Το διαλυμένο σπίτι (της Άννας Λυδάκη)

0
348

 

της Άννας Λυδάκη

«Ο χρόνος λένε επουλώνει όλες τις πληγές. Είναι όμως αλήθεια αυτό; Δεν μας φέρνει νέες πληγές που δεν επουλώνονται ποτέ; Απλώς τις σκεπάζει όλες, σαν μητέρα με την ποδιά της, και ένα ωραίο πρωί έχουμε μεγαλώσει, η μητέρα έχει φύγει και όλες εμφανίζονται ξανά έτσι όπως είναι: τεράστιες».

Τεράστιες είναι οι πληγές και του Χορστ Κρίγκερ που μεγάλωσε στη Γερμανία του Χίτλερ στο Άιχκαμπ, έναν μικρό, ασήμαντο οικισμό στο Βερολίνο. Θέλει, όμως, να μιλήσει γι’ αυτές. Το αποφάσισε τον χειμώνα 1964-1965 προσπαθώντας να καταλάβει τι έγινε τότε και πιστεύοντας πως έτσι θα απελευθερωθεί από το βάρος του παρελθόντος και από τα παιδικά τραύματα. Και έγραψε όχι απλώς για το διαλυμένο σπίτι του, αλλά για τη διαλυμένη Γερμανία.

Οι γονείς του ήταν άκακοι Γερμανοί που δεν υπήρξαν ποτέ Ναζί. Κανείς δεν ήταν Ναζί στο Άιχκαμπ, γράφει, κανείς δεν πήρε μέρος σε κάτι και κανείς δεν ασχολούνταν με την πολιτική. Ήταν μικροαστοί που κουβαλούσαν από το παρελθόν τον τρόμο του πολέμου και το άγχος του πληθωρισμού, τα κουπόνια με τα οποία αγόραζαν. Όμως οι Ναζί στηρίχθηκαν πάνω τους.

Το 1931 στη Γερμανία υπήρχαν πάνω από τέσσερα εκατομμύρια άνεργοι και η παγκόσμια οικονομική κρίση συγκλόνιζε τον πλανήτη. Τότε εμφανίστηκε κάποιος που ήθελε να ανεβάσει ψηλά τους Γερμανούς, όπως έλεγε. Και τον πίστεψαν. Οι πρώτες αναμνήσεις του Κρίγκερ από τον Χίτλερ ήταν οι πανηγυρισμοί που άκουγε από το ραδιόφωνο, τα τραγούδια, οι προσδοκίες και οι ελπίδες των Γερμανών πως όλα θα γίνουν καλύτερα. Ο τόπος γέμισε με λευκές σημαίες με τον αγκυλωτό σταυρό, όπως εκείνη που του αγόρασε η μητέρα του από το μαγαζί του Εβραίου για το ποδήλατό του.

Ο Χίτλερ τους έπεισε ότι το να είσαι Γερμανός είναι κάτι ανώτερο. Ο ίδιος εμφανιζόταν ως καλλιεργημένος άνθρωπος που αγαπούσε τις τέχνες και έκτιζε παντού όπερες. Η μητέρα του Κρίγκερ, που ήταν «καλλιτεχνική φύση», γράφτηκε στην Πολιτιστική Οργάνωση του Εθνικοσοσιαλιστικού Κόμματος για να μπορεί να παρακολουθεί όπερες με φθηνό εισιτήριο. Στο τέλος του καλοκαιριού του 1933 η μητέρα διαβάζει μεγαλόφωνα στο μικρό τους σπίτι ένα βιβλίο με τον τίτλο Ο Αγών μου.

Το Ράιχ του Χίτλερ εμφανίστηκε σαν θεϊκή παρέμβαση. Όμως οι Εβραίοι άρχισαν να φεύγουν, όπως ο Άρνολντ Τσβάιχ και ο Λούντβιχ Μαρκούζε, και κάτι άκουσαν οι κάτοικοι του Άιχγκαμπ για τους «τοιούτους»: ότι τους πυροβολούσαν… Πίστεψαν, όμως, ότι μάλλον ο Χίτλερ δεν τα ήξερε αυτά και ο προβληματισμός δεν άλλαξε τη γιορτινή ατμόσφαιρα. Τα πρώτα σύννεφα φάνηκαν μετά τη Νύχτα των Κρυστάλλων και την πυρπόληση συναγωγών, αλλά οι Γερμανοί εξακολουθούσαν να είναι ευτυχισμένοι σαν παιδιά.

