The bottom line   (διήγημα της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου)

0
154

της Σταυρούλας Γ. Τσούπρου

Ξύπνησε, για πολλοστή φορά μέσα στις τελευταίες δεκαετίες τής υπεραιωνόβιας ζωής της, με την ματαιωμένη επιθυμία να μην είχε ξυπνήσει καθόλου. Τα τέρατα ήταν εκεί, πάντα εκεί, και η μάχη άρχιζε από το πρώτο λεπτό τής εγρήγορσης.

Αρχικά, χρειαζόταν να συρθεί μέχρι την γωνία ανάμεσα στην ντουλάπα και στον τοίχο – τα αδύναμα πόδια της δεν την βαστούσαν, ούτως ή άλλως, πόσω μάλλον τόσο νωρίς το πρωί, αμέσως μετά το μούδιασμα της κατάκλισης – και να σκαρφαλώσει με κόπο στα ξυλοπόδαρα που είχε ακουμπισμένα εκεί προσεκτικά από το προηγούμενο βράδυ.

Σειρά είχε αυτήν την φορά ο μαύρος τοίχος, για τον πρώτο άθλο τής ημέρας· άλλοτε τον άφηνε δεύτερο, για ποικιλία. Τα δοχεία με τα χρώματα ήταν τοποθετημένα ήδη στο φαρδύ, ψηλό σκαμπό. Ποιο να διάλεγε; Σίγουρα ένα έντονο· πορτοκαλί ή μπλε ηλεκτρίκ; Εχθές που είχε επιλέξει μετά από πολύν καιρό το άσπρο είχε δεινοπαθήσει. Το μαύρο για να γίνει άσπρο θέλει αμέτρητες στρώσεις· τα χέρια της είχαν πονέσει αφόρητα, ενώ και το αποτέλεσμα ήταν αξιοθρήνητο: ένα μισοκακόμοιρο γκρι. Πορτοκαλί, πορτοκαλί θα τον έβαφε. Δεμένη στα ξυλοπόδαρα με μια ζώνη που ασφάλιζε στην μέση, έβαψε όλο το επάνω μισό, που έλαμπε ύστερα από λίγο, με μόνο δύο ώρες δουλειάς. Καλώς, έως εδώ.

Πίεσε στο ξεραμένο στόμα της λίγο ζελέ ενέργειας από το σωληνάριο που φύλαγε στην τσέπη τής μπλούζας εργασίας (την οποία είχε φορέσει στα γρήγορα πάνω από την πιτζάμα της) και προχώρησε στο δωμάτιο με τα πρόσωπα. Πρόσωπα, δηλαδή, δεν ήταν. Σε πρόσωπα θα τα μετέτρεπε εκείνη, προσθέτοντας με φρέσκια πλαστελίνη τα μάτια, την μύτη και, κυρίως, κυρίως, το χαμόγελο, στα γύψινα κεφάλια που βρίσκονταν παραταγμένα στο ράφι. Με τα μάτια και την μύτη τα κατάφερνε, συνήθως, εύκολα, αλλά τα χαμόγελα παρουσίαζαν απίστευτες δυσκολίες. Άλλοτε στράβωναν σε σιχαμένους μορφασμούς, άλλοτε γίνονταν κατωφερή και από τις δύο άκρες, μετατρεπόμενα σε κλαψιάρικες φάτσες κι άλλοτε ξεκολλούσαν ολωσδιόλου, την στιγμή, μάλιστα, που είχε ήδη ξεκινήσει το επόμενο κεφάλι. Κάποια φορά, λες και υπήρχε τρόπος η πλαστελίνη των χαμόγελων να έχει οργανώσει εξαρχής την συνωμοσία, είχαν πέσει καταγής όλα μαζί, σαν συνεννοημένα, την ώρα που η Σίσυφος εγκατέλειπε κατακουρασμένη το δωμάτιο. Δεν είχε γυρίσει να τα διορθώσει.

