Tessa Hadley: Η Θεά των Μικρών Πραγμάτων (της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη)

0
786

της Αλεξάνδρας Σαμοθράκη

Κυκλοφορεί στη χώρα μας το μυθιστόρημα της Tessa Hadley, με τίτλο Το παρελθόν, (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, Gutenberg). Ποια είναι αυτή η συγγραφέας που βγήκε αργά στην βιβλιαγορά και προξένησε μεγάλο ενδιαφέρον σαρώνοντας τα Βραβεία; Παρά το γεγονός ότι από παιδί επιθυμούσε να γίνει συγγραφέας, η Tessa Hadley άργησε να εμφανιστεί στη βρετανική λογοτεχνική σκηνή. Το πρώτο της μυθιστόρημα το εξέδωσε όταν ήταν 46 ετών. Έκτοτε είναι μια ασυγκράτητη λογοτεχνική δύναμη που σαρώνει τα λογοτεχνικά βραβεία του Ηνωμένου Βασιλείου: έχει εκδώσει άλλα 5 μυθιστορήματα, 2 συλλογές διηγημάτων και κειμενά της εμφανίζονται συχνά στον New Yorker.   Η θεματολογία της επικεντρώνεται στις μεσοαστικές οικογένειας, κυρίως από την οπτική των γυναικών. Εστιάζει στα «μικρότερα» πράγμα της ζωής ή σύμφωνα με την Guardian, τα μεγάλα πράγματα της καθημερινότητας: την οικογένεια, τις σχέσεις, τα παιδιά και την εσωτερική πάλη να γίνεις ο εαυτός. Τα διηγήματα της συγκρίνονται  με αυτά της νομπελίστριας Alice Munro καθώς και οι δυο προτιμάνε να είναι “σοφές, όχι ευγενικές». Σύμφωνα πάντα με τη Guardian η Hadley «γνωρίζει τι εστί διήγηση.  Είναι λες και αξίες του 19ου αιώνα, όπως η ορθή χρήση της εξυπνάδας ή του διαλόγου, εφαρμόζονται σε σύγχρονές ιδέες όπως το πάθος.» Στο πρόσωπο της, οι Βρετανοί έχουν ξαναβρει λίγο από Jane Austin, λίγο από Henry James ( που πιστεύουν ότι είναι Άγγλος ), και, ιδίως με το έκτο της μυθιστόρημα «Το Παρελθόν» με τις  τρεις αδελφές που παραθερίζουν, πολύ Τσέχοφ.

Ας τη γνωρίσουμε καλύτερα, μέσα από τα όσα έχει η ίδια πει.

 

Για τη λογοτεχνία

Μου αρέσει το «αληθινό όνειρο» ως περιγραφή της λογοτεχνίας. Υπάρχει μικρότερη απόσταση από αυτό που μερικές φορές πιστεύουν οι αναγνώστες ανάμεσα στο «ρεαλισμό» και τη λογοτεχνία που χρησιμοποιεί «μη ρεαλστικά» μαγικά. Ο ρεαλισμός στην πραγματικότητα είναι τόσο μη ρεαλιστικός, τόσο τεχνητός: οι συγγραφείς, αν είναι καλοί, έχουν έντονη και απολαυστική επίγνωση της χρήσης αυτού του τεχνάσματος.  Το να βγάλεις ένα χαρακτήρα από ένα φανταστικό δωμάτιο σε ένα φανταστικό κήπο-ή έξω από μια πισίνα στα αποδυτήρια, ή να διασχίσει γρήγορα 20 χρόνια της ζωής του- είναι τόσο περίεργο, στα αλήθεια, και απαιτεί τόση προσπάθεια της φαντασίας, όσο το να μετατρέψεις το χαρακτήρα σε αλεπού.  Με αυτό το τέχνασμα η ιστορία μπορεί να μοιάζει πιο αληθινή από ένα πραγματικό βραδυνό γεύμα στον πραγματικό κόσμο. Υπέροχα μαγικά.

Ας πούμε ότι περιγράφει κανείς ένα πρόσωπο- ή ένα ξέσπασμα θυμού ή την έλξη ανάμεσα σε δυο εραστές. Με τις σωστές λέξεις στη σελίδα, ακριβώς τις σωστές όμως, γεννιέται στο κενό ανάμεσα τους ο απόηχος της νέας σχέσης τους,  και έτσι το πρόσωπο ή ο θυμός αποκτούν υπόσταση.

