί σε μια απίστευτα ενδιαφέρουσα διαδρομή των αντιδράσεων του ίδιου του ποιητή απέναντι στα πορτρέτα του (ποια του άρεσαν και ποια όχι – που ήταν και τα περισσότερα) αλλά και των έργων που κόσμησαν τις πάμπολλες εκδόσεις των ποιημάτων του. Ανακαλύπτουμε έτσι πως είναι ελάχιστοι οι ζωγράφοι και λοιποί εικαστικοί καλλιτέχνες που δεν έχουν δοκιμάσει να αποδώσουν τη μορφή του Καβάφη. Ωραία ιδέα του δοκιμιογράφου είναι και η αναφορά στους ζωγράφους και γλύπτες του ελληνιστικού κόσμου τους οποίους ο ποιητής αναφέρει στα ποιήματά του :  οι ανώνυμοι δημιουργοί γλυπτών ή εικόνων που περιγράφονται σε ποιήματα όπως “Ευρίωνος τάφος”, “Τεχνουργός κρατήρων”, “Ενώπιον του αγάλματος του Ενδυμίωνος” κλπ., αλλά και όσοι – λιγότεροι – αναφέρονται ονομαστικά, όπως ο Ιάνθης Αντωνίου, ο Πελοποννήσιος Δάμων, ο γλύπτης-χαράκτης Σιθάσπης (που τον συναντάμε στο “Φιλέλλην”, όχι στο “Καισαρίων”) αλλά και ο ανώνυμος Τυανεύς γλύπτης.

Έχοντας αφιερώσει τα δύο πρώτα αυτά κείμενα στον αγαπημένο του Καβάφη, ο Δασκαλόπουλος προχωρά την ανίχνευση του εικονοστασίου του στους σεμνούς και αθόρυβους και σε κάποιους λησμονημένους ή παραγνωρισμένους “αγίους”.

Σειρά έχει κατόπιν ο ποιητής Στέλιος Σεφεριάδης, πατέρας του Γιώργου Σεφέρη. Το “καίριο θέμα” ενός ποιητή πατέρα άλλου ποιητή το επισημαίνει ο Θεοτοκάς στο κείμενό του που περιελήφθη στο αφιερωματικό τεύχος των “Εποχών” αμέσως μετά τη βράβευση του Σεφέρη με το Νόμπελ. Παρά την τόσο εκτεταμένη μελέτη του σεφερικού έργου έκτοτε, σημειώνει εδώ ο Δασκαλόπουλος, ελάχιστα έχουν γραφτεί για τον Στυλιανό Σεφεριάδη, πέραν όσων είναι γνωστά για την αυστηρότητά του απέναντι στον πρωτότοκο γιο και τις όχι πολύ ομαλές σχέσεις μεταξύ τους κατά τα επόμενα χρόνια. Ο Σεφεριάδης απετέλεσε σε πολλά επίπεδα ένα ισχυρό πρότυπο για τον γιο του. Δικηγόρος, καθηγητής του Πανεπιστημίου στην έδρα του Διεθνούς Δικαίου, με διεθνή φήμη και επιστημονικό κύρος, φίλος και συνεργάτης του Ελευθέριου Βενιζέλου, νομικός σύμβουλος του Υπουργείου Εξωτερικών και από το 1933 ακαδημαϊκός, σίγουρα ήταν ένας πατέρας τον οποίο ο πρωτότοκος θα έπρεπε να αγωνιστεί σκληρά για να τον ξεπεράσει. Ο Δασκαλόπουλος κρίνει το εκτεταμένο έργο του Σεφεριάδη ως ποιητή και μεταφραστή άλλων ποιητών, χωρίς το δέος με το οποίο ενδεχομένως τον αντιμετώπισε – ως μια ηλικία τουλάχιστο – ο ίδιος ο γιος του. “Γλώσσα αμιγώς δημοτική, συνεχείς ρίμες, επίμονος και ισοπεδωτικός δεκαπεντασύλλαβος που αγνοεί και παραβλέπει τις τυχόν μορφικές και ρυθμικές ιδιαιτερότητες του κάθε πρωτοτύπου. Η Σαπφώ, για παράδειγμα, ο Σοφοκλής, ο Μπωντλαίρ, ο Βύρων, μεταφράζονται με τον ίδιον ακριβώς τρόπο.” Όσο για την ποίησή τους, “πατέρας και γιος δεν έχουν απολύτως τίποτα κοινό. [ ] το ποιητικό χάσμα που τους χωρίζει θα ευρύνεται με τον καιρό και θα οξυνθεί από άλλους παράγοντες, για να μετατραπεί κατά τα μεταπολεμικά χρόνια σε αγεφύρωτες οικογενειακές διαφορές.”

