Τι γλώσσα μιλάει η ελληνική πεζογραφία; (Λίνα Πανταλέων)

2
3624

 

Λίνα Πανταλέων (*)

Τι γλώσσα μιλάει η ελληνική πεζογραφία; Οπωσδήποτε πολλές και διάφορες. Σίγουρα είναι πολύγλωσση, αν και κάποιες φορές ακούγεται αναλφάβητη, ζήτημα να ξέρει πενήντα λέξεις.

Ας αρχίσουμε με τα αυτονόητα, δεν υπάρχει λογοτεχνία που να μην είναι λόγια. Η γλώσσα της λογοτεχνίας, είναι γλώσσα πεποιημένη, κατεργασμένη. Η λογοτεχνία είναι γλωσσική κατασκευή. Από την επεξεργασία της γραφής απορρέει το ύφος, το μείζον ζητούμενο, που προσδίδει στο έργο και τον συγγραφέα την ιδιοπροσωπία τους. Έπεται η πλοκή. Αρκετοί, βέβαια, συγγραφείς προσηλώνονται τόσο στην πλοκή που ξεχνούν τη γραφή. Αλλά, κατά τη γνώμη μου, δεν υπάρχει καλό μυθιστόρημα ή διήγημα που να εξαντλεί τη δυναμική του στην υπόθεση. Ούτε από την άλλη είναι καλό λογοτεχνικά ένα έργο, που ακκίζεται γλωσσικά, αυτοθαυμαζόμενο, δίχως ειρμό και συνοχή. Εν ολίγοις, ένα καλό βιβλίο δεν μπορεί να είναι κακογραμμένο.

Όσον αφορά τους νεότερους πεζογράφους πιστεύω πως το κακό άρχισε με το Γκιακ (2014) του Δημοσθένη Παπαμάρκου. Η απρόσμενη επιτυχία αυτής της συλλογής διηγημάτων, που ξεχωρίζει για τον ασπαίροντα ιδιωματικό της λόγο, επανέφερε το θέμα της ντοπιολαλιάς. Από τότε λοιπόν αρκετοί συγγραφείς (Κώστας Μπαρμπάτσης, Λυκοχαβιά, Βασιλική Πέτσα, Μόνο το αρνί, Μαρία Ιωάννου, Οι ενδιάμεσοι, Νάσια Διονυσίου, Τι είναι ένας κάμπος, Κωνσταντία Σωτηρίου, Πικρία χώρα) επέλεξαν να αρθρώσουν τις αφηγήσεις τους, εν μέρει ή εξ ολοκλήρου, σε ιδιωματικό λόγο. Ωστόσο, αυτή η επιλογή μπορεί να αποβεί καταστροφική για το κείμενο, στην περίπτωση που οι συγγραφείς δεν συνειδητοποιούν πως ο ιδιωματισμός λειτουργεί λογοτεχνικά μόνο κατόπιν επεξεργασίας. Διαφορετικά φαντάζει σαν ξένο σώμα και δεν μπορεί να αποδώσει συναισθήματα και χαρακτήρες.

Ιδιαίτερες δυσκολίες παρουσιάζει η κυπριακή διάλεκτος, η οποία, χωρίς φυσικά να θέλω να θίξω τις Κύπριες συγγραφείς που την υπηρετούν, δεν δείχνει ότι μπορεί να αφομοιωθεί λογοτεχνικά, δεν προσφέρεται ηχητικά ή ενδεχομένως να αντιστέκεται στη λογοτεχνική της επιμέλεια. Για παράδειγμα, η πολύ καλή νουβέλα της Νάσιας Διονυσίου Τι είναι ένας κάμπος (2021), θα ωφελούνταν σημαντικά, αν απουσίαζαν τα κομμάτια στην κυπριακή διάλεκτο. Το ίδιο ισχύει και για τη διηγηματογραφική συλλογή της Μαρίας Ιωάννου Οι ενδιάμεσοι (2022), όπου ανάμεσα στα διηγήματα παρεμβάλλονται ποιήματα γραμμένα στα κυπριακά.

Γενικότερα, καλό θα ήταν ένα λογοτεχνικό έργο να διαβάζεται χωρίς γλωσσάρι. Στη λογοτεχνία η ιδιόλεκτος, όπως άλλωστε και ο προφορικός λόγος, είναι επίπλαστα, τεχνητά. Μας το έχει διδάξει για τα καλά ο Σωτήρης Δημητρίου. Κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι δεν καταλαβαίνει τη γλώσσα του ή ότι την έχει ακούσει κάπου αλλού πέρα από τα βιβλία του.