Λίγο πριν τα Χριστούγεννα του 1939 ο ήσυχος γείτονας χωροφύλακας συλλαμβάνει τον Κρίγκερ ως μέλος μιας παράνομης οργάνωσης, ως «εχθρό» του Ράιχ. Στη φυλακή γνωρίζει κι άλλους «εχθρούς», κομμουνιστές, συνδικαλιστές, Εβραίους, «κόκκινους» επαναστάτες, που όλοι, ρακένδυτοι και τσακισμένοι, δεν μοιάζουν με λαμπερούς και θαρραλέους ήρωες της αντίστασης, όπως τους φαντάζεται κανείς. Τον άφησαν ελεύθερο την άνοιξη με την άποψη ότι η εμπλοκή του στην αντεπανάσταση ήταν εφηβικές σαχλαμάρες ενός δεκαεννιάχρονου της μεσοαστικής τάξης: «Ήταν ένας ανήσυχος ιδεαλιστής ένας ονειροπόλος Γερμανός που κάποια στιγμή παραστράτησε».

Στο Άιχκαμπ ο Κρίγκερ ήρθε για τελευταία φορά το 1944, 24 χρονών, ως σμηνίας του γερμανικού στρατού. Βρήκε τους γονείς του να πιστεύουν τα ίδια, αλλά ήταν αδύνατοι, γερασμένοι, εξαντλημένοι από τις μερίδες φαγητού που εξασφάλιζαν τα κουπόνια. Η μικροαστική τάξη εκπνέοντας έλεγε ακόμα ψέματα.

Το 1945 είναι η ώρα μηδέν: Ο κύκλος γύρω από το Γερμανικό Ράιχ που καταρρέει είχε στενέψει πολύ και οι τρομαγμένοι άνδρες των SS είναι σε κατάσταση φυγής. Όμως υπήρχαν διαταγές από τον ζοφερό άντρα στο Βερολίνο να τουφεκίζουν ακόμη και δικούς τους, αν δείλιαζαν, για να διατηρηθεί η πειθαρχία και το ηθικό των στρατιωτών αλώβητο. Η Ευρώπη είναι πια ένα λουτρό αίματος, ένα σφαγείο και σε λίγο οι ισχυροί θα δαγκώσουν τις αμπούλες που κουβαλούν στις τσέπες τους.

Ο Κρίγκερ θέλει να απομακρυνθεί από αυτόν τον λαό που τουφεκίζει, μαχαιρώνει, δολοφονεί, σκοτώνει ακόμα και τους δικούς του. «Προτιμώ να πεθάνω, παρά να μείνω Γερμανός στρατιώτης» λέει και πέρασε σε γερμανικό έδαφος που δεν είχε Χίτλερ. Ο εχθρός της Γερμανίας νιώθει ότι είναι ο κόσμος του.

Τον Φεβρουάριο του 1964, ως δημοσιογράφος, πηγαίνει στη Φραγκφούρτη στη δεύτερη δίκη του Άουσβιτς. Θέλει να συναντήσει το παρελθόν με σάρκα και οστά, να δει με τα μάτια του τους πρωταγωνιστές της Ιστορίας, τους δράστες και τα θύματά τους, «όχι σαν απεικονίσεις του τρόμου και του πόνου, αλλά ως ανθρώπους, όμοιους με τον καθένα… Θέλει να συναντηθεί με τα νεανικά του χρόνια την εποχή του Χίτλερ, πριν πέσει η αυλαία και κρύψει μια εποχή. Μετά θα γίνει ιστορία».

