Δευτέρα, 16 Φεβρουαρίου, 2026
ΑΡΧΙΚΗ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΕΙΣ ΣΥΣΤΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΣΤΟΛΕΣ Τέσσερις νέες πεζογράφοι στα βαθιά νερά (επιμ. Γιάννης Ν.Μπασκόζος)

Τέσσερις νέες πεζογράφοι στα βαθιά νερά (επιμ. Γιάννης Ν.Μπασκόζος)

0
1539
Spread the love

 

επιμ. Γιάννης Ν.Μπασκόζος

Τέσσερις νέες πεζογράφοι κυκλοφόρησαν πρόσφατα τα βιβλία τους. Είναι η Μαριγώ Ζάννου,  η Πελαγία Μπότση, η Ζέλντα Σκοτ και η Αλεξάνδρα Χαΐνη. Τρείς συλλογές διηγημάτων και μία μικρή νουβέλα είναι η συγκομιδή μιας νεότερης γενιάς που αποφάσισε να μπει στο πεδίο της συγγραφής. Στις ερωτήσεις που ακολουθούν, κάποιες κοινές για όλες και κάποιες άλλες προσαρμοσμένες στο βιβλίο καθεμιάς, διακρίνεται ότι όλες είχαν το σαράκι της γραφής  από μικρά παιδιά, ότι προτίμησαν τις σύντομες ιστορίες ως πιο συνεκτικό είδος γραφής και ότι έχουν πίστη στο έργο τους αφού αισθάνονται άνετα μέσα σε μια αγορά που προσφέρει κάθε χρόνο χιλιάδες τίτλους.

**********

 

Μαριγώ Ζάννου(Τα χέρια, εκδ. Γραφή)

 

Πότε αισθάνθηκες ότι πρέπει να γράψεις;

Γράφω από παιδί, κρατούσα ημερολόγια, σημείωνα σκέψεις και αποσπάσματα από την καθημερινότητα, και αργότερα όλα αυτά έγιναν ιστορίες.

Τι σε οδήγησε στο γράψιμο; Αναγνώσεις, κάποια εσωτερική ανάγκη, επίδραση από κάποιο πρόσωπο ή τι άλλο;

Το γράψιμο ήταν πάντα βαθιά ανάγκη μου. Στην αρχή ήταν ένας τρόπος αποσυμπίεσης και αργότερα έγινε τρόπος έκφρασης για όλα όσα ζούσα ή παρατηρούσα γύρω μου.

Γιατί επέλεξες τη μικρή φόρμα ;

Γιατί στη μικρή φόρμα καλείσαι να διαλέξεις προσεκτικά τις λέξεις, να μπεις γρήγορα στο θέμα και να εστιάσεις στις λεπτομέρειες, σε πράγματα που περνούν πολλές φορές απαρατήρητα, κρύβουν όμως μέσα τους την ουσία. Νομίζω πως αυτός είναι και ο τρόπος που παρατηρώ τον κόσμο γύρω μου. Η μικρή φόρμα έχει στοιχεία της δικής μου ματιάς.

Γιατί σε ενέπνευσαν τα χέρια ως κύρια θεματική κατηγορία;

Τα χέρια έχουν μια δική τους, αυτόνομη γλώσσα και είναι κάτι που παρατηρώ σχεδόν πάντα στους ανθρώπους. Όχι τα χέρια σχηματικά αλλά τον τρόπο που κινούνται, που αγγίζουν και εκφράζονται. Πολλές φορές τα χέρια αφηγούνται μια δική τους σιωπηλή ιστορία.

Αισθάνεσαι άνετα μέσα σε μια τόσο μεγάλη αγορά βιβλίου ;

Αισθάνομαι καλά γιατί το βιβλίο αυτό έφυγε από τα χέρια μου μετά από πολλά χρόνια και τη σωστή στιγμή.

