To Δέρμα της πεζογραφίας συνομιλεί με την ποίηση (της Βαρβάρας Ρούσσου)

0
375

της Βαρβάρας Ρούσσου

 

Με αφορμή το Δέρμα της Βίβιαν Στεργίου: πεζογραφία και ποίηση, συνομιλία εν θερμώ

Από το Δέρμα της πεζογραφίας

Όπως το μυθιστόρημα  Εκεί που ζούμε (2019) του Χρήστου Κυθρεώτη και το Αδελφικό (2020) της Βάσιας Τζανακάρη χαρτογραφούσαν μέσα από την εξιστόρηση των κεντρικών χαρακτήρων τη γενιά των τριάντα συν και των σαραντάρηδων έτσι και η Στεργίου (γ. 1992) συνθέτει στα διηγήματά της πτυχές της ζωής των εικοσιπεντάρηδων και τριαντάρηδων στο πρώτο της βιβλίο Μπλέ υγρό (2017 Πόλις) και ιδίως στο δεύτερο Δέρμα (2022 Πόλις).  Οι χαρακτήρες εναλλάσσονται αλλά στην πλειονότητά τους είναι συνήλικοι μεταξύ 25-30 κάτι ετών. Στο Μπλέ υγρό ο τόπος -η Αθήνα ως παρών τόπος ή ως επιθυμητός όπως στο «Η απολύμανση»- και οι χώροι της-κυρίως το κέντρο και οι πέριξ περιοχές- αποτελούν συστατικό στοιχείο της υπό διαμόρφωση ταυτότητας και της ψυχολογίας  των χαρακτήρων. Επομένως η επιστροφή στην Αθήνα και οι όροι διαβίωσης σε αυτήν αποτελούν βασικό αφηγηματικό μοχλό. («Γαμημένε μπλε ουρανέ, για εξακόσια πενήντα βασικό μάς κρατάς στη φάκα[…] φως μπλέ, αττικό»-Το πέρασμα). Στο Δέρμα η κίνηση είναι αντίστροφη: από την Αθήνα προς την Ευρώπη. Οι γεωγραφικές αναφορές και πάλι λειτουργούν ως συστατικό της αφήγησης και συνθετικό της ψυχολογίας των νέων ηλικιακά ηρώων. Όπου έχει συντελεστεί η επιστροφή στα πάτρια εκλαμβάνεται μάλλον ως αναγκαίο κακό. Σε καθεμιά από τις δύο συλλογές ο τρόπος ζωής είναι σχεδόν πανομοιότυπος περίπου για όλους τους χαρακτήρες, με μικρές εξαιρέσεις. Στο πρώτο βιβλίο εξάρτηση από τους γονείς, κακή οικονομική κατάσταση, εναντίωση στο μικροαστικό οικογενειακό περιβάλλον, δυσφορία για τη ματαίωση. Στο δεύτερο φτωχή φοιτητική ζωή, σχεδόν ψυχαναγκαστικό σεξ και πενιχρά εισοδήματα σε επισφαλείς θέσεις ή καλές αμοιβές με κόστος την προσωπική ζωή. Και στα δύο η επαγγελματική αποκατάσταση αποτελεί κύριο σημείο εκκίνησης της αφήγησης και μέριμνα των χαρακτήρων που αναλώνουν την ικμάδα τους σε σπουδές και απόκτηση επαγγελματικής εμπειρίας με στόχο τη μελλοντική υψηλή αμοιβή. Σε κάθε περίπτωση ο βιοτικός μονόδρομος φαίνεται αναπόδραστος με έκβαση τη μελαγχολία.