Αν λοιπόν περιλαμβάνεται ο Στυλιανός Σεφεριάδης στον τόμο, δεν σημαίνει ακριβώς πως έχει θέση στο εικονοστάσι του Δασκαλόπουλου. Σημαίνει πως ο Σεφέρης ο ίδιος – που ασφαλέστατα έχει θέση – διαθέτει ένα οικογενειακό υπέδαφος ελάχιστα διερευνημένο, που καίρια ο δοκιμιογράφος ρίχνει περισσότερο φως συμβάλλοντας στην διερεύνηση του τόσο κλειστού ψυχισμού του διπλωμάτη-ποιητή που κατάφερε να ξεπεράσει σε όλα τα επίπεδα τον διακεκριμένο (και εχθρικό) πατέρα. Όταν μπορούμε να διερευνήσουμε τις οικογενειακές καταβολές των καλλιτεχνών (ειδικά των λογοτεχνών, θα έλεγα) προκύπτουν ενδιαφέροντα συμπεράσματα τόσο για τα πρόσωπα όσο και για το έργο τους. Οι πατροκτονίες που πραγματοποιούν όλοι σχεδόν οι διάδοχοι των πατεράδων τους, συχνά έχουν αποτελέσματα καταστροφικά. Σπανιότερα έχουν επιτυχίες τόσο θεαματικές, όσο αυτή του Σεφέρη.

