Το φαινόμενο καβάτζα

0
83

Εύη Νικήτα.

Όλοι μιλούσαν για κείνα τα πουλιά το καλοκαίρι του ‘15. Πουλιά όλων των ειδών και των χρωμάτων. Πουλιά ψηλά, πουλιά κοντά, με ηλιοκαμένα πρόσωπα, με μαύρα τσεμπέρια στο κεφάλι, με τεράστια μάτια από την αϋπνία, με μάτια σχισμές από το αιγαιοπελαγίτικο φως, με κοιλιές σανίδες απ’ την αφαγία, με κοιλιές φουσκωμένες από μικρά πουλιά  που δε γνώριζαν ακόμα σε ποιον ουρανό θα έκαναν την πρώτη τους πτήση, πουλιά τρομαγμένα μες στην ελπίδα που τους έδινε το φως του  νησιού. Γιατί ακόμα και το άγνωστο φως όταν ξαφνικά σου κατεβάζουν  τους διακόπτες της ζωής, παραμένει πάντα η μόνη ελπίδα. Το άγνωστο εγκυμονεί την αμφιβολία, παίζει με το δίδυμο καλού κακού, είναι η κουρτίνα που δεν ξέρεις τι θα βρεις από πίσω, είναι οι δυο κλειστές πόρτες μπροστά σου, είναι  η λίμνη που δε γνωρίζεις τα νερά της, είναι το κλαδί που θα κρεμαστείς και δεν ξέρεις αν θα σπάσει· αυτή είναι η ελπίδα του σωτήριου άγνωστου. Αυτή, η μόνη, όταν το γνώριμο σ’ έχει πια ξεκοκαλίσει.

«Τι παπαριές μάς τσαμπουνάς;» θα με ρωτήσεις. Άγνωστο ίσον φόβος, αγωνία, σκοτάδι. Καταρχήν, εγώ ένας ταξιτζής είμαι. Όχι από πάντα, ηχολήπτης σπούδασα και δούλευα στη μεγαλύτερη ηχοληπτική του νησιού δέκα χρόνια. Πάνω στο λόφο  ήταν τα γραφεία, μας ακούγανε φτωχοί και πλούσιοι. Ώσπου τα παιδιά των μετόχων φαγωθήκανε μεταξύ τους και σιώπησε ο πομπός. Αυτά που λέγαμε, τα γνώριμα. Αυτά απ’ τα οποία προσπαθούν να ξεφύγουν τα πουλιά που προσθαλασσώνονται κάθε μέρα ανά εκατοντάδες. Αλλά πάντα γινόταν αυτό στο νησί, ίσως γιατί μοιάζει με πόδι χήνας και τους είναι οικείο. Αλήθεια, άμα το καλοπαρατηρήσεις στο χάρτη, μοιάζει σαν ανάποδο πόδι χήνας. Έτσι, λοιπόν, όπως τρέχουν τώρα τα πουλιά –τα φτερά τους τα ‘κοψε το γνώριμο που λέγαμε παραπάνω– τρέχανε και τότε το ‘22, ποιος ξέρει, ίσως αυτό να συνέβαινε ήδη από πιο παλιά και στ’ αρχαία χρόνια, δραπετεύοντας ή κουρσεύοντας. Γιατί είναι κι αυτό. Μπορεί να είσαι και παγώνι, όχι πάντα μόνο σπουργίτι. Αλλά αυτό μάλλον πάρα είναι περίπλοκο για έναν ταξιτζή, πρώην ηχολήπτη. Το θέμα είναι ότι εδώ, στο νησί, όλοι έχουμε μάλλον έναν πρόγονο πουλί, αν σκεφτείς ότι με τη πρώτη ευκαιρία βγάζουμε ράμφος και νύχια και τρωγόμαστε μεταξύ μας. Μπορεί κι όλοι οι Έλληνες να είναι πουλόσποροι –χωρίς παρεξήγηση, έτσι δε λέμε; Τουρκόσποροι ,ας πούμε– το σκέφτομαι καμιά φορά. Μόνο που απ’ το πέταγμα μας έχει μείνει μόνο η όρεξη για ταξίδια, άντε και κανένας μετανάστης στο εξωτερικό. Κατά τ’ άλλα, να ψοφήσει η κατσίκα του γείτονα. Τέτοιοι είμαστε· κανιβαλόσποροι.

