Τι κοινό μπορεί να έχουν Η Μαίρη Πινέζα και Το Μικρό Πάπιγκο; (της Μένης Κανατσούλη)

0
166
Spread the love

 

της Μένης Κανατσούλη (*)

Η ελληνική εκδοτική παραγωγή παιδικών βιβλίων με εικόνες έχει προχωρήσει πάρα πολύ. Σημαντικότατοι εικονογράφοι συνομιλούν με προσεγμένα κείμενα (έστω και αν είναι πολύ σύντομα) για να προσεγγίσουν ζητήματα της επικαιρότητας που κατά κάποιον τρόπο θεωρούμε ότι αφορούν ή πρέπει να αφορούν τα παιδιά. Ιδιαίτερα τα τελευταία χρόνια, θέματα σχετικά με το μεταναστευτικό, την προσφυγιά, τη διαφορετικότητα των ατόμων, την κακοποίηση, την καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος, την ασχήμια της πόλης  μεταγράφονται σε ιστορίες για παιδιά με το σκεπτικό να ευαισθητοποιηθούν ή/και με την ενημέρωση να προφυλαχθούν από υποθετικούς ή πραγματικούς κινδύνους.

Παρά όμως την ευαισθησία εικονογράφων και συγγραφέων και την αισθητική ευαισθησία τους, σκέφτομαι πως σαν να υπάρχουν, με εύσχημο τρόπο, κυρίαρχα θεματικά καλούπια από τα οποία δεν ξεφεύγουν ή δύσκολα ξεφεύγουν οι δημιουργοί. Τι εννοώ με αυτό: όταν το 2002 έγραφα τα Αμφίσημα της Παιδικής Λογοτεχνίας, με τον υπότιτλο Ανάμεσα στην ελληνικότητα και την πολυπολιτισμικότητα (Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες), βασίστηκα σε μια πρωτοποριακή παραγωγή παιδικών βιβλίων −πράγματι πολύ μπροστά για την εποχή− με ιστορίες που συμβαίνουν σε ελληνικό περιβάλλον και αναδεικνύουν το πάντρεμα της ελληνικότητας, με ό,τι σήμαινε αυτό, με την πολυπολιτισμικότητα, τη νοσταλγία ίσως για έναν παλαιότερο παραδοσιακό τρόπο ζωής με το άνοιγμα στην πέραν των ορίων διασύνδεση των λαών. Όταν π.χ. η Άλκη Ζέη έγραφε την Αλίκη στη Χώρα των Μαρμάρων υλοποιούσε, έστω δια της φαντασίας, το πολιτικό όραμα, αυτό της Μελίνας, ώστε τα κλεμμένα μάρμαρα να επανενωθούν με τον ναό του Παρθενώνα σε ένα ενιαίο πανανθρώπινο μνημείο, με την επιστροφή στον τόπο τους. Το βιβλίο δεν μιλούσε για εθνικισμούς και τοπικισμούς αλλά για αυτή τη γέφυρα που συνδέει τους λαούς μέσα από τον πολιτισμό και τις ουμανιστικές κατακτήσεις. Έκτοτε πάμπολλα βιβλία παράχθηκαν με σκοπό να αναδείξουν τη δυνατότητα αρμονικής συνύπαρξης των λαών με κύριο σκοπό να λειανθούν οι δυσκολίες συμβίωσης με τους άλλους: ξένους, μετανάστες, πρόσφυγες, κατατρεγμένους που ζήτησαν καταφύγιο στην Ευρώπη, τους άπαντες διαφορετικούς.

Όμως στο έμπα του 2026, τι είδους αφήγημα ή αφηγήματα απευθύνονται σε παιδιά που να τους φέρνουν σε επαφή με την τωρινή πραγματικότητα και τη δική τους παιδική ηλικία; Ή ακόμη περισσότερο, μπορούν να είναι −έστω και διαισθητικά− προδρομικά αυτού που συμβαίνει τώρα ή που έρχεται; Μπορούν οι νέοι συγγραφείς που δεν έχουν τα ιδεολογικά βαρίδια του παρελθόντος να αφουγκραστούν το μέλλον, που επί της ουσίας είναι το παρόν; Μπορούν τελικά να αναζητήσουν την έμπνευσή τους όχι μόνο στις πλευρές της ζωής που έρχονται κατευθείαν από την πραγματικότητα, αλλά να φανταστούν ή να εμπνευστούν αυτό που ενδεχομένως κυοφορείται; Μπορούν αυτό να το μεταλαμπαδεύσουν σε παιδιά;

