Της ζωής τα συμπαρομαρτούντα… (της Δέσποινας Παπαστάθη)

0
150

της Δέσποινας Παπαστάθη

 

Να είχα, λέει, μια τρομπέτα (Πατάκης, Αθήνα 2022, αρ. σελ. 384) τιτλοφορείται το πρόσφατο μυθιστόρημα της πολυβραβευμένης συγγραφέως Μάρως Δούκα (γεν. 1947), γραμμένο, όπως δηλώνει η χρονολόγηση στο τέλος του βιβλίου, στο διάστημα της υγειονομικής κρίσης του νέου κορονοϊού, Φλεβάρης 2021–Φλεβάρης 2022. Από την Αθήνα της καραντίνας έως την Κρήτη των μακρινών παιδικών χρόνων η συγγραφέας ξετυλίγει αβίαστα, ευφάνταστα, σαν ονειροπόλημα, ιστορίες-εξομολογήσεις γυναικών με όλα τα πένθη και τους έρωτες, τα μίση και τις βεντέτες, τα φονικά και τα γεννητούρια, τα πανηγύρια και τις χαρμολύπες τους.

Η κεντρική ηρωίδα της Δούκα, η Αικατερίνη στα επίσημα χαρτιά, Κατίνα-Κατερίνα-Κατινάκι, τις καθημερινές, Κάτια-Κατιούλα τις Κυριακές, Κατίγκω «στη ροή του ποταμού που με τα χρόνια ήταν στο γραμμένο του να γίνει χείμαρρος θολός με μουχλιασμένα, γλιτσερά νερά του χειμώνα, ξεροπόταμος με σκουπίδια απ’ αυτά τα πλαστικά και τις κονσέρβες το καλοκαίρι»,[1] η αμετανόητη Κάκια, γεννημένη ή αγέννητη, κατέχει την τέχνη να επινοεί μια ονειρική, συνειρμική αφήγηση για όλα όσα βασανίζουν τη Γυναίκα από τη γέννηση έως τον θάνατο της. Από παγκάκι σε παγκάκι και από γειτονιά σε γειτονιά η Κάκια συνομιλεί με τις τρεις πεθαμένες γιαγιάδες της, την όμορφη Αφροδίτη, τη Σφακιανή Εργινιά, την περίλυπη και απατημένη Φιλαρέτη, αλλά και τις θείες και τους θείους της.

Η Δούκα συνθέτει την καθημερινότητα της γυναίκας που «μπορεί από τον πατέρα και τον αδερφό και τον άντρα και τον γιο να περάσει και στην επικράτεια του εγγονού, συμβαίνουν αυτά, σπρωξιές και κλάματα»,[2] μέσα από τον βίο και την πολιτεία των τριών γιαγιάδων της Κάκιας. Η γιαγιά από τη μεριά της μάνας της ηρωίδας, η γλυκιά γιαγιά Αφροδίτη, «που ήξερε και τραγουδούσε τον Ερωτόκριτο, ήξερε και τον ηρωικό και πένθιμο του Θοδωρομανώλη και πολλά άλλα, μαγικά και ανεξήγητα σαν την Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων […], παραμύθια πολλά και παραδόσεις και θαύματα αγίων, η πανεπιστημιακός, […] κι ας ήταν αναλφάβητη, πρώτη στο παραμύθι, πρώτη στο καλαμπούρι το μαγικό» [3], η άλλη, η Σφακιανή, η βουνίσια, από τη μεριά του πατέρα της, με καταγωγή από μεγάλο σόι, που με τα χρόνια έγινε ακόμη πιο μεγάλο σε ισχύ, «κακούργικο και μεγαλοπρεπές», [4] της οποίας η μοίρα σφραγίστηκε από τα φονικά και τις βεντέτες, και η τρίτη, πάντα γελαστή, χοντρουλή, «αδιανόητη […] με λέγειν ασυγκράτητο και επιμελημένο, με καπελάκι ακριβό και καρεκλάκι ειδικό για τις αγρύπνιες, ας την έλεγαν οι κόρες της αγαθή, κι ας την κορόιδευαν για τις λαδιές στα ρούχα της»[5] βρίσκονται στο κέντρο της πολυεπίπεδης χωροχρονικά αφήγησης. Η εναλλαγή του προσώπου της αφήγησης ανάμεσα σε α΄ και γ΄ ενικό ενισχύει την πολυφωνικότητα του μυθιστορήματος, στο οποίο οι φωνές διατηρούν την πολλαπλότητα και έως έναν βαθμό την ισότητά τους μέσα στα γεγονότα. Έτσι, ο αναγνώστης αφουγκράζεται με την ίδια ένταση τη φωνή της Κάκιας, της Φιλαρέτης, της Αφροδίτης, της Εργινιάς, της Θεανώς, αλλά και του Δαμιανού, του Στελή και πολλών ακόμα πολύπαθων ηρώων του μυθιστορήματος.