Εμένα, λοιπόν, με λένε Ταξιάρχη. Μ’ είχε ταγμένο η μάνα μου στο μοναστήρι γιατί εφτά κόρες είχε σπείρει ο πατέρας  μου ψάχνοντας το γιο. Θα  μου πεις κι αν έβγαινε πάλι κορίτσι  πώς θα τη λέγανε, Ταξιαρχία; Το ‘χε σίγουρο η μάνα μου γιατί είχε κοιλιά μυτερή σαν πεπόνι και ξέρναγε τα σωθικά της εννιά μήνες.  «Πολεμάει απ’ την κοιλιά ο γιος τη μάνα να της πάρει τον αέρα» λέγανε οι θειες στο χωριό. Έφυγε πέρσι. Ξέρναγε στην αγκαλιά μου κάθε βδομάδα απ’ τις χημειοθεραπείες και γέλαγε. Τέτοια ήταν. Ένα παγώνι.

Το ταξί το ζεύτηκα  γιατί εδώ και δέκα μήνες είμαι πατέρας κι εγώ. Η κόρη μου χρειάζεται μια στέγη, γάλα, πάνες, αγκαλιές, φιλιά και βόλτα στις κούνιες. Τα αυτονόητα, θα πεις. Για τα πουλιά, όμως, που πέφτουν απ’ το φλεγόμενο δικό τους ουρανό αυτονόητα δεν υπάρχουν πια. Στέγη είναι το νησί, γάλα είναι το νερό, βόλτα η διαδρομή με τη λέμβο του λιμενικού. Όσους δεν προλάβουν να μαζέψουν τους καταπίνουν τα νερά εκεί που τους πετάνε. Ο άνθρωπος αποφασίζει την τύχη ενός άλλου ανθρώπου απ’ τα γεννοφάσκια του. Από τον Καιάδα της Σπάρτης φτάσαμε στους φούρνους του Χίτλερ για να καταλήξουμε στο νερό. Γη, φωτιά, νερό. Ο άνθρωπος αναγκάζει τη φύση να γίνει παιδοκτόνος · «Πάτερ ἄφες αὐτοῖς· οὐ γάρ οἴδασι τί ποιοῦσι».