Ο Wittgenstein έχει πει κάτι υπέροχο για την επιλογή της σωστής λέξης με τη μυρωδιά της (δεν τον καταλαβαίνω και πολυ, νιώθω όμως μια ενστικτώδη συμπάθεια με τον τρόπο που γράφει για τη γλώσσα). Θα ήθελα να προσθέσω και την όραση. Ξέρω πως κοιτάζοντας μια παράγραφο με την οποία δυσκολεύομαι, χρειάζεται να τη δω διαφορετικά, πάνω σε μαύρο φόντο στην οθόνη, σε σμίκρυνση, και να καταβάλω προσπάθεια να τη διαβάσω με μισόκλειστα μάτια, και κάποια στιγμή όλα φαίνεται επιτέλους να πηγαίνουν στη θέση τους, με τη σωστή σύνθεση, εκλύοντας το σωστό χρώμα. Φυσικά δεν εννοώ μόνο το σχήμα των λέξεων στη σελίδα ή απλά αυτό που βλέπει το μάτι. Δεν θα το αναγνώριζα ως σωστό αν ήταν στα ρωσικά ή τα ισπανικά. Μου φαίνεται πως βλέπω τη σημασία, τις λέξεις που αναδίδουν τον απόηχο της σημασίας και του συσχετισμού τους, και είναι πλεγμένες μεταξύ τους σε νέες σχέσεις ενέργειας, σε μακριές σπείρες σύνταξης.

Οπότε ίσως αυτό που χρειαζόμαστε ως σημείο αναφοράς είναι μια έβδομη αίσθηση. ( Όχι μια έκτη, αυτή είναι για προφητείες και σεάνς)  Μια έβδομη αίσθηση, αυτή που χρησιμοποιούμε όταν κοιτάμε και κοιτάμε τη λευκή σελίδα και σκεφτόμαστε, αυτό δεν είναι σωστό, κάτι λείπει, κάτι είναι αδρανές ή ψευδές εδωπέρα.

Μια έβδομη αίσθηση, που αντιλαμβάνεται τη σημασία της συγγραφής ως δημιουργία μέσω της φόρμας και του μοτίβου, αλλά όχι ακριβώς όπως σε μια εικόνα ή ένα μουσικό κομμάτι.

Για την έμπνευση

Αναρωτιέμαι : με  ποιούς τρόπους οι συγγραφείς  έχουν επίγωνση όλων των στρώσεων του νοήματος, που εντοπίζονται από τους καλούς αναγνώστες σε ένα πλούσιο λογοτεχνικό απόσπασμα;  Αναρωτιέμσαι επίσης : δουλεύουν οι συγγραφείς μέσα σε μια ομιχλώδη έμπνευση ή κατασκευάζουν το νόημα σαν πολιτικοί μηχανικοί; Έτσι σκέφτομαι πολύ για το την αίσθηση που αφήνουν τα ξετυλιγμένα νοήματα ενώ γράφω.  Φυσικά δεν είναι τίποτε από τα δυο, ούτε η ομίχλη ούτε ο πολιτικός μηχανικός (αλλά μάλλον περισσότερο η ομίχλη). Πιστεύω όμως πως αυτό που έχω κατά νου πρωτίστως και πάνω από όλα ενώ επιλέγω λέξεις, ενώ δημιουργώ προτάσεις, προσπαθώντας να πετύχω το συγχρονισμό και το ρυθμό της σκηνής σωστά, είναι η ιστορία. Προσπαθώ να πετύχω τη σκηνή σωστά, να της δώσω αληθινή αίσθηση. Αυτό απαιτεί αγώνα ενάντια στη νωθρότητα της γλώσσας, ενάντια στη συντομογραφία, ή το γλυκανάλατο ή το ψεύτικο. Βλέπεις και νιώθεις τη σκηνή- ή την ανταλλαγή, ή το άτομο ή το μέρος- στη φαντασία σου: και νιώθεις τις μαγικές λέξεις που θα απελευθερώσουν την αλήθεια αυτού του στοιχείου της ιστορίας στη σελίδα. Οπότε δεν είναι το θέμα αυτό που νιώθω. Αν υπάρχει θέμα, τότε αυτό είναι ενσωματωμένο στα επιμέρους στοιχεία της ιστορίας και θα κάνει την εμφάνιση του στην σελίδα με την ορθή αξιοποίηση των επιμέρους στοιχείων της ιστορίας. Φυσικά έχω επιλέξει πρώτα την ιστορία- ή αυτή εμένα- γιατί μου φαίνεται πλούσια σε θέματα, με νόημα. Και σε κάθε πρόταση, σε κάποιο επίπεδο συνειδητότητας, διαπραγματεύομαι με το υποβόσκον νόημα.

Για την ιεροτελεστία της συγγραφής

Γράφω πρώτα, εάν μπορώ, πριν κάνω οτιδήποτε άλλο: πριν απαντήσω emails, πριν διαβάσω τα νέα. Μπορώ να γράψω περίπου 4 ώρες, πριν να αρχίσω τις χαζομάρες- αλλά δεν πρόκειται για πολλές λέξεις, ίσως 400 ή 500. Υπάρχει μια στιγμή που πρέπει να διασχίσεις το κατώφλι ανάμεσα στην καθημερινή ζωή και τον κόσμο του μυθιστορήματός σου ή του διηγήματός σου. Έχω ανακαλύψει πως αν διαβάσω κάτι αυτό μπορεί να με μεταφέρει στη δική μου δουλειά- όχι το οτιδήποτε, αλλά μερικές προτάσεις από ένα από τα βιβλία φυλαχτά μου, τους οδηγούς μου-πχ Elisabeth Bowen ή Alice Munro. Όχι για να χαθώ μέσα του αλλά για να μπω στη σφαίρα της δυναμής του, τη δύναμη της ακρίβειάς του και της ζωντανής του ιδιαιτερότητας. Στχνά έτσι γίνεται το μαγικό που μου επιτρέπει να ξεκινήσω.