Ο συγγραφέας κουβαλά το βάρος της μνήμης. Θυμάται την οικογένεια, όπου κανείς δεν πλησίαζε τον άλλο και κανείς ποτέ δεν ομολόγησε ότι δεν ήταν καλά τα πράγματα. Οι γονείς ήταν μέσα στο χάος και απορούσαν γιατί αυτοκτόνησε η κόρη τους στα δεκαεφτά της χρόνια. «Προσοχή δηλητήριο» έγραφε το κίτρινο βαζάκι δίπλα της. Τώρα ούτε ο τάφος της δεν υπάρχει πια και ο Κρίγκερ της «μιλά»: «Μεγαλώνοντας, ένιωσες κάτι σαν αγάπη μέσα σου και δεν ήξερες τι να την κάνεις. Φρικτό στα δεκαεπτά σου να μην ξέρεις τι να κάνεις την αγάπη! Γύρω σου ένας τοίχος. Ήσουν φυλακισμένη στο σώμα σου, ένιωθες αγάπη και δεν ήξερες πού να την απευθύνεις»

Με τον Βάνια, τον «φίλο από το σχολείο», μισο-Εβραίο, μισο-Ρώσο που η μητέρα του ήταν «δεσποινίς» και εξακολουθούσαν στο σπίτι τους να ζουν με τον άγριο, ρομαντικό, προλεταριακό τρόπο της τρελής δεκαετίας του 1920, συναντήθηκε τα Χριστούγεννα του 1964. Ο Βάνια, που τον είχε προσηλυτίσει τότε στην παράνομη οργάνωση, ζει στην Ανατολική Γερμανία και ο Κρίγκερ καταλαβαίνει ότι δεν έπρεπε να κάνει τη συγκινητική και οδυνηρή εκείνη συνάντηση: «Τα όνειρά μας δεν κάνει να τα αγγίζουμε…» Τι να πεις με ένα σύντροφο μετά από είκοσι τρία χρόνια;

Στη δίκη διαπιστώνει ότι οι κατηγορούμενοι δεν ξεχωρίζουν από τους υπόλοιπους. Συμπεριφέρονται το ίδιο, είναι καλοντυμένοι, πανεπιστημιακοί, γιατροί, έμποροι, τεχνίτες, μέλη της ευκατάστατης νεογερμανικής κοινωνίας, καπνίζουν, κουβεντιάζουν. Οι δολοφόνοι φαίνονται συμπαθητικοί, ήσυχοι, έχουν ξαναβάλει σε τάξη τη ζωή τους και είναι άξια και σεβαστά μέλη της κοινωνίας τους. Μπορούσαν να κοιμηθούν‧ στα όνειρά τους δεν εισέβαλλαν οι νεκροί. Τα έχουν ξεχάσει όλα. «Αυτό σημαίνει άνθρωπος; Αυτός είναι ο άνθρωπος;» Αναρωτιέται έντρομος ο Κρίγκερ.

Ο συγγραφέας σ’ αυτό το πραγματικά σπουδαίο βιβλίο μέσα από τα προσωπικά του βιώματα στο Άιχκαμπ, στο σχολείο, στη φυλακή, στον στρατό αναζητά το χαμένο παρελθόν του, το διαλυμένο -όπως και η Γερμανία- σπίτι του. Το συμπέρασμά του είναι πως οι Γερμανοί γλίστρησαν από τα μικροαστικά τους όνειρα αργά αργά στην εποχή του μεγαλείου‧ αισθάνθηκαν ωραία, ήταν πολύ περήφανοι γι’ αυτό στο οποίο τους μεταμόρφωσε ο συγκεκριμένος άντρας. Δεν κατάλαβαν ότι οι ίδιοι τον κατασκεύασαν.

Η ιστορία των νεανικών χρόνων του Κρίγκερ καταλήγει να είναι πολιτική ιστορία. Όμως η εξαιρετική λογοτεχνική γραφή του συγγραφέα, οι συγκλονιστικές περιγραφές του, οι σκέψεις, οι αντιφάσεις και τα συναισθήματα που αναδύονται από το βιβλίο συναρπάζουν τον αναγνώστη.  Ένα θαυμάσιο έργο, σε πολύ καλή μετάφραση της Σ. Παπαδάκη, που σίγουρα διαβάζεται απνευστί!

 

Horst Krüger, Το διαλυμένο σπίτι. Τα νεανικά μου χρόνια στη Γερμανία του Χίτλερ (μετ. Σίσσυ Παπαδάκη), Gutenberg, Αθήνα 2022.

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΜια πανοραμική ματιά στον χώρο και τον χρόνο της Λήμνου (της Αθηνάς Βογιατζόγλου)
Επόμενο άρθροΠειραιώς 260-1:  «Βίι», μια ρωσο-ουκρανική συνύπαρξη (της Όλγας Σελλά)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