 Έχεις αποφασίσει ποιο θα είναι το δεύτερό σου βιβλίο;

Αυτή την περίοδο έχω ξεκινήσει να γράφω μια νουβέλα. Με ενδιαφέρει να πειραματιστώ στη μεγαλύτερη φόρμα, όμως το έργο βρίσκεται ακόμη σε αρχικό στάδιο και ξεδιπλώνεται σιγά σιγά.

 

**********

 

Πελαγία Μπότση (Ο φτωχός συγγενής, εκδ. ενύπνιο)

 

Πότε αισθάνθηκες ότι πρέπει να γράψεις;

Όπως γίνεται στους περισσότερους που γράφουν, η γραπτή έκφραση μου χτύπησε την πόρτα από νωρίς, κατά την περίοδο της μεταμόρφωσης από παιδί σε ενήλικα, και την άφησα να μπει. Για χρόνια προέκυψε ένας ποιητικός λόγος, μέχρι που ανακάλυψα τη συγγραφή μεγάλης φόρμας από το μεταπτυχιακό δημιουργικής γραφής. Η μεγάλη φόρμα με απελευθέρωσε.

Τι σε οδήγησε στο γράψιμο; Αναγνώσεις, κάποια εσωτερική ανάγκη, επίδραση από κάποιο πρόσωπο ή κάτι άλλο;

Το γράψιμο έρχεται ως ενόρμηση, σαν η απόφαση να ήταν ειλημμένη ερήμην μου, και ιδέες απλώς να περιμένουν να καταγραφούν. Από την άλλη, θέλοντας και μη, επηρεάζομαι από φωνές που κατοικούν μέσα μου, από τον Αισχύλο ως τον Κάρβερ. Αναφορικά με τον Φτωχό Συγγενή τώρα, ήταν συνειδητή η απόφαση να εξασκηθώ πιο εντατικά στη μεγάλη φόρμα, με τα εκφραστικά εργαλεία τα οποία είχα μαζέψει στη φαρέτρα μου.

Πώς διάλεξες το θέμα σου;

Ήθελα να θίξω το ζήτημα της απόρριψης μέσα στην οικογένεια· αυτός είναι ο κεντρικός άξονας της νουβέλας. Η Λήδα το αντιπροσωπεύει με καθαρό τρόπο, μέσα σε ένα πατριαρχικό και παραδοσιακό περιβάλλον. Τοποθέτησα την ιστορία τη δεκαετία του ’90, την εποχή που μεγάλωνα ως παιδί, το ’90 που για τη γενιά μου δεν τελείωσε ποτέ.

Δεδομένου ότι ένας κεντρικός χαρακτήρας είναι η Λήδα, τρανς άτομο, αισθάνθηκες οποιαδήποτε δυσκολία στο να είσαι ακριβής και έντιμη απέναντί της;

Η Λήδα αντιμετωπίστηκε με εκτενή έρευνα. Η προσέγγισή της βασίστηκε στη μελέτη αφενός, αλλά και σε προσωπικές συζητήσεις με trans γυναίκες, οι οποίες ανήκουν σε ένα ευρύ ηλικιακό φάσμα. Παράλληλα, χρειάστηκε και γλωσσολογική έρευνα για την απόδοση του χαρακτήρα, ιδίως στους διαλόγους. Μέσα από αυτήν την πολύτιμη εμπειρία, εκτός από τις λεπτές αποχρώσεις μίας απίστευτα δύσκολης ζωής σε κάθε επίπεδο, διαπίστωσα και τη μεγάλη διαφοροποίηση στον τρόπο που βιώνεται σήμερα το ζήτημα φύλου, σε σχέση με την εποχή κατά την οποία διαδραματίζεται η νουβέλα, δηλαδή τη δεκαετία του ’90. Υπάρχουν άνθρωποι που έχουν ασχοληθεί σε βάθος και έχουν αφιερωθεί σε ζητήματα ρευστότητας φύλου, και είναι χρήσιμο να τους αναζητήσουμε και να τους ακούσουμε προσεκτικά.

