Το κουμπί

2
345

Τασούλα Τσιλιμένη.

Την κοίταγα που ήταν ξαπλωμένη με τα χέρια της διπλωμένα στο στήθος, ν΄αγγίζουν το τρίτο κουμπί του ταγιέρ της σε χρώμα κυπαρισσί. Το είχε ράψει στην Αγγέλα πριν 40 χρόνια. Τότε είχε κιλά παραπανίσια που προσπαθούσε να τα μαζέψει σε κορσέδες και τέτοια. Ήταν το αγαπημένο της, αλλά δε φορέθηκε πολύ. Το κρατούσε για καλό, για ειδικές επίσημες περιπτώσεις, που όλο και περιορίζονταν όσο τα χρόνια περνούσαν. Κρεμασμένο στην καρυδένια ντουλάπα, τυλιγμένο σε άσπρο σεντόνι,  σαβανωμένο λες, περίμενε αναπνέοντας χειμώνα καλοκαίρι ναφθαλίνη. Πάντα κρατούσε κάτι από τη μυρωδιά της ναφθαλίνης όσο κι αν το άπλωνε στον ήλιο κάθε άνοιξη. 20 χρόνια μετά στο πέτο είχε ράψει μια καρφίτσα. Επίχρυση η βάση με ένα στεφάνι λουλουδιών, πέτρες, σε χρώμα μπορντό βαθύ. Της  άρεσε αυτή η αντίθεση. Δεν το μεταποίησε ποτέ. Τώρα 20 κιλά πιο αδύνατη, και πολύ κοντύτερη, έπλεε στο ταγιέρ. Ούτε που γίνεται αντιληπτή αυτή η διαφορά έτσι όπως είναι ξαπλωμένη. Όσο την κοιτώ νομίζω ότι τα δάχτυλα  χαϊδεύουν τα κουμπιά,  μεγάλα και ντυμένα με το ίδιο ύφασμα. Έτσι τα χάιδευε και τότε.

Ήταν Καθαρή Δευτέρα και πήγαν με άλλα δυο ζευγάρια φίλων και γειτόνων εκδρομή στο Μακρυχώρι, για να δουν τον αποκριάτικο γάμο που διοργάνωνε ο Πολιτιστικός Σύλλογος λόγω της ημέρας. Λιγοστές οι έξοδοι τους και έτσι φόρεσε το καινούργιο ταγιέρ για πρώτη φορά. Είχε πιασμένα τα μαλλιά της ψηλά, όπως πάντα, και στ΄αυτιά της τα χρυσά σκουλαρίκια πάλλονταν σε κάθε της κίνηση. Ήταν τόσο χαρούμενη. Όλο γελούσε θυμάμαι. Οι άλλοι νόμιζαν ότι ήταν από  τα αστεία και τα χωρατά  της Θεανώς. Όμως εγώ και ο πατέρας μου ξέραμε ότι ήταν το καινούργιο ταγιέρ που φορούσε. Χρόνια το είχε στο μυαλό της. Κι όλο το ανέβαλε. Δύσκολα χρόνια, τρία παιδιά, φτωχό μεροκάματο, προσπαθούσαν όπως και όλοι στη γειτονιά να ριζώσουν μετανάστες στην ίδια τους τη χώρα. Δεκαετία του ’60 και τα γύρω χωριά τάιζαν με μεγάλες μπουκιές την πόλη. Τα βράδια όλοι κοιμόντουσαν με το ίδιο όνειρο. Ένα ανθρώπινο παρόν γιαυτούς, ένα καλύτερο μέλλον για τα παιδιά τους. Γιαυτό και η παρέα είχε δέσει τόσο. Δέσαμε κι εμείς τα παιδιά, συνομήλικα τα περισσότερα. Μαζί φεύγαμε για το σχολείο, μαζί τριγυρνούσαμε στις αλάνες, μαζί περιμέναμε τον παγωτατζή τα καυτά απογεύματα του καλοκαιριού.

