Το Λιμανάκι της Αγάπης (διήγημα του Γιώργου Πολυμενάκου)

0
268

του Γιώργου Πολυμενάκου (*)

(Πόρος, καλοκαίρι 1976)

«Μήπως έχεις φέρει μαζί κανένα μπλουζάκι παραπάνω;» ρωτάω τον Νίκο.

Το δικό μου έχει γίνει χάλια, κολυμπάει στον ιδρώτα, μετά από το περπάτημα μέσα στον ήλιο, μέχρι να φτάσουμε στο Λιμανάκι της Αγάπης.

«Περίμενε μια στιγμή να δω. Νομίζω πως έχω φέρει».

Έχουμε στήσει τη σκηνή, είναι μεγαλούτσικη, μας χωράει άνετα και τους τρεις. Την έχει δανειστεί ο Νίκος από τους γονείς του, έχει υποσχεθεί να την προσέχει γιατί αν χαλάσει γαμήθηκε η φάση, άντε να βρουν λεφτά να πάρουν άλλη.

Ψάχνει μέσα στο μικρό σακβουαγιάζ που έχει φέρει μαζί (δεν έχει μεγαλύτερο, και να είχε μεγαλύτερο τι να το κάνει, δεν έχει και πολλά πράγματα να βάλει μέσα).
Εγώ δεν έχω σακβουαγιάζ, που να το βρω, έχω φέρει τα πράγματα μου μέσα σε μια πάνινη τσάντα που την έχει η μάνα μου για να πηγαίνει στη λαϊκή.

Ψάχνει λοιπόν ο Νίκος και οπ! εμφανίζει ένα επιπλέον μπλουζάκι που έχει φέρει μαζί.
Μου κάνει, δεν χρειάζεται να το δοκιμάσω, έχουμε ανταλλάξει κι άλλες φορές ρούχα, είναι ελάχιστα πιο ψηλός από μένα, δεν υπάρχει πρόβλημα, με τον Βασίλη έχω πρόβλημα που είναι αρκετά πιο ψηλός από μένα και τα ρούχα του πλέουν επάνω μου, για παπούτσια δεν το συζητάμε, φοράει τρία νούμερα μεγαλύτερα απ’ ότι εγώ.

Ο Βασίλης δεν προβληματίζεται, έχει φέρει τρία μπλουζάκια μαζί του ο Βασίλης, τον προσέχει η μητέρα του τον Βασίλη.
Οπότε, μια χαρά, έτοιμοι και οι τρεις.

Μ’ αυτά και μ’ αυτά έχει πέσει ο ήλιος, έχει σουρουπώσει.
Βάζουμε τα μπαγκάζια μέσα στη σκηνή, κοιταζόμαστε, δεν χρειαζόμαστε καθρέφτη, έχουμε ο ένας το βλέμμα του άλλου για καθρέφτη, αυτό που βλέπουμε μας αρέσει, είμαστε ωραία αγόρια και οι τρεις, πως να το κάνουμε, δεκαεφτάχρονοι κι ωραίοι είμαστε. Έτοιμοι για όλα.

«Πάμε ένα πιούμε ένα ποτό στην πόλη;» προτείνει ο Βασίλης που έχει ξανάρθει στον Πόρο.

Μετράμε τα χρήματά μας (πρέπει να υπολογίσουμε και τα ναύλα της επιστροφής, για φαγητό δεν χρειαζόμαστε πολλά, καμιά κονσέρβα και αν), βγαίνουνε τα λεφτά άνετα, ωραία, φύγαμε.

Το μαγαζί δεν είναι ακριβώς ντίσκο, ούτε καφετέρια είναι, είναι κάτι ανάμεσα, αλλά πίστα χορού έχει. Μας κάνει.

Καθόμαστε σε ένα τραπέζι που έχει πανοραμική θέα στη σάλα, παραγγέλνουμε τα ποτά μας, κοιτάζουμε γύρω μας, βλέπουμε τρεις πιτσιρίκες, συνομήλικες μας, στο απέναντι τραπέζι, όμορφες, πολύ όμορφες, η μία πιο όμορφη από την άλλη, ντυμένες άψογα, τα ρούχα που φοράνε ανήκουν σ’ έναν άλλο κόσμο, σ’ έναν κόσμο που οι έφηβοι δεν χρειάζεται να δανείζουν ρούχα ο ένας στον άλλο, μας κοιτάζουν κι αυτές, αυτό που βλέπουν φαίνεται ότι τους αρέσει.