Στην ουσία πρόκειται για την εναλλαγή ανάμεσα σε έναν τύπο χαρακτήρα που υποδύεται πολλαπλούς, ιδίως στο Δέρμα. Αυτό αποτελεί στη δική μου ανάγνωση και το βασικό και ενίοτε προβληματικό στοιχείο της αφήγησης της Στεργίου: η μονοδιάστατη σχεδόν οπτική σαν πιεστικά επιβεβλημένη στους χαρακτήρες όπου όχι μόνο εμμονικές στάσεις και ιδεοληπτικές κρίσεις αλλά και επαναλαμβανόμενες φράσεις εκβάλλουν σχεδόν σε ένα χαρακτήρα ή έστω σε μια μικρή γκάμα προσώπων. Η τακτική αυτή παράγει την επαναληψιμότητα μοτίβων που θα μπορούσε να θεωρηθεί εμπρόθετη ως τρόπος συντήρησης της έντασης και ενίσχυσης της προβολής των προβλημάτων γιατί τα προβλήματα των ηλικιών που προανέφερα αρδεύουν την διηγηματογραφία της Στεργίου. Ωστόσο, καταλήγει στο Δέρμα ένα είδος μανιέρας που λειτουργεί περιοριστικά. Σίγουρα το Μπλε υγρό αλλά και το Δέρμα είναι άμεσα παράγωγα μιας χαρακτηριστικής εποχής, μια από τις συνθήκες της είναι η επαγγελματική και φοιτητική μετανάστευση, υπαγορευμένη από άλλους, πιεστικότερους πλέον, λόγους σε σχέση με τη μικρότερης κλίμακας παρόμοια κίνηση του παρελθόντος. Η εκφερόμενη δυσαρέσκεια αντικατοπτρίζει σαφώς τη συγκεχυμένη εποχή και την επισφάλειά της αλλά δε λειτουργεί ταραχοποιά. Οι χαρακτήρες ενώ ζουν στην περιδίνηση των προσωπικών προβλημάτων όπου το ανεκπλήρωτο λαμβάνει υλικές διαστάσεις επιχειρούν να τοποθετηθούν ως θεατές για να κρίνουν αλλά δεν το κατορθώνουν καθώς η κόπωση επιφέρει υποταγή στην καθημερινότητα και παραίτηση.  Το ιστορικό παρελθόν έχει διαγραφεί από το πεδίο σκέψης των χαρακτήρων -με μικρή εξαίρεση κάποιους ηλικιακά μεγαλύτερους- και η μνήμη λειτουργεί στο χώρο του ιδιωτικού (σπουδές, έρωτες) ενώ το παρόν συρρικνώνεται στον εγωτισμό με κορύφωση το δίπτυχο σπουδές επάγγελμα. Το κύμα μετακινήσεων των νέων που γίνονται οι expats, είναι ο πρωταγωνιστής σε ένα βιβλίο γραμμένο από μια συγγραφέα της αυτής ηλικίας με παρόμοια βιώματα. Συνεπώς, η άμεση ατομική εμπειρία γίνεται υλικό που πρέπει να τιθασευθεί με ψυχραιμία και αποστασιοποίηση ώστε να μην εκπέσει σε καταγραφή διανθισμένη με σχόλια ατομικού χαρακτήρα: οι περιπτώσεις που θεματοποιούνται λογοτεχνικά στο Δέρμα με την επαναληπτικότητα αφήνουν την αίσθηση του καθολικά αναπόδραστου. Ωστόσο, δεν μπορεί παρά να αναγνωρίσουμε την ιδιαιτερότητα της θεματικής και τη δυναμική ορισμένων διηγημάτων που κάνουν το Δέρμα αξιανάγνωστο.

 

…στο σώμα της ποίησης

Εάν τα διηγήματα της Στεργίου αποτελούν ένα παράδειγμα της πεζογραφίας ως απεικόνιση βασικής πτυχής της ζωής μεγάλου μέρους των συγκεκριμένων ηλικιακών ομάδων το ίδιο κάνει και η ποίηση των συνομηλίκων της. Θα έλεγα λοιπόν ότι ένας άτυπος διάλογος αναπτύσσεται που λειτουργεί ως συμπόρευση.

Η συστηματικότερη ενασχόλησή μου με την ποίηση μου δίνει την εντύπωση ότι απόπειρες να κατανοηθεί ο περίγυρος και να αποκωδικοποιηθεί η πραγματικότητα ώστε να επανέλθει επεξεργασμένη νοητικά και συναισθηματικά αποδίδουν σε μεγαλύτερο βαθμό μέσω του ποιητικού λόγου χωρίς αυτό να σημαίνει ότι η πεζογραφία δεν έδωσε αρκετά σημαντικά δείγματα με θεματικές βασισμένες σε τρέχοντα κοινωνικά ζητήματα. Μένοντας πάντα στην προσωπική μου εντύπωση (επομένως με περιορισμένη ίσως οπτική), τείνω να θεωρώ ότι ο ποιητικός λόγος γίνεται δραστικός με περισσότερο οξύ τρόπο, συχνά εξεγερσιακό, στοιχείο που βασίζεται και στις ειδολογικές συμβάσεις και τις δυνατές παραβιάσεις τους. Εξηγώ: η αφαίρεση, πύκνωση και η επιγραμματικότητα (συχνά με το ευθύβολο συνθηματολογικό ύφος) επιτείνουν την ένταση, η χρήση της απόλυτης πεζολογίας αλλά και η εμμετρότητα, τα αυτούσια παραθέματα, λογοτεχνικά και μη, που εντίθενται ακέραια αλλά και τα ποικίλα σχήματα λόγου, η έκταση των ποιημάτων με την καταιγιστική συντομία ή την  αφηγηματικότητα όπως και η δραματικότητα ή ο λυρισμός επιτρέπουν κράματα ευέλικτα και άμεσα. Θα πρόσθετα εδώ και την επιτελεστικότητα ως τρόπο που επιλέγει ομάδα δημιουργών με στόχο την αμεσότητα και τη διαδραστικότητα του ποιητικού λόγου, σχεδόν ως απάντηση στην απομάκρυνση της ποίησης από το κοινό.