Η Μάρω Δούκα από τα πρώτα της κιόλας έργα ισορροπεί ανάμεσα στο ατομικό και το συλλογικό ζωγραφίζοντας με έντονα χρώματα γυναικείους χαρακτήρες που επιδίδονται σε μια αγωνιώδη, κάποτε, αναζήτηση της υπαρξιακής ταυτότητάς τους, παράλληλα με την οξεία και ευθύβολη κριτική του κοινωνικοπολιτικού κατεστημένου. Η συγκινησιακά φορτισμένη περιγραφή του διαχρονικού δράματος των προσφύγων φορτίζει την καρδιά και αφυπνίζει τη συνείδηση του αναγνώστη, αναδεικνύοντας για άλλη μια φορά τον οξύ και ουσιαστικό στην αλήθεια του κοινωνικό προβληματισμό της συγγραφέως:

 

«Μιλιά η Κάκια, άκουγε μόνο τη μάνα και τον γιο της να τα λένε, κι ύστερα πέρασαν τα χρόνια, άλλοι πεθάνανε, άλλοι καήκανε, χρειάστηκε πολύ να προσπαθήσει, πολύ να ταραχτεί, να οργιστεί, όσο να καταλάβει πως γίνεται για ένα κουλούρι κι ένα μπουκαλάκι νερό να το φέρει η ανάγκη, η πείνα, η εγκατάλειψη, η φτώχεια, η βία, ο τρόμος, ο διωγμός, αυτό το φτωχό, το απροστάτευτο προσφυγόπουλο, γερμένο, σκυμμένο, δεμένο, ανοιχτό στο παγκάκι, να προσπαθούν να διεισδύσουν μέσα του, κατά τη σιχαμερή λέξη του συρμού, κι ας μην υπάρχουν λέξεις σιχαμερές, σιχαμεροί είναι πάντα αυτοί που υπόσχονται βασίλεια, εκεί στην άκρη του ξεχαρβαλωμένου πάγκου, σπουδαγμένοι, στο πως να ξελογιάζουν τα τρομαγμένα, τα ορφανά, να τους μιλούν με τα αγγελικά τους πρόσωπα, τα χείλη τους τα μελίρρυτα για θαυμαστούς ζωγράφους, για βασιλιάδες, για τραγάκια, για αρχιερείς στα χρυσά, για καύλες θεϊκές και για αγίους και την αγία Παρθένο, πόσο πονούν, πόσο θα μείνουν για πάντα πληγωμένα τα ασυνόδευτα παιδιά, με ή χωρίς τη θέλησή τους (ποια θέλησή τους;), τα βιασμένα τα παιδιά;»[6]

 

Η Μάρω Δούκα με ειλικρίνεια συμμετέχει με τη συγγραφική της πένα ενεργά και δυναμικά στην κριτική του κοινωνικού και πολιτικού γίγνεσθαι, χωρίς, ωστόσο, η γραφή της να χάνει την κομψότητα και τη μαγεία της μυθοπλασίας. Ψάχνοντας πάντα για το ξεχωριστό, το παράξενο, το άλλο, ακριβώς όπως και οι ηρωίδες της, η Δούκα με τον χειμαρρώδη, μακροπερίοδο λόγο και την καταιγιστική, συνειρμική γραφή της περιγράφει τη ζωή με όλα τα συμπαρομαρτούντα της, μια ζωή στο κέντρο της οποίας στέκεται η γυναίκα με όλους τους φραμπαλάδες, τα δαντελωτά και τα άχρηστά της, τα όνειρα και τους εφιάλτες της, μια γυναίκα θύμα του κατεστημένου που βρίσκει, ωστόσο, τη δύναμη να ορθώσει το ανάστημά της απέναντι σε όλα όσα την απειλούν και την βασανίζουν, ατενίζοντας τον κόσμο «σαν από παράθυρο ανοιχτό, με τις κουρτίνες τραβηγμένες».[7]

 

 

Σημειώσεις

[1] Μάρω Δούκα, Να είχα, λέει, μια τρομπέτα, Πατάκης, Αθήνα 2022, σ. 9.

[2] Στο ίδιο, σ. 11.

[3] Στο ίδιο, σ. 16.

[4] Στο ίδιο, σ. 23.

[5] Στο ίδιο, σ. 33.

[6] Στο ίδιο, σ. 58-59.

[7] Στο ίδιο, σ. 13.

 

 

Μάρω Δούκα, Να είχα, λέει, μια τρομπέτα, Πατάκης

Βρες το εδώ

 

Προηγούμενο άρθρο«Διαβάζουμε παρέα!» Για την Παγκόσμια Ημέρα Γραμματισμού 2022
Επόμενο άρθροΟ πελεκάνος  (της Ελένης Σβορώνου)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