Για να αποκρυσταλλώσω τις σκέψεις μου, θα χρησιμοποιήσω δύο βιβλία, δύο βιβλία που κατά την άποψη μου βρίσκονται πολύ μπροστά από την εποχή τους · και γιατί κινούνται έξω από τις κυρίαρχες, κειμενικά και εικονογραφικά, θεματικές και γιατί αντιμετωπίζουν τον μικρό αναγνώστη ως έναν υπερ-ηλικιακό (πέραν δηλ. της ηλικίας) αναγνώστη.

Το ένα μάλιστα βιβλίο έχει χρονιά έκδοσης το 2010 από τις εκδόσεις Καλειδοσκόπιο, με συγγραφείς τη Σούλα Μητακίδου και την Ευαγγελία Τρέσσου και εικονογράφο τον Απόστολο Βέττα. Και το όνομα αυτού Η Μαίρη Πινέζα. Παρά το γεγονός ότι τόσο το μεγάλο μέγεθος (45cmx32cm) όσο και η ηρωίδα-αντικείμενο δεν ήταν ιδιαίτερα συνηθισμένα στις ελληνικές εκδόσεις, εν τούτοις τα έχουμε ξαναδεί στη διεθνή εκδοτική παραγωγή, π.χ. ο Άντερσεν υπήρξε ο πρώτος διδάξας στη λογοτεχνία για παιδιά όπου οι ήρωες του είναι αντικείμενα και μάλιστα κάποτε ταπεινά ή άχρηστα. Όμως, ούτως ή άλλως, δεν έγκειται σε αυτά η πρωτοπορία του βιβλίου.

Τι μας λέει το κείμενο; Για μια μικρή πινέζα που αφέθηκε στις συγκυρίες, στην τύχη, στην ίδια τη ζωή όπως της ήρθε και, όχι, δεν σκέφθηκε ότι «πήρε τη ζωή της λάθος, αλλά πόσο πολύ ευχαριστήθηκε τη διαδρομή. Πρώτα τοποθετημένη στο αναρτημένο μπλοκ σημειώσεων, μετά στη σόλα του παπουτσιού που κάποιος την πάτησε μετά την πτώση της, έπειτα στο ίδιο παπούτσι που όμως πέρασε στα… πόδια άλλου, τέλος όταν πια πετάχτηκε στο κουτί με τις βίδες και βρέθηκε με παρέα το κατσαβίδι και τη βίδα. Σε όλες τις αλλαγές της ζωής της η Μαίρη πινέζα απολάμβανε αυτό που της συνέβαινε: «Περπάτησε σε χαλιά και σε χαλίκια. Χόρεψε σε πανηγύρια και γιορτές. […] Ταξίδεψε πολύ. Πήγε σε συνέδρια στην Κρήτη και στους Δελφούς».  Και παρακάτω, στα πόδια του νέου ιδιοκτήτη, «χώθηκε στο αφράτο χώμα και στο παχύ γρασίδι, μύρισε τα αρώματα των λουλουδιών, ξεκουράστηκε στη σκιά των δένδρων». Σε όλες τις περιστάσεις της ζωής της, στις ανατροπές και τις αλλαγές, η Μαίρη πινέζα «ήταν ενθουσιασμένη. ‘Εδώ θα μείνω για πάντα’, σκέφτηκε». Όμως και σε όλες τις αλλαγές που τις καλοδεχόταν έρχεται ως επιστέγασμα η φωνή του αφηγητή, με μεγάλα κόκκινα γράμματα, να λέει «’Έτσι νόμιζε…»

Αν και δεν θέλω να αδικήσω το βιβλίο μιλώντας για μηνύματα, όμως πόσο σπουδαίο −και ανακουφιστικό− είναι να παίρνεις τη ζωή με την ευχαρίστηση να τη ζεις, να την απολαμβάνεις, να νομίζεις πως σου αρέσει έτσι όπως είναι, ότι κατασταλάζεις, αλλά να … κάτι καινούργιο ξεπετάγεται, μια νέα πρόκληση, μια νέα ζωή, και να, ξεκινά πάλι κάτι άλλο. Πόσο μπροστά μπορεί να είναι ένα παιδικό βιβλίο που δείχνει στον αναγνώστη χωρίς ηλικιακούς διαχωρισμούς ότι η ζωή κυλάει με κάποιο νόημα, όταν είσαι διατεθειμένος να τη ζήσεις. Και πόσο φιλοσοφημένο είναι το ότι οι βεβαιότητες για αυτά που (νομίζουμε ότι) γνωρίζουμε δεν υπάρχουν.