Επομένως, το σημείο αιχμής αποβαίνει ο τρόπος με τον οποίο το τρέχον κοινωνικό πρόβλημα -εν προκειμένω η (επαγγελματική) αποκατάσταση των νεότερων γενεών αλλά ας μη μείνουμε σε αυτό- και το αιώνιο ζήτημα -η αναζήτηση ταυτότητας, ατομικής και εθνικής- γίνεται αντικείμενο της λογοτεχνίας. Πρόκειται για θεματικές που μπορεί να οδηγήσουν σε εξάντληση των μέσων στο όνομα της διαμαρτυρίας, σε πρόταξη της οργής, θρηνολογία για τη ματαίωση -οπότε ελλοχεύει ο κίνδυνος του μελοδραματισμού-. Τότε η μεν πεζογραφία κινδυνεύει να καθηλωθεί σε χαρακτήρες επαναλαμβανόμενα αυτοκαταστροφικούς, σε ένα απλώς παρόν, σχεδόν σχηματικό, ιστορικοκοινωνικό συγκείμενο η δε ποίηση να εξαντληθεί σε επαναστατικές συνθηματολογίες και εύκολες οργίλες ατάκες.

Επιπλέον, τίθεται το ερώτημα ποιος είναι  ο βαθμός πρόσδεσης του λογοτέχνη στην κοινωνική πραγματικότητα που τον αναγκάζει σχεδόν να στραφεί σε αυτήν υποτάσσοντας πιθανόν τη βούλησή του με αποτέλεσμα τη δύσκολη εξισορρόπηση του προσωπικού και του συλλογικού να αντανακλάται στο έργο του. Πόσο ισχυρό αναδεικνύεται το κρίσιμο παρόν στη λογοτεχνική δημιουργία;

Σε ποιο βαθμό λοιπόν και πώς τα παραπάνω ζητήματα αποβαίνουν η κεντρική θεματική και με ποιους τρόπους τα δύο είδη αξιοποιούν το υλικό, δηλαδή το οργανώνουν όχι ως αντανάκλαση αλλά ως λογοτεχνική μεταποίηση, ακολουθώντας ή ανατρέποντας ειδολογικές και τροπικές συμβάσεις, αυτό είναι το ισχυρό διακύβευμα περισσότερο από την ίδια τη θεματική. Δεν πρόκειται για καινοφανές ζήτημα αλλά σήμερα επανατίθεται σε μια διακριτή τάση της ποίησης προς στα κοινωνικά ζητήματα, ως είδος εσωτερικής αναγκαιότητας δεσμευμένης στις σύγχρονες κοινωνικές ζυμώσεις.

Η ποίηση που γράφεται από το 2017 και εξής δεν περιορίζεται στην «αριστερή μελαγχολία» αλλά διασπείρεται εξερευνώντας θεματικά ένα ευρύ φάσμα και επιχειρώντας να επαναπροσδιορίσει το πολιτικό: έμφυλο, ταξικό, συμπεριληπτικό, επιτελεστικό, λυρικό, ερωτικό, προσωπικό, συλλογικό είναι πάντοτε πολιτικό και αυτό που γράφω φυσικά δεν αποτελεί «ανακάλυψη». Οι νεότεροι/ες και νεότατοι/ες ποιητές και ποιήτριες στην πλειονότητά τους επιμένουν σε αυτό το στοιχείο μετατοπίζοντας το ζήτημα της ρευστής εξάλλου και καθόλου μονομερούς ταυτότητας σε ζήτημα της ουσιαστικής θέσης στον πραγματικό κόσμο.