Εμείς, καμάκι δεν κάνουμε, ποτέ. Νόμος απαράβατος. Παιχνιδάκια με το βλέμμα, σαχλά χαμογελάκια, απαγορεύονται. Ρητώς και κατηγορηματικώς. Έχεις το θάρρος να πλησιάσεις και να πεις αυτό που θέλεις να πεις; Καλώς. Δεν έχεις τα κότσια να το κάνεις; Κακώς, πολύ κακώς, κάκιστα.

Κοιταζόμαστε, ναι, τα έχουμε τα κότσια, τι κι αν είναι ολοφάνερο ότι έρχονται από έναν άλλο κόσμο, σηκωνόμαστε, βοηθάει κι ο ντι τζέι που διαλέγει να βάλει εκείνη την στιγμή το Us and Them (εμείς κι εκείνες), πλησιάζουμε στο τραπέζι τους, τους απλώνουμε το χέρι, και οι τρεις μαζί,
σε τέλειο συγχρονισμό, εκείνες ανταποκρίνονται, ταυτόχρονα, μας δίνουν το χέρι, πηγαίνουμε στη μέση της πίστας, με απόλυτα εναρμονισμένα, σαν χορογραφημένα, βήματα, τις παίρνουμε, μας παίρνουν αγκαλιά και χορεύουμε, χορεύουμε ενώ ο David Gilmour τραγουδάει, μοιάζει να το κάνει μόνο για μας, μόνο για μας να τραγουδάει and after all, we are only ordinary men (στην τελική, όλοι μας, απλώς άνθρωποι είμαστε), ο φωτισμός του χώρου έχει χαμηλώσει κι άλλο, έχει κρύψει κάθε τι που μας χωρίζει, δεν υπάρχουν πια ενδυματολογικές διαφορές, τις έχει καταργήσει το ημίφως και η μαγεία της στιγμής, κάτω από τα λεπτά καλοκαιρινά ρούχα τα νεανικά κορμιά ασπαίρουν, σπαρταράνε από πόθο για ζωή, σπαρταράνε από πόθο να ενωθούν, και ξαφνικά ένα χέρι, ως άλλη δαμόκλειος σπάθη, χωρίζει τα σώματα, καταστρέφει κάθε τι το μαγικό, παίρνει από την αγκαλιά μας ό,τι φάνηκε, προς στιγμήν, να μας έχει παραδοθεί, το χάνουμε, μέσα από τα χέρια μας, στην κυριολεξία.

Μια μεγαλύτερη γυναίκα (μητέρα; θεία;) τις τραβάει μία-μία από το χέρι, τις παρασύρει μακριά μας, τις πηγαίνει πίσω στο τραπέζι τους κι αρχίζει να τις νουθετεί, επιτιμητικά, δείχνοντας συνεχώς προς το μέρος μας, με απόλυτη απαξίωση.

Επιστρέφουμε στο δικό μας τραπέζι σιωπηλοί, ηττημένοι.
Κοιτάζω προς την πλευρά τους, προς την άλλη μεριά του κόσμου.
Μας χωρίζει η κυκλική πίστα χορού αλλά, στα δικά μου τα μάτια, μοιάζει να μας χωρίζει ένα βαθύ χαντάκι, μια κυκλική τάφρος, που περιζώνει ένα κάστρο παλιό, μεσαιωνικό, με ρήγματα στα τείχη, ετοιμόρροπο, αλλά που στέκει ακόμη, απόρθητο.

 

(*) Ο Γιώργος Πολυμενάκος είναι συγγραφέας. Η συλλογή διηγημάτων του “Ιστορίες από την άλλη όχθη” κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Απόπειρα

Προηγούμενο άρθροΟ κόσμος του latin αστυνομικού μυθιστορήματος – ένας οδηγός (του Μάρκου Κρητικού)
Επόμενο άρθρο Η αστυνομική λογοτεχνία στη Λατινική Αμερική (του Φίλιππου Φιλίππου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here