“Το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα” (της Δήμητρας Ρουμπούλα)

0
273

 

της Δήμητρας Ρουμπούλα

«Το παρελθόν είναι μια ξένη χώρα: τα κάνουν όλα διαφορετικά εκεί». Η υπέροχη εναρκτήρια φράση του μυθιστορήματος «Ο μεσάζων», η οποία «δίνει τον τόνο αυτού του παράξενου, πανέμορφου βιβλίου», όπως αναφέρει ο Ίαν ΜακΓιούαν, είναι από εκείνα τα αποφθέγματα που καταγράφονται στη μνήμη. Πρόκειται για το πιο διάσημο βιβλίο του  Βρετανού κριτικού λογοτεχνίας και συγγραφέα Λέσλι Πόουλς Χάρτλεϊ (1895-1972), το οποίο έγινε παγκοσμίως γνωστό με την κινηματογραφική μεταφορά του στις αρχές της δεκαετίας του 1970 από τον Τζόζεφ Λόουζι, και τους Τζούλι Κρίστι και Άλαν Μπέιτς στους πρωταγωνιστικούς ρόλους. Η ταινία, σε διασκευή του Χάρολντ Πίντερ, στέφθηκε με τον Χρυσό Φοίνικα των Καννών.

Γραμμένο το 1953 στη σκιά του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και εν μέσω διεθνών εντάσεων, το μυθιστόρημα διαδραματίζεται σε μια αριστοκρατική εξοχική έπαυλη το ζεστό καλοκαίρι του 1900, στη χαραυγή του νέου αιώνα. Ωστόσο δεν είναι απλώς ένα νοσταλγικό βιβλίο για μια ασφαλή εποχή, όπως την βλέπει ο συγγραφέας, λίγο πριν από την κατάρρευσή της. «Για μένα το έτος 1900 υποσχόταν την αυγή μιας Χρυσής Εποχής», λέει ο Χάρτλεϊ. Αφορά, επίσης, τις δύσκολες σχέσεις ανάμεσα στο παρελθόν και το παρόν, τη μνήμη και την ενηλικίωση, τις ταξικές διαφορές και τη χαμένη αθωότητα ή έστω, σύμφωνα με τον συγγραφέα, «την προδοσία της αθωότητας – κι όχι μόνο την προδοσία της μα και τη διαφθορά της».

Την ιστορία διηγείται ο Λίο Κόλστον, ένας εξηνταπεντάχρονος άντρας ο οποίος, καθισμένος σε ένα μελαγχολικό δωμάτιο και ταξινομώντας τα χαρτιά του, ανασύρει ένα ταλαιπωρημένο κόκκινο κουτί που κάποτε χρησιμοποιούσε για τα σχολικά κολάρα του. Μέσα σε αυτό βρίσκει διάφορα κειμήλια που είχε φυλάξει πριν από πενήντα σχεδόν χρόνια, ανάμεσά τους κι ένα ημερολόγιο. Τα κοιτάζει ένα ένα. «Κάτι διαμείφθηκε ανάμεσα σ΄ εμένα και σ΄ αυτά: η κρυφή τέρψη της αναγνώρισης». Το «Ημερολόγιο του έτους 1900» με τα στοιχεία του ζωδιακού κύκλου να περιβάλλουν την έλευση της «χρυσής εποχής», γιατί αυτό πίστευε τότε για τον νέο αιώνα, τον συνταράσσουν. «Αν δεν υπήρχε αυτό το ημερολόγιο ή όσα αντιπροσώπευε, τα πάντα θα ήταν διαφορετικά». Το διαβάζει και σιγά σιγά συνενώνει τις αναμνήσεις του κοιτάζοντας πίσω σε ένα καλοκαίρι, καυτό από κάθε άποψη, που πέρασε με την οικογένεια ενός σχολικού φίλου του από ανώτερη κοινωνική τάξη, του  Μάρκους Μόντσλεϊ, στην επιβλητική έπαυλη Μπράνταμ Χολ στο Νόρφολκ.