Ένα άλλο ζήτημα είναι η απλή, αβίαστη γλώσσα, που πολλοί πεζογράφοι την εκλαμβάνουν σαν απεριποίητη, αφρόντιστη γλώσσα, σαν μέσο για να προωθείται η πλοκή. Ο απλός λόγος απαιτεί δεινό τεχνίτη της γραφής. Μέγιστος εδώ ο Θανάσης Βαλτινός, ο οποίος με μοναδική μαεστρία υπερασπίζει μια καλοδουλεμένη, λεπτουργημένη στη λεπτομέρειά της απλότητα. Τα υποτιθέμενα ντοκιμαντέρ του, συνιστούν αψεγάδιαστες, επίμοχθες γλωσσικές συνθέσεις. Μαζί με την απλή γλώσσα, θα ήθελα να αναφερθώ και στις σύντομες, κοφτές προτάσεις, που αρκετοί συγγραφείς νομίζουν πως εγγυώνται ύφος και ένταση, ενώ συνηθέστερα μαρτυρούν συγγραφική δυσλεξία. Πολλές φορές ό,τι στη σελίδα φαίνεται απλό, είναι πράγματι απλό, δηλαδή αδούλευτο.

Στο άλλο άκρο συναντάμε την υπερπροσπάθεια, την εξεζητημένη καλλιέπεια, τον παράφορο λυρισμό. Βέβαια, δεν είναι πολλοί οι συγγραφείς που την προτιμούν, ίσως λόγω ακριβώς της προσπάθειας. Ο παραληρηματικός λόγος, η ροή της συνείδησης, η ενορμητική γραφή, προσφέρονται για γλωσσικές εκτροπές, που συντείνουν στην πλήρη ακαταληψία. Διότι ακόμα και η ασυναρτησία της γλώσσας, οφείλει να είναι λογοτεχνικά και λογικά τιθασευμένη. Μια αρμαθιά ετερόκλητων λέξεων και εικόνων, διακεκομμένων φράσεων και νοημάτων, περισσότερο επιφέρει τη σύγχυση του αναγνώστη παρά αναδεικνύει την ψυχική οδύνη του αφηγητή. Εκείνος που έχει καταφέρει να μεταστοιχειώσει τη λογοτεχνική εκζήτηση σε άφθαστη τέχνη, είναι αναμφίβολα ο Αχιλλέας Κυριακίδης με τα εκπληκτικά ελληνικά του.

Ένα σπάνιο λογοτεχνικό παράδειγμα είναι ο Σάκης Σερέφας, ο οποίος γράφει σε μια γλώσσα αποκλειστικά δικής του επινόησης. Η ιδιότυπη, ανήκουστη γλώσσα του είναι συνυφασμένη με το λοξό του βλέμμα, που αποσπά από το τετριμμένο καινοφανείς όψεις. Στα έργα του Σερέφα γλώσσα, μύθος και οπτική συναιρούνται σε ένα αξεχώριστο σύνολο, που απολήγει σε ανεπανάληπτο ύφος. Συγγραφείς που συγκεράζουν αριστοτεχνικά στα έργα τους μια εντυπωσιακή γραφή με μια ερεθιστική πλοκή είναι οπωσδήποτε η Ιωάννα Καρυστιάνη, η Ζυράννα Ζατέλη και η Ρέα Γαλανάκη. Και στις τρεις, τόσο διαφορετικές μεταξύ τους, η γραφή καθίσταται πρωτεύουσα, καθοριστική και κυρίαρχη. Μια ακόμη αξιοθαύμαστη συγγραφέας, παράτολμη αφηγηματικά, είναι η Έρση Σωτηροπούλου, η οποία φροντίζει να υποτάσσει τη γραφή της στο παράδοξο, προκλητικό της βλέμμα. Εμβληματικό επίσης αναδεικνύεται το ύφος της Μαρίας Μήτσορα, η οποία, αφοσιωμένη στο σκοτάδι και την παραίσθηση, οδηγεί τη γραφή της σε εκπληκτικά αποκυήματα, εκλεκτής ομορφιάς. Σε εξαίρετο στυλίστα της γραφής έχει εδώ και καιρό καθιερωθεί ο Χρήστος Χρυσόπουλος, ο οποίος μεταπλάθει τη γλώσσα σε έναν ακραία κλειστοφοβικό τόπο. Στις παραπάνω αναφορές οφείλω να συμπεριλάβω τις νουβέλες του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη Η συνάντηση (2001), Βαθύ πηγάδι (2003), Παραβολή (2006) καθώς και το μυθιστόρημά του Ο βαθμός δυσκολίας (2004), που επιτυγχάνουν μοναδικές συζεύξεις λόγου, μύθου και φιλοσοφικών αιτιάσεων.