Λόγω του θέματός σου αισθάνεσαι άνετα μέσα σε μία τόσο μεγάλη αγορά βιβλίου;

Η τέχνη οφείλει να υπερασπίζεται δίχως αστερίσκους τα ανθρώπινα δικαιώματα. Η Λήδα βρίσκεται σε μια μετάβαση από το περιθώριο προς το φως. Οι αναγνώστες και οι κριτικοί θα της δώσουν τη θέση που της ανήκει στην αγορά του βιβλίου, επί ίσοις όροις με όλους τους άλλους ήρωες.

 

************

 

Zelda Scott(Η γυναίκα-αχλάδι, ο άντρας-βάτραχος και άλλες ιστορίες, εκδ.Τόπος)

 

Πότε αισθάνθηκες ότι πρέπει να γράψεις

Λοιπόν, στη Δ΄ δημοτικού είχα ένα μπλε τετράδιο, στην ετικέτα του οποίου είχα γράψει «τετράδιο εμπνέφσεως» (sic). Νομίζω κάπου εκεί ήταν που θέλησα για πρώτη φορά να γράψω κάτι.

Τι σε οδήγησε στο γράψιμο; Αναγνώσεις, κάποια εσωτερική ανάγκη, επίδραση από κάποιο πρόσωπο ή τι άλλο;

Γράφω καταρχάς γιατί μου αρέσει να λέω (ή μάλλον να γράφω) ιστορίες. Είναι μία διαδικασία που με ευχαριστεί, νοηματοδοτεί τη ζωή μου. Το γράψιμο είναι επίσης μια προσπάθεια επιστροφής στην εποχή που ερωτεύτηκα τα βιβλία και τις ταινίες. Νιώθεις νοσταλγία για τις ταινίες που έβλεπες, για τα βιβλία που διάβαζες – και ας ξέχασες τα περισσότερα από αυτά. Η εποχή αυτή έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί, αλλά γράφοντας επιστρέφεις σε εκείνη τη διανοητική κατάσταση (state of mind). Οπότε με κάποιο μαγικό τρόπο, επιστρέφεις σε εκείνη την εποχή.

Είναι ένα βιβλίο που ένας έφηβος θα το διάβαζε με ευχαρίστηση;

Ναι. Είναι ένα βιβλίο που θα μπορούσε να το διαβάσει κάποιος έφηβος με ευχαρίστηση, όπως και κάποιο άτομο μεγαλύτερης ηλικίας. Εξαρτάται από τις προσδοκίες και το γούστο του εκάστοτε αναγνώστη. Βεβαίως, κάθε ηλικιακή ομάδα έχει μεγαλώσει σε διαφορετική εποχή και διαβάζοντας διαφορετικά κείμενα, επομένως ο παράγοντας ηλικία παίζει ρόλο στην πρόσληψη του κειμένου. Παραδείγματος χάριν ένας σημερινός έφηβος πιθανότατα δεν γνωρίζει το βιντεοπαιχνίδι «Τιμωρός». Ωστόσο, ακόμη και αν κάποιος δεν «πιάσει» τη συγκεκριμένη αναφορά, αυτό δεν αποτελεί εμπόδιο ώστε να διαβάσει το κείμενο με ευχαρίστηση.

Χρησιμοποιείς πολλές διακειμενικές κι άλλες επιδράσεις. Ποιες θεωρείς ότι είναι οι κυριότερες από αυτές;