Μετά από την περιήγηση στο έργο και την προσωπικότητα του Λευτέρη Αλεξίου, γενάρχη μιας ισχυρής και διακεκριμένης πνευματικά οικογένειας του Ηρακλείου Κρήτης, ενός αληθινού homo universalis, που εκτός από ποιητής και πεζογράφος υπήρξε συνθέτης, μουσικός, εκδότης περιοδικών, επιμελητής και μεταφραστής, με έργο πολυσχιδές και σημαντικό, ο Δασκαλόπουλος επανέρχεται στον Σεφέρη – τούτη τη φορά ιχνηλατώντας με μεγάλη διαίσθηση τη σχέση ανάμεσα στον Σεφέρη και στον Μαλακάση, σχέση που δεν προκύπτει αβίαστα από τη μελέτη του νομπελίστα ως ποιητή ή δοκιμιογράφου. Και όμως, ο Δασκαλόπουλος αναδεικνύει μια σεβαστική εκτίμηση του Σεφέρη, τουλάχιστον προς την τεχνική αρτιότητα της ποίησης του Μεσολογγίτη ποιητή, με τον οποίο αρχικά τον συνδέει ο θαυμασμός και των δύο τους για τον Ζαν Μορεάς. Η ηλικιακή διαφορά που τους χωρίζει (31 χρόνια) είναι πολύ σημαντική. Όμως ο Δασκαλόπουλος είναι, σαν ποιητής, ικανός να ανιχνεύσει στο έργο τους κοινά σημεία : τις παλαμικές καταβολές τους, την γαλλική ποίηση που επηρεάζει τους ποιητές στις αρχές του 20ου αιώνα, τους δανεισμούς και των δύο από τη λαϊκή παράδοση, “κάποτε και από τους τρόπους του δημοτικού τραγουδιού”. Ο Μαλακάσης μεταφράζει Μορεάς, ο Σεφέρης δίνει το 1921 στο Παρίσι διάλεξη με θέμα τον ίδιο ποιητή και σίγουρα τον αισθάνεται (κατά τον Βαγενά) συγγενή του – ως ενδεχόμενη μοίρα. Μεταγενέστερα, στις σπάνιες αναφορές του στον Μαλακάση, ο Σεφέρης τον εντάσσει στην γενικότερη άνθιση της νεοελληνικής ποίησης κατά τα τέλη του 19ου αιώνα, ανάμεσα στον Γρυπάρη, στον Παπαδιαμαντόπουλο (Μορεάς), τον Παλαμά, τον Κ. Χατζόπουλο, οι οποίοι δείχνουν “έναν οργασμό της ελληνικής ποιητικής έκφρασης, και από την άποψη της ευαισθησίας και από την άποψη της γλώσσας, που είναι άλλωστε πράγματα αλληλένδετα.”  Άλλη χαρακτηριστική αναφορά του Σεφέρη στον Μαλακάση γίνεται στις “Έξι νύχτες στην Ακρόπολη” και αργότερα σε ένα γράμμα του στον Λορεντζάτο, το 1951, όπου τον αναφέρει – αν και διόλου αξιολογικά – δίπλα στους Παλαμά και Σικελιανό, απλώς ως παρόντα σε μια εποχή που πέρασε πλέον οριστικά. Κλείνοντας ο Δασκαλόπουλος απαριθμεί μια μεγάλη σειρά από κάποιες πολύ ιδιαίτερες λέξεις, κοινές στους δυο ποιητές, κάτι που δείχνει ασφαλώς (χωρίς να είναι η μόνη απόδειξη του γεγονότος) πως ο Σεφέρης παρακολουθεί πάντα και με ενδιαφέρον το έργο του Μεσολογγίτη ποιητή.

Ο Patrick Leigh Fermor είναι ο επόμενος λόγιος τον οποίο ο Δασκαλόπουλος συνδέει με τον Σεφέρη. Ο υπότιτλος “Περιγραφή μιας φιλίας” λέει αρκετά, στο δε κείμενο που ακολουθεί ο δοκιμιογράφος αναλύει χρονικά τη σχέση των δύο ανδρών μέσα από την αγάπη τους για την Ελλάδα και την ελληνική φύση, μέσω της λογοτεχνίας και της γενικότερης παιδείας των δύο και μέσω του πανταχού παρόντος Κατσίμπαλη.

Εξαιρετικά ενδιαφέρον είναι το κείμενο που αφιερώνεται στον Γκάτσο, τον ποιητή του ενός και μοναδικού βιβλίου, που στη συνέχεια αναλώθηκε σε μεταφράσεις (ανώνυμες ως επί το πλείστον) και στιχουργήματα για τραγούδια  ενός και μοναδικού βιβλίου ωστόσο το οποίο επηρέασε καταλυτικά την ποίηση της εποχής και των μετέπειτα, καταλήγοντας εμβληματικό – εν μέρει λόγω της μοναδικότητάς του και εν μέρει λόγω του τίτλου “Αμοργός”, ακριβώς κατά την εποχή που η κάπως συνεφερμένη οικονομικά Ελλάδα μπορούσε να αποτολμήσει καλοκαιρινούς προορισμούς παλιότερα αδιανόητους.