Αναφορικά με την ποίηση που γράφεται από το 2020 και εξής πιστεύω ότι η πολυσυζητημένη «αριστερή μελαγχολία»[1], ο επιθετικός πλέον προσδιορισμός ως κριτικός συμπεριληπτικός όρος χαρακτηρίζει μερικώς ένα μόνον μέρος της σύγχρονης -των νεότατων- εν προόδω ποίησης. Ούτως ή άλλως κάθε επίθετο είναι ένα ενδεχόμενο σημασιολογικής στένωσης ενώ θα ήταν σκόπιμη η μελέτη με διευρυμένα ερμηνευτικά όρια ακόμη και στο στάδιο της απλής καταγραφής. Εν προκειμένω λοιπόν, στη μεγάλη εικόνα του ψηφιδωτού η ποίηση της αριστερής μελαγχολίας αποτελεί ορισμένες, ολοένα και λιγότερες μάλλον, από τις ψηφίδες. Κάποια όμως από τα χαρακτηριστικά της στοιχειοθετούν τη δυναμική βάση εκκίνησης για κάποιες/ους ποιήτριες/τές ενώ η μεταβλητότητα των συνθηκών μειώνει την παρουσία ορισμένων άλλων που ανιχνεύονταν ως «αριστερή μελαγχολία». Πιστεύω, και θα επιδιώξω να το αποδείξω αλλού, ότι ανοίγεται πλέον μια άλλη εποχή ως εκβολή της αριστερής μελαγχολίας τροφοδοτημένης από άλλες τάσεις ώστε να υπερβαίνεται όπως π.χ. με το διακύβευμα της έμφυλης θεματικής. Από την άλλη οι νεότερες/οι ποιήτριες/ές αντιστέκονται στην γενεαλόγηση δηλαδή την ομαδική κατάταξη στη βάση ακόμη και της ηλικίας όπως αντιστέκεται και μεγάλο πλέον μέρος της κριτικής και της φιλολογίας. Οι συλλογικότητες εντούτοις, οι ομαδοποιήσεις, με σχετική ρευστότητα και αυτές, παράγουν ποιητικό λόγο σε μια κοινή συνήθως βάση ιδεολογικών προταγμάτων που συχνά αντιτίθενται σε μια καθεστηκυία ποιητική τάξη (ουσιαστικά στο μεγαλύτερο μέρος της λοιπής ποιητικής παραγωγής). Το ερώτημα τι συνιστά ποιητικό λόγο, τι απλώς ένστιχο αναφορικό βίωμα δεν απαντιέται εύκολα.

Και φυσικά δε συγκρίνω τα είδη (ποίηση-πεζογραφία) ούτε χαρακτηρίζω ευκολότερη τη σύνθεση ενός έναντι του άλλου. Στόχος αυτού του κειμένου είναι, έχοντας ενώπιόν μου μια σειρά διηγημάτων από το ίδιο υποκείμενο και μια σειρά ποιημάτων από διαφορετικά υποκείμενα να διαπιστώσω την μάλλον εύλογα αιτιολογημένη σύγκλιση εντοπίζοντας αποκλίσεις ή/και τάσεις. Για παράδειγμα: δημόσιος χώρος, η μετανεωτερική πόλη και επαναλαμβανόμενες πρακτικές εντός τους που προβληματοποιούν τη σχέση ατόμου-αστικού χώρου, η σεξουαλικότητα με την προβληματική της είναι θέματα που διαρρέουν τόσο τα διηγήματα της Στεργίου όσο και πολλά από τα νεότατα ποιήματα.

Στόχος του κειμένου είναι επίσης να επιβεβαιώσω, χωρίς μάλλον ίχνος πρωτοτυπίας, ότι η λογοτεχνία είναι πολιτική ακόμη κι αν δε φαίνεται αφού (ανα)παράγει μοντέλα του πραγματικού ή επιδιώκει να τα υπονομεύσει και να τα καταγγείλει μέσω της αναπαραγωγής ή της εισαγωγής του όλως φανταστικού. Ο βαθμός της έντασης των φωνών διαφέρει.