Στο βιβλίο υπάρχουν αναφορές και επιρροές γνωστών παραμυθιών, βιβλίων άλλων συγγραφέων, βιντεοπαιχνιδιών, ταινιών. Στην ιστορία «Η γυναίκα-αχλάδι και ο άντρας-βάτραχος κάνω αναφορά σε ένα αγαπημένο μου ανέκδοτο («το αυτί»). Μου αρέσει να χρησιμοποιώ αποσπάσματα από τη Βίβλο (στην ιστορία «Κάντιλακς και Δεινόσαυροι» ένας μπρατσαράς τύπος μιλάει με αποσπάσματα από τους Ψαλμούς του Δαυίδ), αναφορές στην ποπ κουλτούρα, ατάκες από άλλα βιβλία. Μου αρέσει να δανείζομαι πράγματα από άλλους μυθοπλαστικούς κόσμους: Ο μηχανικός δεινόσαυρος του Τζακ είναι φτιαγμένος από μια εταιρεία που αναφέρεται στο βιβλίο Το Ηλεκτρικό Πρόβατο του Phillip K. Dick. Ορισμένα από τα όπλα του φόνου που χρησιμοποιεί ο κύριος Βολφ τα δανείστηκα από το επιτραπέζιο παιχνίδι Cluedo («Ο φόνος είναι το αγαπημένο μου παιχνίδι», λέει ο κύριος Βολφ).

Αισθάνεσαι άνετα μέσα σε μια τόσο μεγάλη αγορά βιβλίου;

Νομίζω ότι το «πρόβλημα» δεν είναι το μέγεθος της αγοράς, αλλά  η συρρίκνωση του αναγνωστικού κοινού και δη η μείωση των ατόμων που διαβάζουν ελληνική πεζογραφία, όπως και το ότι μιλάμε για ολιγοπώλιο (που δεν ευνοεί τους μικρούς εκδοτικούς οίκους).

Έχεις αποφασίσει ποιο θα είναι το δεύτερό σου βιβλίο; 

Αυτόν τον καιρό γράφω μια συλλογή διηγημάτων. Γενικότερα μου αρέσει να γράφω διηγήματα, μικρές ιστορίες. Στην καινούρια συλλογή αντίθετα με την πρώτη, θα πρωταγωνιστούν μόνο άνθρωποι. Με εξαίρεση μια δυο ιστορίες. Τρεις… τώρα που το σκέφτομαι.

 

***********

 

Αλεξάνδρα Χαΐνη, (Μισές αλήθειες,Ποταμός)

Πότε αισθάνθηκες ότι πρέπει να γράψεις;

Γράφω από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Το ζήτημα είναι πότε αισθάνθηκα ότι «πρέπει» να εκδώσω. Και κυρίως γιατί. Από ματαιοδοξία; Από ανάγκη μεγαλώνοντας να αφήσω κι εγώ το στίγμα μου; Από την επιθυμία μου να μοιραστώ πράγματα, μνήμες και σκέψεις που θεωρώ ότι αφορούν κι άλλους εκτός από μένα; Δεν ξέρω. Ειλικρινά. Αυτό που ξέρω είναι ότι κάτι με έτρωγε. Ειδικά μετά την πανδημία. Είχα αυτές και άλλες πολλές ιστορίες από εδώ και από εκεί. Σε μπλοκ, σε τετράδια, σε αρχεία στον υπολογιστή μου. Και σα να δυσφορούσαν. Σα να μου φωνάζανε να βγούνε. Όπως οι σκύλοι φέρνουν το λουρί στα αφεντικά τους για να τους πάνε βόλτα, έτσι κι οι ιστορίες μου. Οπότε έστειλα το χειρόγραφο στον Ποταμό, έκανα υπομονή και τελικά το Νοέμβριο του 2025 βγήκαν οι «Μισές αλήθειες».

Τι σε οδήγησε στο γράψιμο;