Για να επανέλθω στους νεότερους πεζογράφους, παρατηρώ πως εμφανίζονται ενδιαφέρουσες φωνές, ώριμες συγγραφικά, καταφανώς καλλιεργημένες, που συνδυάζουν βαθύ στοχασμό, πυκνό συναίσθημα και τολμηρή υφολογικά γραφή. Αναφέρομαι, παραλείποντας ασφαλώς αρκετούς, στον Γιάννη Νικολούδη και στο μυθιστόρημά του Από χώμα και κόκαλα (2021), στη διηγηματογραφική συλλογή του Γιάννη Ρώσση Αλεπού (2021), στα βιβλία του Θανάση Σταμούλη, του Θωμά Τσαλαπάτη, του Θοδωρή Ρακόπουλου, καθώς και σε δύο πρόσφατα μυθιστορήματα πρωτοεμφανιζόμενων πεζογράφων, στην Πολεμική μηχανή (2022) του Χάρη Καλαϊτζίδη και στο βιβλίο του Άρη Αλεξανδρή Πώς ο Ιγνάτιος Καραθοδωρής έχασε τα πάντα (2022). Πεζογράφος με έντονο ενδιαφέρον και πρωτότυπο βλέμμα, επίσης πολύ διαβασμένος, είναι ο Παναγιώτης Κεχαγιάς που εμφανίστηκε στην πεζογραφία με τη συλλογή διηγημάτων Τελευταία προειδοποίηση (2016), εντυπωσιακή για την απόκοσμη σκηνογραφία της. Εξαιρετική περίπτωση νεότερου πεζογράφου θεωρώ τον Χρήστο Αρμάντο Γκέζο (Η λάσπη, 2014, Χάθηκε βελόνι, 2021), ο οποίος, όπως όλα δείχνουν, θα διαγράψει λαμπρή πορεία στον χώρο της λογοτεχνίας. Σημειωτέον ότι ο Γκέζος φαίνεται πως έχει κατανοήσει πλήρως τη χρήση και τη χρησιμότητα της ιδιολέκτου στη μυθοπλασία. Οφείλω να επισημάνω την αξιοπαρατήρητη παρουσία του Χρίστου Κυθρεώτη, ο οποίος με το μυθιστόρημά του Εκεί που ζούμε (2019) κατέδειξε την ωρίμανση του λογοτεχνικού του ταλέντου. Ένα ακόμα μυθιστόρημα που ξεχωρίζω είναι η Καινούργια μέρα (2018) του Νίκου Χρυσού, μια συγκλονιστική για το μέγεθος, τη σύνθεση και τη δουλειά της, μυθοπλαστική τοιχογραφία. Τέλος, κρίνω ιδιαιτέρως σημαντική τη συμβολή του Χρήστου Οικονόμου στον λόγο της λογοτεχνίας.

Κλείνοντας θα ήθελα να σημειώσω πως τη στιγμή που ορισμένοι καταξιωμένοι πεζογράφοι εμφανίζουν σημάδια κόπωσης, επαναλαμβάνοντας άνευρα μυθοπλαστικά κεκτημένα προγενέστερων έργων τους, αρκετοί νέοι συγγραφείς έρχονται να ανανεώσουν, να διευρύνουν και να πλουτίσουν τη λογοτεχνική γραφή.

 

(*) Η Λίνα Πανταλέων είναι κριτικός λογοτεχνίας (Καθημερινή, Νέα Εστία)

Προηγούμενο άρθροΟι αφίσες του Γιώργου Βακιρτζή για τον κιν/φο Αττικόν
Επόμενο άρθροΝέο ιστορικό περιοδικό: 20ος αιώνας, Ιστορική, κοινωνική και πολιτική επιθεώρηση

2 ΣΧΟΛΙΑ

  1. Γεια σας,
    Όλα αυτά τα πικροχολα σχόλια να φανταστώ είναι για να κινεισεται το ενδιαφέρον και να ασχοληθούν μαζί σας…..

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