Σαν ταξιτζής βλέπω κι ακούω πολλά. Σαν πρώην ηχολήπτης αυξομειώνω την ένταση αυτών που ακούω, ανάλογα με τη διάθεση και τις αντοχές μου. Δυστυχώς δεν τα καταφέρνω το ίδιο με τις εικόνες. Βλέπω κάθε μέρα παρέες νεαρών πουλιών, οικογένειες με μικρά πουλιά, με γέρικα πουλιά με μαδημένα πρόσωπα να περπατάνε μες στο λιοπύρι του Αυγούστου για να φτάσουν στο λιμάνι της χώρας. Πουλιά ψηλά, κοντά,  με μάτια βαθουλωμένα απ’ το κλάμα, άλλα ορθάνοιχτα από φόβο, με μάτια σχισμές από το νησιώτικο φως, με κοιλίες σανίδες απ’ την αφαγία, με κοιλιές φουσκωμένες από μικρά πουλιά που θα πρωτοπετάξουν σε άγνωστους ουρανούς  γιατί οι γνωστοί άνοιξαν  να τους καταπιούν. Ναι, τα ίδια και τα ίδια σού λέω και θα τα ξαναπώ, γιατί κάθε μέρα ταπ ταπ ταπ τα νυχοπόδαρά τους στην άσφαλτο κι εγώ πρέπει να τους κοιτάω και να φεύγω. Ξεφτίλα, σου λέω. Είναι παράνομο να τους φορτώσουμε κούρσα μη και θεωρηθούμε δουλέμποροι, ότι εμείς τους φέραμε από απέναντι. Ήθελα να ‘ξερα κανένας απ’ αυτούς τους αλήτες που υπέγραψαν αυτόν το νόμο δεν είχαν κανέναν πρόγονο από απέναντι; Κανένας δεν άκουσε ιστορίες ως παιδί για μια προγιαγιά ή έναν προπάππου που τους έκρυψαν σε κάποιο αμπάρι για να τους περάσουν απέναντι; Αλλά προχτές βράδυ δε μ’ έπιανε ύπνος. Μια μικρομάνα, είκοσι, είκοσι τρία, όχι παραπάνω, περπατούσε ντάλα μεσημέρι με ένα βρέφος στην αγκαλιά κι ένα μικρό δίπλα της. Σταμάτησα, κατέβηκα. Η μαύρη μαντίλα είχε ποτίσει ιδρώτα, αγκομαχούσε το πουλί με τα τεράστια μαύρα μάτια. Διεσταλμένες κόρες, φόβος και παρακάλι μαζί. Take us, we pay. «Δε θέλω λεφτά, δεν μπορώ» είπα. Ξέρω αγγλικά, τα βασικά δηλαδή, αλλά μου ‘χε κοπεί η γλώσσα. Take us, ,we pay. Baby,please!  «Δεν μπορώ» ξανάπα. Μου έδειχνε το μωρό. Δεν καταλάβαινε το εξωτικό πουλί. Είδος προς εξαφάνιση όπως κι η αλληλεγγύη. Άι στο διάολο, τηλεφώνησα σ’ ένα φίλο στο λιμενικό. «Το και το» είπα. «Θα τους πάρω χωρίς λεφτά και θα σ’ τους φέρω γραμμή εκεί, εντάξει;». «Μπράβο, ρε φίλε, έχεις μεγάλη καρδιά» μου ‘πε ο άλλος «σας περιμένω. Να ξέρεις, όμως, ότι εάν σε πιάσει η τροχαία εγώ δεν επεμβαίνω. Είναι παράνομο, ρε Ταξιάρχη, θα χάσω τη δουλειά μου». Διαλύθηκα. Κι εγώ; Εάν τη χάσω εγώ, ποιος θα ταΐσει το δικό μου το μωρό; Ξεφτίλα, κατάλαβες; Να επιλέγεις ποιος θα ζήσει απ’ τα γεννοφάσκια του, τέτοια κατάχρηση εξουσίας. Ναι, πάλι τα ίδια, θα το ξαναπώ χίλιες φορές γαμώτο: ΚΑΝΝΙΒΑΛΟΙ. Τους έδωσα δυο τοστ που μου ‘χε φτιάξει το πρωί η γυναίκα μου κι ένα μπουκάλι νερό κι έφυγα. Γύρισα σπίτι, ούτε κούρσες ούτε τίποτα, στα τσακίδια. Μ’ έπιασε το παραπάνο, ρε καταλαβαίνεις,  ποια Ιθάκη και ποιο ταξίδι γι’ αυτούς που κάνουν τρελαμένοι ουρές στα ταξιδιωτικά αν έχουν πάρει τα χαρτιά, για μια θέση στο κατάστρωμα; Νιώθουν τάχαμου ακόμα τα φτερά σπασμένα σαν ψευδαίσθηση, όπως ο πεθερός μου νιώθει ακόμα το πόδι που του το ‘κοψαν απ’ το διαβήτη, «άκρο φάντασμα» λέγεται.  Τελικά ούτε κανίβαλοι είμαστε, αλλά ζόμπι. Ναι αυτό, ρουφάμε τον άλλον και τον αφήνουμε να φυτοζωεί. Το ‘χουμε κάτι σαν κληρονομικό χάρισμα. Η Ελλάδα ποτέ δε πεθαίνει που λένε; Αυτό. Πεθαίνει μόνο η κατσίκα του γείτονα κι αυτός συνεχίζει πεινασμένος. Όχι πως κι οι άλλοι είναι καλύτεροι, τέσσερις φατρίες τρώνε τις σάρκες τους εκεί κάτω, στους κόσμους του Μέγα Αλέξανδρου. Άνθρωποι συνεχίζουν να ζουν μ’ ένα πόδι, μ’ ένα χέρι, μισή ζωή, ολόκληρες αναμνήσεις. Άκου με, ζόμπι. Αλλά αυτά ίσως να είναι πάρα περίπλοκα για έναν ταξιτζή,  πρώην ηχολήπτη.

Σιχαίνομαι που λες το λιμάνι, προτιμώ κούρσες απ’ το αεροδρόμιο. Τουλάχιστον, εκεί κάτι πετάει. Στη χώρα το λιμενικό αδειάζει τα πουλιά που ψαρεύει απ’ τη θάλασσα κατά χιλιάδες. Φαντάσου να ψαρεύεις πουλιά και το δόλωμα να ‘ναι ο πάτος μια βάρκας. Θα μου πεις, καλύτερα απ’ τον πάτο της θάλασσας. Χρυσές δουλειές οι πουλέμποροι, από τρία χιλιάρικα που ήταν πριν, τώρα έχει πάει εννιακόσια ευρώ το κεφάλι. Έτσι, προσφορά και ζήτηση. Το ελπιδοφόρο άγνωστο που λέγαμε. Προχτές έκραζαν όλα μαζί τα πουλιά απ’ τη δίψα. Δε θέλουμε να μείνουμε εδώ, σχέδιο πτήσης  θέλουμε, να πάμε στην Ευρώπη.  Χάλι μαύρο. Ξεφτίλα,  κατάλαβες; Δε μας έχουν για Ευρώπη,  ρε το κατάλαβες; Τσάμπα έκλεψε ο Δίας την Ευρώπη, τσάμπα κι όλα τα ξώγαμά του. Το ξώγαμο της Ευρώπης είμαστε κι εμείς στην τελική. Κανείς δε μας αναγνωρίζει.