Τα βιβλία. Η λογοτεχνία ως ευχαρίστηση αρχικά, αλλά και ως αντικείμενο σπουδών και αργότερα εργασίας. Και βέβαια, το χέρι μου. Σχεδόν αυτόματα. Την πρώτη ολοκληρωμένη ιστορία την είχα γράψει κάποια στιγμή στο λύκειο. Αφορούσε μια νεαρή κοπέλα που δούλευε ως υπηρέτρια σε ένα πλουσιόσπιτο στο Παρίσι και της επιτίθεται ερωτικά μέσα στο ασανσέρ ο τραχύς και άξεστος θυρωρός του υπογείου. Θύμιζε λίγο Μπλανς Επιφανί το διήγημα, ήταν σαρκαστικό και αρκετά αστείο· η μάνα μου μάλιστα με έβαζε να το διαβάζω κάθε τόσο σε συγγενείς και φίλους. Έκτοτε έλεγα συχνά ότι όταν μεγαλώσω θα γίνω συγγραφέας, αλλά δεν είχα μάλλον ποτέ την υπομονή και τον χρόνο να κάτσω να γράψω σοβαρά και για κάποιο λόγο δεν πίστευα ότι θα μπορούσε κάποια στιγμή να εκδοθεί κάτι δικό μου, να το διαβάσουν και άλλοι, δηλαδή. Κοινώς, λίγο πολύ έγραφα για μένα.

Πώς διάλεξες το θέμα σου;  

Το θέμα μου, τα θέματά μου, είναι σε μεγάλο βαθμό βγαλμένα από την οικογένειά μου και από τις εμπειρίες μου. Όχι όμως αυτούσια. Μπορεί φερ’ ειπείν να είναι μια κουβέντα που άκουσα κάποτε από έναν θείο ή μια ξαδέρφη, ακόμη και μια εικόνα που είδα στο δωμάτιο της γιαγιάς μου ή στο διπλανό μπαλκόνι, και από εκεί έπλασα μια ιστορία. Εννοώ ότι δεν πρόκειται για αυτομυθοπλασία. Οι ήρωες και οι ηρωίδες μου έχουν μεν πραγματικά στοιχεία, αλλά δεν είναι οι αληθινοί. Επίσης, ακόμη και οι ιστορίες που ενδεχομένως μεταφέρουν αρκετά πιστά κάποια γεγονότα, στην εξέλιξή τους ανατρέπονται, γίνονται σχεδόν σουρεαλιστικές.

Αν παρουσιάζεις τις μισές αλήθειες ή άλλες μισές που βρίσκονται;

Στον αναγνώστη και στην αναγνώστρια.

Είναι εύκολο να χειρίζεσαι βιωματικό υλικό;

Κατ’ αρχάς, ναι, αρκεί να το δεις με κάποια απόσταση χωρίς υπερβολικούς  συναισθηματισμούς και μελούρες. Από την άλλη βέβαια υπάρχει πάντα ο φόβος και η αγωνία μήπως κάποιος/α από το οικείο περιβάλλον σου πληγωθεί ή προσβληθεί. Εγώ την είχα αυτή την αγωνία και μάλιστα πριν βγει το βιβλίο έσπευσα να προειδοποιήσω ορισμένους πιο κοντινούς μου ανθρώπους. Όπως αποδείχτηκε όμως, ευτυχώς ήταν μόνο δικό μου το πρόβλημα.

Αισθάνεσαι άνετα μέσα σε μια τόσο μεγάλη αγορά βιβλίου;

Εδώ και μέσα στα ίδια μου τα ρούχα δεν αισθάνομαι άνετα μερικές φορές! Είναι μια παράμετρος ωστόσο που αρνούμαι να σκεφτώ. Η αγορά είναι μεγάλη, το βιβλίο μικρό, αναπόφευκτα θα έχει ανταγωνισμό, δεν θέλω να με απασχολήσει αυτό γιατί θα χάσω τη μπάλα. Χαίρομαι πολύ με όσες καλές κριτικές έχουν γραφτεί μέχρι τώρα, θα προσπαθήσω να είμαι ψύχραιμη με τις κακές και πάμε παρακάτω.

 

 

 

 

 

Προηγούμενο άρθροΟ άγνωστος Ηλίας Βενέζης (γράφει ο Βασίλης Βασιλειάδης)
Επόμενο άρθροΤρεις Καληνύχτες (συζητούν η Νίκη Κωνσταντίνου Σγουρού και η Μαρία Τοπάλη)

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

εισάγετε το σχόλιό σας!
παρακαλώ εισάγετε το όνομά σας εδώ