Το 1900 είναι για τον Λίο το έτος των 13ων γενεθλίων του. Εκείνο το καλοκαίρι είναι ασυνήθιστα ζεστό και το αγόρι, μεγαλωμένο με στερήσεις από τη χήρα μητέρα του, φτάνει στον θαυμαστό κόσμο της αγγλικής αριστοκρατίας με ένα χειμωνιάτικο αυστηρό μπουφάν Norfolk που τον κάνει αστείο στα μάτια των άλλων. Εξάλλου θεωρεί τον εαυτό του κάτι σαν μάγο κι έχει παραγγείλει ένα δροσερό καλοκαίρι, μόνο που ο καιρός τον αγνοεί. Στη ζέστη όμως όλα αλλάζουν,  ακόμη και οι αισθήσεις, η καρδιά και το σώμα. Είναι το νεαρότερο άτομο στο Μπράνταμ Χολ και κυρίως ένας απλός θνητός ανάμεσα σε πλούσιους ανθρώπους. «Ανάμεσα σε όλους αυτούς τους σικάτους πλούσιους ένιωσα εντελώς ξένος και παρείσακτος». Είναι έξυπνος και ευαίσθητος, παρατηρεί τα πάντα κατορθώνοντας να μαθαίνει και να προστατεύεται από ενδεχόμενες κοροϊδίες. Βρίσκεται μόνιμα σε επαγρύπνηση. Το μυστικό της ταπεινής κοινωνικής του θέσης αποκαλύπτει μόνο στην εικοσάχρονη αδερφή του φίλου του, Μάριαν, και εκείνη για δικούς της λόγους φροντίζει για τη πρέπουσα αμφίεσή του.

Η αέρινη Μάριαν σημαίνει για τον Λίο την πρώτη συνάντησή του με την αληθινή ομορφιά. Πολύ αργότερα θα καταλάβει ότι αυτό το γοητευτικό κορίτσι εκπροσωπεί την ίδια τη ζωή με όλα τα πάθη και τις πολυπλοκότητές της. Ό,σα θα συμβούν στο Μπράνταμ Χολ κατά τη διάρκεια μόλις δεκαεννέα ημερών του Ιουλίου  θα καθορίσουν τη ζωή του ονειροπόλου αγοριού και θα του στοιχίσουν την ψυχική του υγεία. Η κοπέλα έχει μαγέψει τον Λίο και κερδίσει από την αρχή την εμπιστοσύνη του. Έτσι, καθώς ο υδράργυρος ανεβαίνει, το αγόρι καλείται να γίνει ένα είδος Ερμή ή «μεσάζοντα» μεταφέροντας κρυφά μηνύματα και γράμματα ανάμεσα στη Μάριαν και τον παράνομο εραστή της, Τεντ Μπέρτζες, έναν αγρότη από το άλλο άκρο της κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Η σχέση τους δεν μπορεί να έχει μέλλον, άλλωστε εκείνη προορίζεται για σύζυγος ενός πλούσιου λόρδου, του φρικτά άσχημου Χιου Τρίμινχαμ, ο οποίος στο παρελθόν ζούσε στο Μπράνταμ Χολ και εκεί πρόκειται να ζήσει μετά τον γάμο. Ο Χιου  έχει παραμορφωμένο το μισό πρόσωπο, τίμημα από τον πόλεμο των Μπόερς. Ο Λίο εκτιμά και σέβεται τον «ήρωα πολέμου», αν και δυσκολεύεται να εκφράσει το όνομα Χιου χωρίς να ακούγεται στη Μάριαν όπως οι  λέξεις «ποιος» ή «εσύ», κάτι που παραπέμπει στο θέμα της ταυτότητας – προσωπικής, κοινωνικής, ιστορικής.

