Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος (της Τόνιας Κοσμαδάκη)

0
100

 

 

της Τόνιας Κοσμαδάκη

 

Ο Σταυρόπουλος σε αυτό το βιβλίο έχει ενώσει τόπους, ποτάμια, χώρες και ανθρώπους με την ευκολία ενός κοσμοπλάστη. Η γυναίκα που ήταν ο κόσμος, δεν είναι ο κόσμος εδώ. Εδώ η γη δεν είναι σφαιρική, είναι επίπεδη. Μία σελίδα, μία γιγάντια σελίδα, που πιθανότατα δεν έχει αρχή και τέλος, έχει όμως ύψος και βάθος. Είναι η λογοτεχνία. Έτσι την βλέπουμε να σκίζεται, να διαιρείται δηλαδή, πάντα σε δύο μέρη. Ακούμε την επίγνωση της ατομικότητας, εκείνες τις στιγμές, σαν εκκωφαντικό ψίθυρο, πολύ σπανιότερα σαν ουρλιαχτό δευτερολέπτων, να βγαίνει από το βιβλίο. Κι ενώ ο ποιητής μας λέει πως κανείς δεν θυμάται ονόματα που δεν υπήρξαν, παρά μόνο ονόματα που προσπάθησαν να ουρλιάξουν, καθώς έχουμε ένα ΠΙΟ ΝΥΧΤΑ ΔΕΝ ΓΙΝΕΤΑΙ, ένα Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΕΣΠΑΣΕ, ένα ΠΡΑΞΗ ΕΞΑΦΑΝΙΣΗΣ, τα τρία που αγαπώ περισσότερο, αλλά και το συνολικό έργο του Σταυρόπουλου, να είναι καταθέσεις από σπίθα, ξεκάθαρα, λαμπερά ουρλιαχτά. Ώστε να φτάσομε σε αυτήν την συνάντηση, το ΘΑ ΣΕ ΔΩ ΞΑΝΑ ΣΤΟ ΑΔΟΞΟ ΤΕΛΟΣ, όπου ο τίτλος με τα ηχηρά Ξ και Δ του, έρχεται σαν προάγγελμα του τι θα συναντήσουμε. Μία κατάθεση βαρύτονη, ψιθυριστή και με γρέζι. Μια τελεσίδικα αποκτημένη σοφία. Και το εγώ παρακαλώ, να διαβάζεται εσύ.
Ένα χωράφι, που κάποιος το σκαλίζει το απόγευμα, ακούς μόνο τον ήχο από τα εργαλεία που ανοίγουν την γη. Αυτός είναι ο ήχος που κάνει το παράπονο, όταν τελικά βρει την δύναμη να βγει. Ένα adagio, με όλη του την αξιοπρέπεια. Το δίκαιο παράπονο. Για την εμφανή ματαιότητα, την παραφροσύνη και το επιβεβαιωμένο τέλος.

Η δύναμη εδώ είναι πολύ καλά κρυμμένη. Τελειώνεις το βιβλίο και δεν ξέρεις από πού έχει προέλθει η στύλωση που νιώθεις. Δεν είναι η αιθερική δύναμη του Έρωτα, ούτε η θεμελιώδης της αγάπης, ούτε η εκριζωτική της οργής. Εδώ βρίσκουμε την λεπτοφυή δύναμη που έχει ο βαθύς ανθρώπινος θρήνος. Η ευθύνη αδιαπραγμάτευτα αναλαμβάνεται από τον ποιητή. Διπλασιάζοντας έτσι το βάρος κάθε λέξης και έννοιας. Έχοντας απέναντί του την μικρή ηρωίδα μιας μεγάλης θύελλας, ήρεμα της λέει, μπορεί και να έπρεπε. Κι ας έγραφε το όνομά του η κάρτα του αιμοδότη στα δόντια της, αποτέλεσμα της ολικής έκλειψης, μίας έστω αλήθειας. Σε αυτό το βιβλίο ο Σταυρόπουλος έχει μάθει πια τα μυστικά της συγγνώμης, την ημερήσια άσκηση αθανασίας, την ευγνωμοσύνη των βημάτων του στο φως. Υπάρχει μία ανέλπιστη νίκη εδώ, η γνώση.
Η απελευθέρωση μίας ακόμα πατρίδας. Υπάρχει πολύ σοβαρός λόγος που τα πράγματα πρέπει να συμβαίνουν στην ώρα τους. Η γνώση κατακτιέται όταν κάποιος έχει βιώσει μία σειρά γεγονότων και πάλι όχι απαραίτητα. Βλέπετε είναι πολύ εκλεκτική συγκάτοικος. Πόσο μάλλον δεν είναι κληρονομική ή μεταδοτική ή δεν αναπτύσσεται με την πάροδο του χρόνου. Όμως προσοχή, η συγκεκριμένη γνώση, που συναντάμε σε αυτήν την συλλογή, ουδεμία σχέση έχει με την λογική. Η λογική, ειδικά, δεν έχει καμία θέση εδώ. Άλλωστε πως θα μπορούσε, ο ποιητής είναι σαφής: Τι άλλο από ψέμα μπορεί να είναι η λογοτεχνία; Τι άλλο από την περίληψη των πιο όμορφων ψεμάτων; Επί της ουσίας, η λογική υπονομεύεται στην αληθινή ποίηση. Δηλαδή σε αυτό εδώ το βιβλίο. Η νοητική δραστηριότητα σε εκτοξεύει αντανακλαστικά στην συγκίνηση. Στον μοναδικό ρεαλισμό, ο οποίος είναι επιτρεπτός εδώ. Στον ρεαλισμό του Ρομαντισμού. Στον πιο ικανό μας στρατιώτη. Έτσι έχουμε ένα βιβλίο βαθύτατα συγκινητικό. Όχι επιδερμικές ανατριχίλες και εντυπωσιασμοί δακρίων. Συγκλονιστικός απλός Ρομαντισμός, το βασικό υλικό όλων των επαναστάσεων, όλων όσων άξιζε που συνέβησαν.

Και οι νεκροί ζουν ξέρεις

Σε νικηφόρα παρένθεση

Μπορεί αυτοί να ζουν και καλύτερα.

Εγώ κάνω λάθος πάντα στις πράξεις και στα Φθινόπωρα

Εγώ κάνω λάθος στις στολές των φαντασμάτων

Και στις ονομασίες των μηνών

Και στις βροχές

ΕΓΩ δεν καταλαβαίνω

Από συσκευασίες ηρώων

Εγώ που θα ήθελα

Που όλο περίμενα

Και ξεχνάω

Από τότε που διαμοιράστηκες

Που σε κόψαν σε δυο κομμάτια

Ήταν Νοέμβρης του 1891

Μόλις είχε πεθάνει ο Ρεμπώ

Εκείνο το βράδυ του παράστεκα στο νοσοκομείο

Είχε ένα πόδι και τρία μάτια

Εσύ κανένα

Κανένα πόδι κανένα μάτι

Και ο Μπέρρυμαν είχε πηδήξει  από την γέφυρα

Στον ηλεκτρικό σταθμό του Μοσχάτου

Ή του Λονδίνου

 

Σταύρος Σταυρόπουλος, Θα σε δω ξανά στο άδοξο τέλος, Σμίλη

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΟ Μιχάλης Τριανταφυλλίδης και η αγαπημένη πόλη (της Αγγέλας Καστρινάκη)
Επόμενο άρθροΤο ύφος μιας απέραντης μέρας (του Νικόλα Τερμεντζή)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