Ο Απόστολος Βέττας στο βιβλίο αυτό μεγαλούργησε. Καθώς δεν είναι επαγγελματίας εικονογράφος παιδικών βιβλίων, δεν ψάχνει έτοιμες εικονογραφικές νόρμες να επαναλάβει ή να ακολουθήσει. Ως όμως καθηγητής σκηνογραφίας απλώνει το κάθε δισέλιδό του σαν ένα θεατρικό σκηνικό με τεράστιες εικόνες που μέσα σε αυτές κυκλοφορεί μια μικρή και άλλοτε τεράστια  πινέζα. Πότε καρφιτσωμένη στο χαρτόνι του τοίχου, πότε στο δάπεδο, πότε στη σόλα του παπουτσιού. Το παιχνίδι των αντιθέσεων μικρού-μεγάλου, στο πλαίσιο μιας ρεαλιστικής ιστορίας που γίνεται όμως μυθοπλασία, το γνωρίζει καλά ο εικονογράφος, ίσως ανατρέχοντας στο βιβλίο-ορόσημο, στην Αλίκη της χώρας των θαυμάτων. Κυρίως όμως αποφεύγει τους γλυκερούς χρωματισμούς, τα παιδιάστικα σχήματα, τα χρώματα του υπάρχουν κοφτά και χωρίς ενδιάμεσες αποχρώσεις, ενώ τα λογής-λογής παπούτσια έχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Και κυρίως, η μοντέρνα αισθητική της εικονογράφησης είναι φιλική προς τη σύγχρονη πόλη: τα άχαρα ψηλά κτίρια αποκτούν μια νυχτερινή γοητεία ή η μεγαλούπολη και το αχανές, περίπλοκο μετρό της δείχνουν την αξία της λειτουργικότητας.

Και ερχόμαστε στο 2025, χρονιά έκδοσης του βιβλίου που μου έδωσε την αφορμή για να ξαναγυρίσω στην Μαίρη πινέζα και να συλλογιστώ περί παιδικών βιβλίων −για μια ακόμη φορά. Πρόκειται για το Μικρό Πάπιγκο του Θοδωρή Γεωργακόπουλου και σε εικονογράφηση της Mariana Rio (εκδόσεις Καστανιώτης). Εδώ σε πρώτο πλάνο μπαίνουν το χωριό και η πόλη. Το ένα ωραιοποιημένο στο θυμικό μας, η άλλη κατασυκοφαντημένη. Το ένα να το νοσταλγούμε, αλλά να μην το κατοικούμε. Η άλλη προβληματική και απεχθής μεν, αλλά η πλειοψηφία των ανθρώπων σε αυτήν συρρέει, για τους οποιουσδήποτε λόγους. Το βιβλίο δεν δικαιώνει καμιά άποψη, άλλωστε στη μυθοπλασία που αναπτύσσεται το μικρό Πάπιγκο δεν θέλει να είναι μικρό, θέλει να είναι μεγάλο, θέλει να είναι μια μεγάλη πόλη, θέλει να γίνει Νέα Υόρκη. Και ανάποδα, η Νέα Υόρκη θέλει −και γίνεται− ένα μικρό Πάπιγκο. Βέβαια το βιβλίο είναι μια αλληγορία και ως τέτοια αφήνει περιθώριο για πολλές «μεταφράσεις».