Σήμερα το πρωί, όμως, ανέβασα δυο εθελοντές στο γήπεδο όπου έχουν στηθεί σκηνές μέχρι να τους διώξουν με τα χαρτιά.  Όλα κι όλα, όπως σου λέω τα κακά, λέω και τα καλά, έτσι μ’ έμαθε η μάνα. Το καλό που είχε μέσα της το ‘βλεπε πάντα και στους άλλους, είπαμε, παγώνι ήταν. Στον καναπέ την είχαμε στα τελευταία, το κρεβάτι είναι για τους άρρωστους, έλεγε και την αγκαλιάζαμε κι οι δυο με τον πατέρα και νιώθαμε τη σπονδυλική της στήλη να κροταλίζει στα χέρια μας κι ενώναμε τα κεφάλια μας σφιχτά για να μην ξεχάσουμε και να μην ξεχαστούμε.

Αλλά πέρασαν αυτά. Για τους ζωντανούς τρέχουν καθημερινά οι γιατροί χωρίς σύνορα και οι πολίτες με σύνορα στον εγωισμό τους. Πουλάκια ανοιγοκλείνουν τις τέντες παίζοντας, ξεμυτίζουν γελώντας, τρέχουν ξυπόλυτα στο χώμα, ταπ ταπ ταπ, δεν πεινούν πια, τους φτάνει ένα πιάτο φαΐ, δεν κρυώνουν πια, τους φτάνει  η αγκαλιά των γονιών και η ζωή συνεχίζεται. Μια ομάδα νεαρών είναι μαζεμένη  γύρω από ένα μετρητή της ΔΕΗ μήπως και καταφέρουν τα φορτίσουν τα κινητά και μιλήσουν με τους δικούς τους πίσω. Ναι αμέ, τι νομίζεις; Τα πουλιά εγκατέλειψαν φωλιές σαν τη δική μου και τη δική σου, άφησαν πίσω ρούχα, δουλειές, εστιατόρια, λίμνες, βουνά, κρεβάτια,  αγάπες, όνειρα κι έφτασαν στο νησί μ’ ένα σάκο, τόσα προλαβαίνεις να μαζέψεις όταν σε σκοτώνουν. Άμα έχεις και παιδιά, ούτε καν αυτό, ένα μπράτσο και παιδί κι όπου φύγει φύγει. Το σκέφτεσαι ρε αυτό να συμβεί ποτέ σ’ εμάς; Ούτε γι’ αστείο. Κι όμως, τους βλέπεις εκεί να παλεύουν με το μετρητή, τις γυναίκες ν’ αποκοιμίζουν τα μωρά στην αγκαλιά, να «στρώνουν» τα στρώματα  στη σκηνή, να βοηθούν τις ντόπιες στο μαγείρεμα έξω στην υπαίθρια κουζίνα. Εκεί, υπομονή κι επιμονή. Πέφτουν και σηκώνονται, πέφτουν και σηκώνονται.  Το άγνωστο τους σώζει, για τώρα. «Φαινόμενο καβάτζα» το λέει αυτό ένας φίλος μου νευρολόγος. Ερχόταν σπίτι στα τελευταία της μάνας όταν είχε πειραχτεί πια κι ο εγκέφαλος. Τον τελευταίο μήνα, όλο και τη περιμέναμε κι όλο είχε κάτι αναλαμπές. Είχαμε λιώσει με τον πατέρα, δεν αντέχαμε άλλο να ζει κάθε πρωί και να ‘ναι ετοιμοθάνατη κάθε βράδυ. «Το ένστικτο της επιβίωσης ανοίγει μυστικές  καταπακτές ενέργειας» μας έλεγε ο Γιώργος.  Έτσι κι αυτά τα πουλιά, κατάλαβες;  Θα ξαναριχτούν τα ζάρια.

Βγήκα απ’ το ταξί και πλησίασα τους νεαρούς. Ως πρώην ηχολήπτης, όλο και κάτι ηλεκτρολογικό σκάμπαζα. Τους χαμογέλασα –σε τι γλώσσα να τους μιλούσα–, χώθηκα ανάμεσα και βάλθηκα να μαστορεύω. Σε μερικά λεπτά είχα γίνει μούσκεμα, μ’ έκαιγαν και τα μάτια γιατί είχα ξεχάσει τα γυαλιά ηλίου στ’ αμάξι και δεν άντεχα άλλο. Τα παράτησα για λίγο για να γυρίσω να τα πάρω κι εκεί που περπατούσα,  ένα μικρό εξωτικό πουλί –πόσο να ‘ταν τεσσάρων, πέντε– μου απλώνει με το χεράκι του ένα μισοτελειωμένο μπουκαλάκι νερό. Παναγιά μου Γλυκοφιλούσα, μπορεί και να τελειώνει πια η εποχή των ζόμπι σιγά σιγά.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here