Επίσης πολύ ενδιαφέρον και το αφιερωμένο στον Γ.Π.Σαββίδη δοκίμιο με τίτλο “Λογοτεχνία και δημοσιογραφία” όπου αναδεικνύεται η ακούραστη φροντίδα του Σαββίδη ως επιμελητή και κυρίως ως επιφυλλιδογράφου, μια εποχή κατά την οποία οι επιφυλλίδες των εφημερίδων πρόσφεραν έναν ευρύτερο σχολιασμό άλλοτε πολιτικό, άλλοτε γενικότερα κοινωνικής στόχευσης και άλλοτε λογοτεχνικό. Από τον Γεώργιο Φτέρη ως τον Άγγελο Τερζάκη αλλά και τον Μαρωνίτη ή τον ίδιο τον Σ.Π.Σαββίδη, οι εκλεκτοί αυτοί άνθρωποι καταθέτουν στον ημερήσιο τύπο (μιας εποχής που έχει ανεπιστρεπτί παρέλθει) τα πολύτιμα ανάγλυφα “μιας τέχνης ταπεινής”, όπως θα ‘λεγε ο Σεφέρης.

Ωραία και η αναφορά στον Νάσο Δετζώρτζη ως ευπατρίδη των γραμμάτων, απονέμει φόρο τιμής σε έναν ακούραστο εργάτη της λογοτεχνίας. Επίσης το δοκίμιο το αφιερωμένο στον Ρόδη Ρούφο (σε αντίφωνη σχέση με τον Lawrence Durrell, αυτόν) έναν συγγραφέα και λόγιο ο οποίος έζησε ως διπλωμάτης από κοντά τον κυπριακό αγώνα κατά των Άγγλων, την εποχή ακριβώς που ο Durrell βρέθηκε στο νησί ως διευθυντής του γραφείου πληροφοριών της αγγλικής κατοχής, Ο Ρούφος αντέκρουσε με τη “Χάλκινη Εποχή” του την προπαγάνδα του Durrell στα Bitter lemons κατά του κυπριακού ξεσηκωμού. Ο Δασκαλόπουλος αναφέρεται και στο “Αλεξανδρινό κουαρτέτο” – έργο, θεωρώ, καβαφικού μιμητισμού – και έξυπνα ανασύρει από τη λήθη εν κατακλείδει την εύστοχη παρατήρηση του Αλέξανδρου Ξύδη για τον Άγγλο (ιδιότυπα φιλέλληνα) συγγραφέα : “Κάποιος πρέπει να μιλήσει για την ανθελληνική στάση του Durrell. Ήταν ένας τυχοδιώκτης,” Αναφέρεται επίσης εκτενώς και στο εξαιρετικό αντιδικτατορικό μυθιστόρημα του Ρούφου “Γραικύλοι” που κάτω από τη μύτη της λογοκρισίας της εποχής δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στο “Βήμα” (θυμούμαι πάντα πώς το παρακολουθούσαμε καθημερινά με τον πατέρα μου, στη διάρκεια της σκοτεινής επταετίας 67-74).

Το δοκίμιο για τον Μανώλη Αναγνωστάκη συμπληρώνει – εύλογα θα μπορούσε να υποθέσει κάποιος – το εικονοστάσι του Δασκαλόπουλου, αν και ασφαλώς δεν θα είναι τα μόνα εικονίσματα που το κοσμούν αυτά. Χαρακτηρίζει τον θεσσαλονικιώτη “σεφερικό ποιητή” και ανιχνεύει τους συγγενικούς τόνους φωνής δυο ποιητών που σε πρώτη ανάγνωση φαίνονται να εμφορούνται από τελείως διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις. Είναι όμως δεδομένη η αμοιβαία εκτίμησή του ενός για τον άλλον και ο ίδιος ο Αναγνωστάκης δηλώνει “σεφερικός” σε επιστολή του προς τον πρεσβύτερό του ποιητή. “Αν ο Σεφέρης” παρατηρεί ο Δασκαλόπουλος, “προσπαθεί να συνδέσει τους αρχαίους μύθους [ ] με τον σύγχρονό του κόσμο, ανιχνεύοντας μια γενικότερη συνέχεια της ιστορίας στο παρόν, ο Αναγνωστάκης αντιμετωπίζει το παρόν ως στοιχείο και συμβάν της αυριανής ιστορίας, είτε πρόκειται για προσωπικό περιστατικό είτε για κάποιο φαινομενικά περιθωριακό γεγονός, από εκείνα που δεν καταγράφει η επίσημη ιστορική μνήμη.” Τούτη η φαινομενικά αντίθετη ροπή των δύο ποιητών αντισταθμίζεται από τον συγγενικό “τόνο φωνής”. Όπως παρατηρούν τόσο ο Γ.Μαρκόπουλος όσο και ο Ν.Βαγενάς, ο Αναγνωστάκης είναι ο λιγότερο πολιτικός από τους πολιτικούς ποιητές της γενιάς του, περισσότερο ερωτικός από εκείνους και κατά τα λεγόμενα και του ίδιου, “ερωτικός και πολιτικός μαζί”.

