Το Αδελφομοίρι του Αντώνη Πάσχου: μισόφωτο στο σκοτάδι της βουλγαρικής κατοχής (του  Ηφαιστίωνα Χριστόπουλου)

0
617

του  Ηφαιστίωνα Χριστόπουλου (*)

 

Όπως αναφέρεται και στην προμετωπίδα του βιβλίου, η περίοδος της βουλγαρικής κατοχής στη βόρεια Ελλάδα για πολύ καιρό αγνοήθηκε από τους επιστήμονες ιστορικούς. Αποφασίζοντας να ασχοληθεί με αυτό το θέμα, ο Πάσχος βάζει την πήχη ήδη πολύ ψηλά. Ωστόσο δεν μένει εκεί· αποφασίζει να δυσκολέψει ακόμα περισσότερο τα πράγματα, τόσο για τον εαυτό του όσο και για τον αναγνώστη, επιλέγοντας να γράψει όλα τα κείμενα του βιβλίου σε παγγαιορείτικο ιδίωμα. Τέλος, όπως είναι επόμενο όταν κανείς αφηγείται ιστορίες από μια περίοδο σαν κι αυτή, οι ιστορίες αυτές είναι γεμάτες βία, γεμάτες ανθρώπους που κάνουν ό,τι μπορούν για να επιβιώσουν, γεμάτες ηθικά επιλήψιμες επιλογές και τρομακτικά διλήμματα.

Ενδεχομένως όλα αυτά να ακούγονται αποθαρρυντικά για τον αναγνώστη, αλλά στην πραγματικότητα είναι τα μεγάλα ατού αυτής της συλλογής διηγημάτων, για την οποία δύσκολα μπορώ να σκεφτώ κάποιο άλλο βιβλίο για να τη συγκρίνω. Ξεκινώντας από τη γλώσσα, είναι κοινό μυστικό ότι πολλοί Έλληνες συγγραφείς, αρκετοί από αυτούς τα πρόσφατα χρόνια, έχουν πειραματιστεί με στοιχεία διαλέκτων και ντοπιολαλιάς, παράδοσης και λαογραφίας. Έχω πλήρη συνείδηση αυτού που λέω, όταν γράφω ότι κανείς, απ’ όσους τουλάχιστον έχω υπόψη μου, δεν το έχει καταφέρει τόσο καλά όσο ο Αντώνης Πάσχος σε αυτό το βιβλίο. Η χρήση του γλωσσικού ιδιώματος είναι τόσο πετυχημένη, που ούτε απομακρύνει τον αναγνώστη (υπάρχει ένα γλωσσάρι στο τέλος του βιβλίου, αλλά δεν νομίζω ότι θα χρειαστεί να ανατρέξετε πολλές φορές) –αντιθέτως, μάλλον τον βοηθάει να γίνει κι αυτός μέρος της αφήγησης–, αλλά ούτε και μοιάζει βεβιασμένη· και τούτο γιατί, πρώτον, απ’ όσο μπορώ να κρίνω, πρόκειται για αυθεντική διάλεκτο, την οποία ο συγγραφέας ακολουθεί μέχρι κεραίας (λ.χ., το βιβλίο ανοίγει με την πρόταση «Ο σχωρεμένος ο μπράτιμός μου ορκιζόταν ότι ο Παναγής ήταν λύκου μπάσταρδο· αλήθεια αν έλεγε δεν ξέρω, πάντως το σκυλί ήταν σκιαχτικό σαν αγρίμι κι άκακο σαν αρνί»), και, δεύτερον, γιατί η ιδιωματική αυτή γλώσσα είναι τόσο άρρηκτα δεμένη με την αφήγηση και τους χαρακτήρες, που νιώθεις ότι δεν θα μπορούσαν τα διηγήματα αυτά να είναι διαφορετικά γραμμένα.