Οι γυναίκες μόλις είχαν αφήσει τους άντρες στην ταβέρνα. Έφερναν τις τελευταίες γύρες σε ένα ζεϊμπέκικο της εποχής. Εμείς τα παιδιά άλλοτε βγαίναμε και γυροβολούσαμε  στους πάγκους με τα παιχνίδια, άλλοτε μέναμε κρεμασμένα στο τζουκ – μποξ. Θαυμάζαμε και απορούσαμε με τον μαγικό τρόπο που το δισκάκι αυτόματα λες από ένα αόρατο χέρι οδηγημένο άρχιζε να παίζει. Η Θεανώ, η Κυρατσώ και η μάνα μου διέσχιζαν το δρόμο για να πάνε στην πλατεία  για να πιάσουν καλή θέση πριν αρχίσουν τα καρναβαλικά δρώμενα. Γελούσαν και περπατούσαν γρήγορα με τις γόβες τους να τρυπούν το φρεσκοβρεγμένο χώμα, Φλεβάρης βλέπεις ακόμα. Και  ξαφνικά, κανείς δεν κατάλαβε πώς, η μάνα μου έπεσε. Ο πατέρας μου που εκείνη την ώρα έβγαινε με τους άλλους απ΄την ταβέρνα, έτρεξε να τη σηκώσει. Μαζί  και οι άλλοι. Ένας κύκλος σχηματίστηκε γύρω της κι εγώ δεν μπορούσα να τη δω. Έτρεξα κοντά τους. Την είχαν σηκώσει. Η Κυρατσώ της τίναζε τη φούστα, η Θεανώ την πλάτη κι ο πατέρας μου σκυμμένος ρωτούσε και ξαναρωτούσε «χτύπησες Στέλλα; Χτύπησες; Πού χτύπησες;» και φυσούσε τα γόνατά της. Μικρά ρυάκια από αίμα έτρεχαν και στο καλσόν έχασκαν μεγάλες τρύπες σαν τις σκασμένες φούσκες της μαστίχας μας. Κρύος ιδρώτας με έπιασε και  μούρθε μια αναγούλα. Ενώ οι άλλοι προσπαθούσαν να δουν αν και πόσο χτύπησε, η μάνα μου χλωμή ψηλάφιζε  τα κουμπιά στο σακάκι του ταγιέρ. Ο κυρ Φόρης σήκωσε κι έδειξε ένα συρματόπλεγμα που ήταν απλωμένο στο πεζοδρόμιο, απομεινάρι των έργων που έκαναν τις προηγούμενες μέρες στην πλατεία στο κεφαλοχώρι εν όψει της ημέρας. Ένας μορφασμός σχηματίστηκε στο πρόσωπό της κι εγώ ένιωσα ξανά αναγούλα από  φόβο ότι  πονούσε. Το αίμα τώρα μαύρο και πηχτό, κυλούσε παράλληλα με το πράσινο ποταμάκι του φλεβίτη της, προς τους αστραγάλους. Με κόπο έκρυψε ένα δάκρυ όταν είδε την ορφανή κουμπότρυπα στο σακάκι. Δίπλα της ένα σκισιματάκι λεπτό σαν ρωγμή παρθενικού υμένα. Ο πατέρας μου την χάιδεψε στα μαλλιά ψιθυρίζοντας «μη στενοχωριέσαι! Η Αγγέλα είναι πρώτη στο μαντάρισμα». Όλη την υπόλοιπη μέρα είχε το χέρι της στην κουμπότρυπα. Τη χάιδευε νομίζω παρά την έκρυβε. Κι αναζητούσε το κουμπί που δεν βρέθηκε όσο κι αν ψάξαμε.

‘Ετσι  και τώρα που την κοιτάζω να φοράει το ίδιο ταγιέρ, ξαπλωμένη με σταυρωμένα και δεμένα με άσπρη κορδέλα τα οστέινα χεράκια της, νομίζω  ότι όπως τότε χαϊδεύει ή αναζητά το χαμένο εκείνο κουμπί.

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΟ δάσκαλος που ονειρεύομαι
Επόμενο άρθροΆκης Παπαντώνης: μοιράζομαι μια κοινή ελπίδα

2 ΣΧΟΛΙΑ

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