 

Επιστροφή στα ίδια τα ποιήματα

Στο μεταξύ και κλείνοντας δίνω ορισμένα παραδείγματα ποιημάτων που συνομιλούν άτυπα, ρητά ή υπόρρητα, με διηγήματα από το Δέρμα. Πρόκειται απλώς για μια σύντομη περιδιάβαση που αναδεικνύει κοινούς τόπους. Η σειρά των ποιητριών/ποιητών είναι αλφαβητική και η επιλογή δεν αναδεικνύει προτιμήσεις, είναι σχεδόν τυχαία στη βάση του αριθμού 10 και με τυχαία επιλογή από τη βιβλιοθήκη μου. Αναμφισβήτητα δεν εξαντλείται το θέμα ενώ υπάρχουν ανάλογα ποιήματα από πολλές/ούς που δεν αναφέρονται εδώ χωρίς να σημαίνει ότι υπολείπονται σε κάτι. Θα επισημάνω την ύπαρξη της διαδικτυακής ανθολογίας Ξύπνησα σε μια χώρα. Ελληνική ποίηση σε ενεστώτα χρόνο από το Ίδρυμα Ρόζα Λούξεμπουργκ σε επιμέλεια Μάνιας Μεζίτη με συντακτική ομάδα τον Φάνη Παπαγεωργίου και την Ειρήνη Μαργαρίτη, απ’ όπου άντλησα δύο ποιήματα.

 

4

Είμαστε τα παιδιά του μέλλοντος

Γιατί όλοι θα κάνουμε το μεταπτυχιακό μας

Και φυσικά τις ξένες γλώσσες μας

(…)

8

Είμαστε τα παιδιά του ψηφιακού κόσμου

Υπάλληλοι της επιτυχίας και θεματοφύλακες

όλων των υποχρεώσεων του κόσμου

Παναγιώτης Αρβανίτης, «Πάροδος» από την ανθολογία Τα ποιήματα του 2009 (2010)

 

Την αντοχή των ανθρώπων θα ‘πρεπε να μετράμε.

Πώς η αντοχή μετριέται, θα μου πεις.

Κοιτώντας το δέρμα μας.

Όσο πιο χαρακιές,

Όσες περισσότερες πληγές,

Τόσο πιο πολύ αντέχει.

Οι άλλοι, οι σκληρόπετσοι, αιμορραγούν απ’ τα μέσα.

Και φεύγουν πρώτοι.

Δημ. Γκιούλος – Κων/νος Παπαπρίλης-Πανάτσας Αντάρτικο2  (2019 επανέκδοση 2022)

 

μέρες καλοκαιριού του δύο χιλιάδες δεκαοκτώ

έναν αιώνα μετά˙

ακόμα χωρίς δουλειά

 

από το Dalston στο Jericho

και πάλι πίσω

μια στη Βαλτετσίου

και μια γύρω απ’ τη Λουκιανού

[…]

το παρελθόν είχε άλλα σχέδια για μας

 

βαφτιζόμαστε

στις νεραντζιές που ανθίζουν

στους δρόμους του κέντρου

κρίσης κρήνες

ποτίστε μας κι άλλο

Νίκος Ερηνάκης, ακόμα βαφτιζόμαστε (2022)

 

δε γίνεται να ευτυχήσουμε ποτέ

είπε η Ματίλντα

και έσπρωξε την πόρτα από το πόμολο

κι εκείνο έπεσε

διόλου καλά στερεωμένο καθώς ήταν

όπως όλα τα πόμολα

όπως όλα τα πράγματα

διόλου καλά στερεωμένα

ετοιμόρροπη ζωή είπε η Ματίλντα

πέρασε πάνω από το πόμολο

και έφυγε

Κατερίνα Ζησάκη, «Walzing Matilda» Μισέρημος (2018)

 

Άδικη χώρα

παίρνεις το αλάτι απ’ το κορμί μου το σκορπάς στη θάλασσα

Κι απαιτείς

με πλοία γεμάτα καρυκεύματα

με ιδρώτα μυρωμένο να επιστρέφω.

Λένα Καλλέργη, «Ψυχοκόρη» από την Ανθολογία Ξύπνησα σε μια χώρα

 

Δεν έχουν διάθεση

Καμιά για φιλίες, χειραψίες

Κι άλλες κοινωνικότητες

Εγκλωβισμένοι

Στα λαμπρά τους προσόντα

Δεν πιάνουν κουβέντα

Απροσχημάτιστα κρατούν

Αποστάσεις

Βάγια Κάλφα, «Η ουρά των ανέργων», Ληθόστρωτο (2014)

 

Όσο ωριμάζουμε πληθαίνει η ωραία όψη της ανάγκης,

άνθρωποι, πράγματα, τοπία αναγεννημένα

απ’ το δικό μας πόνο και τη δίκιά μας βούληση

επείγονται να δουν και να ιδωθούνε.