Σήμερα, τέλος πάντων, στέκονταν όλα, κουτσά στραβά, στις θέσεις τους, όταν έκλεισε τον διακόπτη και μετά βίας μετακινήθηκε με τα ξυλοπόδαρα στην κουζίνα. Μεσημέρι. Μοναξιά. Κατέβηκε τρέμοντας από τα ξένα πόδια και ξαπλώθηκε στο ντιβάνι δίπλα στον αραχνιασμένο φούρνο. Πίεσε τον υπόλοιπο ζελέ από το πρωινό σωληνάριο και έστρεψε το κεφάλι της δεξιά για τον καθιερωμένο εφιαλτικό λήθαργο. Το απόγευμα που πλησίαζε δεν προμήνυε τίποτε πιο ευχάριστο από το πρωινό ξύπνημα.

Οι καμπάνες τού εσπερινού, παρόλο που δεν την αιφνιδίασαν, της προκάλεσαν, πάντως, μια από τις συνηθισμένες κρίσεις ταχυπαλμίας. Περίμενε να ηρεμήσει, ήπιε λίγη ζεστή πορτοκαλάδα (το ψυγείο δεν δούλευε εδώ και χρόνια) και ανέβηκε για να συνεχίσει με τους υπολειπόμενους δύο άθλους: την απολύμανση του σπιτιού και την προσωπική υγιεινή.

Για τον πρώτο, τα απολυμαντικά σπρέι και τα αντίστοιχα μαντηλάκια είχαν αποδειχθεί σωτήρια. Ψέκαζε τα πάντα και ύστερα απλώς τα σκούπιζε, με επιμέλεια. Το δύσκολο κομμάτι ήταν εκείνο τού εδάφους, για το οποίο έπρεπε να αφήσει τα ξυλοπόδαρα και να γονατίσει στο πάτωμα: επίπονη δουλειά για κάποιαν της οποίας η σπονδυλική στήλη είχε πάθει παλαιόθεν πολλές και ανεπανόρθωτες ζημιές. Σε κάθε κίνηση έτριζε και βρόνταγε σαν σαραβαλιασμένος σομιές, έτοιμος να διαλυθεί εις τα εξ ων συνετέθη. Όταν πια είχε πονέσει και, βέβαια, είχε ιδρώσει και βρωμιστεί αρκετά, ερχόταν για να την αποτελειώσει, ψυχικά και σωματικά, η ώρα του μπάνιου.

Τότε ήταν που αντίκριζε τον εαυτό της στον μισητό καθρέφτη (τι την σταμάταγε κάθε φορά και δεν τον κάλυπτε δια παντός με ένα μαύρο πανί; η γελοία ελπίδα, μήπως, ότι το είδωλό της θα μεταμορφωνόταν σε κάτι ευχάριστο ως δια μαγείας; είναι αλήθεια ότι η ελπίδα τούς θάβει όλους, τελικά). Έβλεπε εκεί το ζαρωμένο πρόσωπό της, τα θαμπά μάτια της, τα σουρωμένα χείλια της, το πλαδαρό κορμί της, την άγονη κοιλιά της, τα ξύλινα, ίδια ξυλοπόδαρα, πόδια της. Και αυτόν τον άμορφο συρφετό από παλιατζούρες έπρεπε να τον πλύνει, να τον περιποιηθεί. Ναι, έπρεπε. Ήταν η τελευταία υποχρέωση της ημέρας. Ύστερα, η Σίσυφος θα ξάπλωνε στο κρεβάτι της, με τις καθαρές της πιτζάμες, για να ξεχάσει την ύπαρξή της (με την τόση κούραση που είχε επιβάλει στον εαυτό της, ήταν σίγουρη πως ο ύπνος δεν θ’ αργούσε να την επισκεφθεί), έστω και μέσα στην σκοτεινιά τού φουρτουνιασμένου της υποσυνείδητου. Δεν είχε τίποτε άλλο καλύτερο να προσμένει. Η επόμενη ήταν μια άλλη, ίδια μέρα.

  

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here