Το Πάπιγκο που γίνεται Νέα Υόρκη και η Νέα Υόρκη που γίνεται Πάπιγκο μπορεί να είναι οποιαδήποτε ανθρώπινη οντότητα που επιλέγει να είναι άλλο από αυτό που ξεκίνησε να είναι. Όμως δεν θα ήθελα να αποδεχτώ ότι από πίσω υπάρχει μια τόσο κλισέ για την εποχή μας ιδέα. Πιστεύω ότι η ιστορία θα πρέπει να διαβαστεί περισσότερο ως μια σκέψη ή  σκεπτικισμός απέναντι σε όλα αυτά που εμπεδώνουμε κάθε μέρα στην καθημερινή μας ζωή: για τα αβάσταχτα προβλήματα της σύγχρονης πόλης άρα και της ζωής μας, και από την άλλη η ουτοπία του όμορφου χωριού. Και επανερχόμαστε σε αυτό που μας έδειξε η Μαίρη πινέζα. Όλα είναι όπως τα νομίζουμε σε αυτή τη φάση της ζωής μας και σε κάποια άλλη μπορεί να ισχύουν αλλιώς. Αρκεί να προχωρούμε και να τα ζούμε. Να ζούμε την ομορφιά του μικρού χωριού με τα προβλήματά του και να ζούμε την ομορφιά της μεγαλούπολης με τα δικά της προβλήματα. Να προσλαμβάνουμε τη ζωή όχι πίσω από έτοιμες, προκάτ ιδέες και μηνύματα αλλά να αφήνουμε την ίδια τη ζωή να μας αποκαλύψει τα μυστικά της. Να κατευνάσουμε αυτόν τον ίδιο τον εσωτερικό μας λογοκριτή και να απολαύσουμε την πόλη και το χωριό και τα νοήματα που μας δίνουν.

Σε αυτή τη σχέση μεταξύ χωριού και πόλης, η εικονογράφηση της Rio λειτουργεί ενωτικά και συναινετικά. Τα χρώματα είναι γήινα, κόκκινο, καφέ, ένα ιδιάζον χρώμα μπεζ ή, αλλιώς, χρώμα της άμμου και κυριαρχούν τόσο στην αναπαράσταση της πόλης όσο και του χωριού. Βέβαια, αλλάζουν τα σχήματα, και στην μεγαλούπολη Νέα Υόρκη κυριαρχούν οι σε ύψος γραμμές των ψηλών κτιρίων, ενώ στο χωριό τα σπίτια είναι χαμηλά, τετράγωνα ή ορθογώνια σκεπασμένα με τις τριγωνικές στέγες τους. Άνθρωποι υπάρχουν παντού, τόσο στην πολύβουη πόλη όσο και στο απομακρυσμένο χωριό. Μόνο όταν ο άνεμος έρχεται και σαρώνει το Πάπιγκο, άνθρωποι δεν απεικονίζονται και τότε είναι που το μικρό χωριό αποφασίζει οριστικά να γίνει μια Νέα Υόρκη. Παρόλα αυτά αξίζει να σταθούμε στο αμάλγαμα των δύο τόπων που δημιουργεί στο προτελευταίο δισέλιδο η εικονογραφική παλέτα της Rio, του Πάπιγκου που έγινε Νέα Υόρκη και της Νέας Υόρκης που έγινε Πάπιγκο: η ακρίβεια στην απόδοση των ουρανοξυστών της πόλης και συνάμα η κομψότητα των παλαιών νεοκλασικών οικοδομών της δημιουργούν ένα αρμονικό «αγαπησιάρικο» σύνολο, καθώς αυτοί είναι εντέλει οι σύγχρονοι τόποι της πλειοψηφίας των ανθρώπων. Οι πόλεις με τα διαφορετικής εποχής οικοδομήματα και αρχιτεκτονικά στιλ, άσχημα και όμορφα, όπως βιώνονται από τους σημερινούς ανθρώπους.

(*) H Μένη Κανατσούλη είναι καθηγήτρια στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης

 

 

       INFO

Σούλα Μητακίδου & Ευαγγελία Τρέσσου,    Η Μαίρη Πινέζα,    Εικ.. Απόστολος Βέττας,    Εκδ. Καλειδοσκόπιο, 2010.

 

 

 

Θοδωρής Γεωργακόπουλος, Το Μικρό Πάπιγκο   Εικ. Mariana Rio,   Μικρο Πάπιγκο,   Εκδ. Καστανιώτης, 2025.

 

 

 

Μένη Κανατσούλη, Αμφίσημα της Παιδικής Λογοτεχνίας, Ανάμεσα στην ελληνικότητα και την   πολυπολιτισμικότητα,  Εκδόσεις Σύγχρονοι Ορίζοντες, 2002. 

 

Προηγούμενο άρθροΜαρία Φαραντούρη: Το ήθος της φωνής (του Ευριπίδη Γαραντούδη)
Επόμενο άρθροΌνειρα τραίνων – το βιβλίο του Denis Johnson (του Χρήστου Τσιάμη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