Θα μπορούσα – με όλο το θάρρος ! – να μιλήσω και για ένα bonus track στον κομψό και καλοτυπωμένο αυτόν τόμο που μας προσφέρει ο δοκιμιογράφος. Το τελευταίο μελέτημα που τιτλοφορείται “Η Στήλη Αλληλογραφίας των Λογοτεχνικών Περιοδικών” (καρπός της άσβστης  ερευνητικότητας αλλά και της εφευρετικότητας του Δασκαλόπουλου) αρχικά παραθέτει τα ψευδώνυμα με τα οποία (κάποτε υποχρεωτικά, όπως στην περίπτωση της “Διάπλασης”) αλληλογραφούν οι επίδοξοι συγγραφείς, πεζογράφοι και ποιητές, με τα περιοδικά προς τα οποία αποστέλλουν τα πρωτόλειά τους – ενώ σημειώνεται πως η τάση προς τα ψευδώνυμα τείνει να εκλείψει στις μέρες μας – και ακολουθούν οι απαντήσεις των υπευθύνων συντακτών προς αυτούς, πολλές από τις οποίες είναι πιο εμπεριστατωμένες κριτικά ενώ άλλες είναι πιο διεκπεραιωτικές, όλες όμως, αν λάβουμε υπόψη μας ότι απευθύνονται προς τα ονόματα τα οποία αργότερα έγιναν πασίγνωστα, παραμένουν ιδιαίτερα διασκεδαστικές.

Ελπίζει κανείς, τελειώνοντας το διάβασμα του τόμου, να υπάρξουν εξίσου διεισδυτικές αναλύσεις και εξηγήσεις και για τους υπόλοιπους αγίους στους οποίους ο ποιητής και δοκιμιογράφος μας προσεύχεται.

Ο Δασκαλόπουλος με τα “Χωρικά ύδατα” προσθέτει άλλο ένα εξαιρετικό βιβλίο στο δοκιμιακό του έργο. Αλλά κατά κάποιον τρόπο ο τόμος αυτός δεν έχει μόνο γραμματολογικό-δοκιμιακό ενδιαφέρον. Επειδή ο ίδιος είναι αληθινός, πιστεύω, ποιητής, καταφέρνει μέσα από τον δοκιμιακό λόγο να εξάψει το ενδιαφέρον του αναγνώστη για την ίδια την ποίηση ή για το έργο για το οποίο μιλάει. Αισθάνεται κανείς έντονη την ανάγκη να καταφύγει στα πρωτότυπα κείμενα έπειτα από την ανάγνωση των δασκαλοπούλειων δοκιμίων  όπως αμέσως έπειτα από το κάπνισμα κάποιου “έκνομου και ηδονικού” μείγματος καπνού, χρειάζεται ένα δυνατό γλυκό. Πράγμα το οποίο μαρτυρεί και την μεγάλη επιτυχία του εγχειρήματος.

info: Δημήτρης Δασκαλόπουλος, Χωρικά ύδατα,  Μελέτες ελληνικής λογοτεχνίας, (σελ. 190, ΜΕΛΑΝΙ – 2020)

 

 

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here