[…]

Κάποια σκίτσα πριν τα καταπιεί ο δρόμος

κάποια πρόσωπα με πίστη, μεράκι κι υπομονή

πρόφτασα και κρέμασα, του δίκιου την προοπτική.

Το σκίτσο μιας άλλης χώρας που ξανοίγεται

πιο πέρα κι απ’ τα σύνορα της χώρας που γεννήθηκα.

Παναγιώτης Μηλιώτης, «Το σκίτσο στη ντουλάπα» από την ομώνυμη συλλογή (2017 επανέκδοση 2020)

 

Θα γύριζαν την υδρόγειο

συζητούσαν την ύπαρξη ηπείρων

θα βούλιαζαν στο λευκό χυλό του φωτός

μετρούσαν τις αποστάσεις των αστεριών

θα περιπολούσαν τον κόσμο

γκρεμιζόταν αστέρι στο φιλί τους

θα γέμιζαν το κενό

οι χορδές εκτόπιζαν τους ήχους

θα γινόντουσαν δίκοπο πρόσωπο

τα ποτάμια κρεμόντουσαν πάνω από τη θάλασσα

θα ήταν μέλλον

αν είχαν παρόν

Φάνης Παπαγεωργίου, «Δυνατότητες δυο νέων» Η θάλασσα με τα 150 επίπεδα (2015)

 

 

  1. (απόσπασμα)

Φευγάδα

ας έβρισκες καλύτερα μια γνησιότερη κόπια,

εσύ μετανάστευες – εσύ μεταναστεύεις,

σε όλα τα έργα πάντοτε εσύ,

Φευγάδα το συρματόπλεγμα πωλείται στο μπόι του καθενός

(…)

να σου πω ένα ανέκδοτο; – έχουμε Δημοκρατία!

(…)

Φευγάδα δεν πάω πουθενά -πουθενά -πουθενά

εδώ… θα φύγω,

Φευγάδα όπου και να ελλαδίσω με ταξιδεύει η πληγή.

Γιώργος Πρεβεδουράκης, Κλέφτικο (2013)

 

 

Καθόμαστε τώρα ο καθένας

με τις δουλειές που είναι να πιάσει

τα προσωπικά

ως πιστόλια

τις προσωπικές φαντασιώσεις

ως σφαίρες

τις φαντασιώσεις πάσης φύσεως βελτιώσεων

ως εαυτό

που παρανοεί σκέφτεται και παρανοεί καλύτερα

 

ωριμάζουμε έτσι κάθε νύχτα

στα τριάντα

δεν θα ξαναγνωριστούμε

Πέτρος Σκυθιώτης Συνθήκη ισορροπίας (2014)

 

Κι εκεί που λέγαμε

ότι θα πάρουμε τη ζωή στα χέρια μας

η ζωή έγινε ενέχυρο

και μείναμε σ’ έναν κρύο και έρημο δρόμο

να την παρακολουθούμε από μακριά

Κι έτσι ξαναγυρίσαμε ασθμαίνοντας

στα μεγάλα φωτεινά καλοκαίρια

και στα ατέλειωτα παιχνίδια στην αλάνα

και στα αμφιθέατρα που ήταν γεμάτα φίλους

και στους πύργους στην άμμο

που στέγαζαν τα παιδικά μας όνειρα

Νίκος Σουβατζής «Οξυγόνο» από την Ανθολογία Ξύπνησα σε μια χώρα

[1] Βασίλης Λαμπρόπουλος, «Η κρίση της ποίησης και η μελαγχολία της Αριστεράς – Για την πολιτική της ελληνικής ποίησης των αρχών του 21ου αιώνα», Τα Ποιητικά, τχ. 26, Ιούνιος 2017, «H αριστερή μελαγχολία στην ελληνική ποιητική γενιά του 2000,  https://poetrypiano.wordpress.com/2017/08/11/

 

Προηγούμενο άρθρο10 χρόνια “Α” : Το «Βασιλικό» ξύλο (της Έλενας Χουζούρη)
Επόμενο άρθροΕπί σκηνής (της Ελίνας Νταρακλίτσα)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