Όσο για τη σκληρότητα που επικρατεί σε όλο το βιβλίο (και που έχω την αίσθηση ότι κλιμακώνεται από το τέταρτο διήγημα και μετά), εκεί ακριβώς βρίσκεται όλη η ουσία αυτού που θέλει να αφηγηθεί ο Πάσχος: το πώς άνθρωποι ήδη σκληραγωγημένοι από τη ζωή στην ύπαιθρο βρέθηκαν στη θέση να χάνουν την περιουσία τους, αγαπημένα τους πρόσωπα, την αξιοπρέπειά τους (γενετήσια ή άλλου είδους)· το πώς αυτοί οι χοντροκομμένοι στα δικά μας μάτια άνθρωποι φτάνουν να προβαίνουν στις πιο ακραίες πράξεις, είτε για να κρατήσουν μια επίφαση αξιοπρέπειας είτε για να επιβεβαιώσουν.

Συνήθως είναι μάλλον άχαρο να αναλύει κανείς τα διηγήματα μιας συλλογής ένα προς ένα, αλλά θέλω να σταθώ σε δύο, τα οποία βρήκα πραγματικά ξεχωριστά, μέσα σε μια ομάδα ούτως ή άλλως εξαιρετικών κειμένων: Τη συγκλονιστική «Λιμόνοβα» και το σχεδόν κτηνώδες «върколак». Το πρώτο αφηγείται τη θλιβερή, όπως οι περισσότερες στο βιβλίο, ιστορία μιας γυναίκας την οποία έθαψαν ζωντανή. Η ιστορία της δίνεται από διάφορες οπτικές γωνίες και αφηγητές, φανερά αναξιόπιστοι όλοι τους, αλλά το πιο εντυπωσιακό είναι το πώς χειρίζεται ο Πάσχος αυτές τις εναλλαγές των αφηγητών· στην ουσία, ο ένας παίρνει τη σκυτάλη από τον άλλον σχεδόν χωρίς να καταλαβαίνουμε ότι η αφήγηση διακόπτεται, ότι συντελείται κάποια αλλαγή. Οι αφηγητές μπορεί να εναλλάσσονται μέσα στην ίδια παράγραφο, ακόμα και στην ίδια περίοδο, με αποτέλεσμα μια σχεδόν παραισθητική αφήγηση. Όσο για το «върколак», μπορεί εκ πρώτης όψεως να φαντάζει παράταιρο (ένα διήγημα τρόμου μέσα σε μια επώδυνα ρεαλιστική συλλογή), ωστόσο αποτελεί το ιδανικό κλείσιμο για το βιβλίο. Όλη η βία και η σκληρότητα που παρακολουθήσαμε στα προηγούμενα διηγήματα αποκτά μια υπερφυσική υπόσταση, ενσαρκώνεται στη μορφή του βρικόλακα που στοιχειώνει τον κάμπο.

Τέλος, αξίζει να αναφέρουμε ότι τα οκτώ διηγήματα αυτής της συλλογής είναι αριστοτεχνικά πλεγμένα μεταξύ τους, με το ένα να συμπληρώνει την εικόνα ή κάποιον χαρακτήρα που είχαμε συναντήσει πρωτύτερα σε κάποιο άλλο.

Μια πραγματικά διαφορετική και αξιολογότατη αναγνωστική πρόταση, η οποία θα σας βοηθήσει να ξεφύγετε από τα συνήθη, από έναν συγγραφέα που βρίσκεται σε κατακόρυφη άνοδο.

 

(*) Ο Ηφαιστίων Χριστόπουλος είναι επιμελητής, μεταφραστής και συγγραφέας.

 

 

Αντώνης Πάσχος, Το αδελφομοίρι και άλλες ιστορίες, Στερέωμα.

Προηγούμενο άρθροΗ ποιητική εκδοχή της εποχής του Ανθρωπόκαινου (της Βαρβάρας Ρούσσου)
Επόμενο άρθροMπορεί να φταίει το νησί – δεν φταίω εγώ/δεν φταις εσύ (της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