Ο Λίο σταδιακά κατανοεί τη ρομαντική φύση της απαγορευμένη σχέσης του ζευγαριού. Ενοχλείται από την προδοσία της Μάριαν εις βάρος του Χιου, αλλά η αδυναμία του σε αυτήν τον κάνει να τρέχει κάθε λίγο και λιγάκι στη Μαύρη Φάρμα, το φτωχικό σπίτι του Τεντ, περνώντας αχυρώνες κι ένα ποτάμι, για να μεταφέρει μηνύματα, ως άλλος θεός της επικοινωνίας και ψυχοπομπός που ενώνει τις πάνω ψυχές με τις κάτω (στην προκειμένη περίπτωση τις κοινωνικές τάξεις). Μέχρι που γίνεται το μοιραίο λάθος και η μητέρα της Μάριαν, η κυρία Μόντσλεϊ, που κρατά τα ηνία στην έπαυλη, αναγκάζει τον Λίο, την ημέρα των γενεθλίων του, να την οδηγήσει στο παράσπιτο όπου οι δύο εραστές κάνουν έρωτα. Τελικά ο Τεντ αυτοκτονεί, η «Ωραία» παντρεύεται το «Τέρας» και ο Λίο παθαίνει απώλεια μνήμης.

Στον Επίλογο, μαθαίνουμε ότι αυτές οι εμπειρίες έχουν τραυματική επίδραση στον ενήλικα Λίο, ο οποίος έχει θάψει το παρελθόν και στεγνώσει συναισθηματικά. Όταν, εξηνταπεντάρης πια, επιστρέφει στο Μπράνταμ Χολ αλλά και στον κόσμο των συναισθημάτων, συναντά την ηλικιωμένη Μάριαν και καλείται να γίνει ξανά μεσάζων ανάμεσα σε εκείνη και τον εγγονό της ο οποίος δεν θέλει καμία επαφή μαζί της. Δέχεται πρόθυμα και πάλι. «Ο χαρακτήρας του ήταν το πεπρωμένο του και δεν είχε μεταβληθεί. Η μόνη του ζωή ήταν οι ζωές των άλλων: ξεκομμένος απ΄ αυτούς, μαράζωνε».

Ο Μεσάζων είναι μια ιστορία ενηλικίωσης. Ωστόσο ο Χάρτλεϊ παρουσιάζει την παιδική ηλικία όπως αυτή φαίνεται από την οπτική της καθυστερημένης ενηλικίωσης, καθώς ο αφηγητής είναι ο μεγαλύτερος Λίο, στην ίδια περίπου ηλικία με τον συγγραφέα όταν γράφτηκε το βιβλίο. Ο ήρωας ενορχηστρώνει τα γεγονότα μέσα από τις ομίχλες και την αυθαιρεσία της μνήμης, προσπαθώντας να συνθέσει αναδρομικά τις παιδικές αναμνήσεις. Τα γεγονότα βλέπονται μέσα από τα μάτια τόσο του παιδιού όσο και του ενήλικα.

Το μυθιστόρημα αφορά και την απώλεια της αθωότητας. Ο Λίο είναι ένα παιδί που το συγκινούν τα ζώδια και τα μαγικά ξόρκια, τα οποία συχνά τον παραπλανούν και του δημιουργούν σύγχυση. Ακόμα κι όταν βλέπει τους δύο εραστές στο παράσπιτο δεν είναι σίγουρος τι ακριβώς συμβαίνει. Μήπως φταίει η δηλητηριώδης μπελαντόνα που είχε γιγαντώσει στην είσοδο του παράσπιτου, ένα ύπουλο φυτό που τον τρομάζει και γι΄ αυτό το ξεριζώνει; Κάποια στιγμή ζητά από τον Τεντ να του εξηγήσει τα «κουταλιάσματα» ανάμεσα σε γυναίκες και άνδρες, εκείνος υπόσχεται ότι θα το κάνει, αλλά τελικά δεν τολμά να μιλήσει ανοιχτά σε ένα παιδί για το σεξ. Πέρα από την προδοσία που νιώθει από τους ενήλικες γύρω του, αυτό που σίγουρα μαθαίνει ο μικρός μεσάζων δεν είναι τόσο το «κουτάλιασμα», το οποίο εν πάση περιπτώσει «είναι μια χαρά, εφόσον το κάνει εκείνη», και τα περίπλοκα γεγονότα της ζωής, όσο «η τέχνη της εξαπάτησης». «… άρχιζα να καταλαβαίνω – με τον πιο αμείλικτό τρόπο – πως ότι είχε (η Μάριαν) κάνει για μένα το είχε κάνει από υστεροβουλία … Είχε προσποιηθεί ότι μου έχει αδυναμία, ούτως ώστε να με δελεάσει για να κάνω τον αγγελιοφόρο … ΄Ηταν όλα ένα στημένο παιχνίδι». Η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο την «καλή νεράιδα» του αλλά και τους υπολοίπους στο Μπράνταμ Χολ: «Όλο εκείνο το διάσημα ήμουν ένα άλλο αγοράκι, με τη βοήθεια και την προτροπή των ενηλίκων: δικό τους ήταν κυρίως το σφάλμα».

Οι ταξικές διαφορές είναι ξεκάθαρες στο ρεαλιστικό και αριστοτεχνικό αυτό μυθιστόρημα που βρίθει συμβόλων, ωστόσο κάπως ωραιοποιημένες. Ο συγγραφέας φαίνεται να επικρίνει τις κοινωνικές διακρίσεις σιωπηρά και με πολύ χιούμορ. Σε αυτό τον βοηθά η αδιαμόρφωτη «ματιά» ενός παιδιού ως κεντρικού ήρωα που σκλαβώνεται από την ευγένεια και την καλοσύνη των ανθρώπων της έπαυλης προς το πρόσωπό του. Στον αγώνα κρίκετ ανάμεσα σε δύο κόσμους, της έπαυλης και του χωριού, ο Λίο νιώθοντας μέλος της κοινωνίας του Μπράνταμ Χολ λέει: «Εμείς ήμασταν όλοι ντυμένοι με λευκά φανελένια ρούχα. Οι παίκτες της ομάδας του χωριού … με στεναχώρησαν με την αλλοπρόσαλλη αμφίεσή τους … Πώς ήταν δυνατόν να μας κερδίσουν έτσι…»

Ο Μεσάζων θυμίζει έντονα τον  Εραστή της λαίδης Τσάτερλι του Ντ. Χ. Λώρενς, μόνο που εκεί ο λόρδος μένει ανάπηρος από τη μέση και κάτω στον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, εδώ ο ήρωας έχει αφήσει το μισό του πρόσωπο στον πόλεμο των Μπόερς, η λαίδη προδίδει μετά τον γάμο, εδώ πριν, και ο εραστής της λαίδης Τσάτερλι  είναι δασοφύλακας ενώ της Μάριαν αγρότης. Από την άλλη, ο Χάρτλεϊ τοποθετεί στο προσκήνιο ένα παιδί για να αντιμετωπίσει τον περίπλοκο και συχνά επικίνδυνο κόσμο των ενηλίκων, για «να πετάξει πολύ κοντά στον ήλιο και να τσουρουφλιστεί», για να χρειαστεί τέλος μισό και πλέον αιώνα προκειμένου να δει κατάματα ό,τι είχε καταχωνιάσει μέσα του. Άλλωστε ο εικοστός αιώνας δεν τα πήγε καλύτερα από εκείνον, όπως υπονοεί ο ενήλικας κεντρικός ήρωας στον πρόλογο.

 

 

 

info:Λ.Π. Χάρτλεϊ, Ο μεσάζων, εκδ. «Καστανιώτης», μτφρ. Τόνια Κοβαλένκο, σελ. 420

Βρες το εδώ

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here