Για το αν προτιμάει να γράφει μυθιστορήματα ή διηγήματα

Αγαπώ και τα δύο. Τα διηγήματα ήταν η πρώτη μου αγάπη επειδή πίστευα πως μπορώ να κάνω κάτι με αυτά, πριν μπορέσω να διαχειριστώ το μακρύ μυθιστορηματικό τόξο. Τα πρώτα μου μυθιστορήματα στην πραγματικότητα διαθέτουν δομή επεισοδείων που είναι περισσότερο σα μια αλληλουχία διηγημάτων ραμμένα μεταξύ τους, αλλά επιτέλους νιώθω πως κατέχω πλέον τη μεγάλη φόρμα μέσα στη φαντασία μου.

 

Είναι υπέροχο μέσα στο μυθιστόρημα να μπορείς να ολοκληρώνεις κάτι που έχεις ξεκινήσει νωρίτερα και μπορείς να το ξαναπιάσεις. Όποιο ερώτημα και θέσεις μπορείς να το απαντήσεις ξανά και ξανά, αντικρούοντας τον ίδιο σου τον εαυτό, κάνοντας πειραματισμούς με το ίδιο ερώτημα και διαφορετικούς τρόπους.Όταν έχεις γράψει περίπου τα 3/4 , ο κόσμος του μυθιστορήματος αποκτά τη δική του πραγματικότητα, που της αξίζει αυτή της η ύπαρξη- εαν βέβαια είναι ζωντανή από την αρχή. Ενώ σε ένα διήγημα μπορείς να είσαι απολαυστικά απρόσεκτος, μπορείς να πετάς ανεύθυνα ιδέες, χωρίς να χρειάζεται ποτέ να τις φέρεις σε πέρας. Υπάρχει κάτι τόσο αυτοσχεδιαστικό και ελεύθερο στο να συνδυάζεις στοιχεία σε ένα διήγημα. Φυσικά και σε ένα μυθιστόρημα αυτοσχεδιάζεις και νιώθεις ελεύθερος, δεν είναι κλειστό σύστημα. Υπάρχει όμως περισσότερη χαμαλοδουλειά για να ταιριάξουν τα μέρη μεταξύ τους και με το σύνολο. Όταν έχω φτάσει στο μέσο ενός μυθιστορήματος είναι μια υπέροχη απελευθέρωση να κάνω ένα διάλλειμμα και να παίζω για λίγο με ένα διήγημα.

Για την οικογένεια ως βασικό θέμα της

Η μεγάλη φόρμα του μυθιστορήματος κατέστη αναπόφευκτη τον 18ο αιώνα, καθώς η ζωή στη δυτική Ευρώπη μετατοπίστηκε στους εσωτερικούς χώρους, και η οικογένεια- οι μπουρζουά- έγινε το κέντρο της ζωής και το αντικείμενο της τέχνης.  Οι ιστορίες έγιναν λιγότερο δημόσιες, πιο ιδιωτικές, πιο ψυχολογικές και ενδοσκοπικές, πλεγμένες γύρω από τα προβλήματα της καθημερινότητας αντί για τα ιστορικά γεγονότα παγκόσμιου αντίκτυπου. Το σχήμα ή η απουσία σχήματος του μυθιστορήματος ταιριάζει τέλεια γύρω από το σχήμα ή την απουσία σχήματος των οικογενειών: ανομοιογενή άτομα στο πέρασμα του χρόνου  μαζί μέσα σε ένα σπίτι ή ένα οικογενειακό δένδρο ή στο πλαίσιο ενός μυθιστορήματος: μοιράζονται τις ζωές τους, έρχονται τρυφερά πιο κοντά ή απομακρύνονται βίαια. Τα μυθιστορήματα που δεν αφορούν οικογένειες σίγουρα αποτελούν εξαιρέσεις: ακόμη και το πλήρωμα στα πλοία του Conrad, επί παραδείγματι, σίγουρα αποτελεί μια προσωρινή μορφή οικογένειας, για όσο διαρκεί το ταξίδι. Εξετάζοντας τις αντιθέσεις και τις συγκρούσεις μέσα στις οικογένειας- ανάμεσα στις γενιές, ανάμεσα στους άνδρες και τις γυναίκες, τους γονείς και τα παιδιά, τους αφελείς και όσους διαθέτουν εμπειριά- γίνεται φανερό πως οι δυνατότητες για ιστορίες είναι ανεξάντλητες. Δε μπορώ να διανοηθώ να εξαντλώ ποτέ αυτή την πλούσια φλέβα ενδιαφέροντος και νοήματος. Και όσα συμβαίνουν μέσα στο μικρόκοσμο της οικογένειας αποκαλύπτουν πάρα πολλά για την ευρύτερη κουλτούρα στην οποία ανήκει η οικογένεια αυτή. Δεν υπάρχει τίποτε μη πολιτικό στις ενδόμυχες ιστορίες της οικογενειακής ζωής.

Συμβουλές προς νέους συγγραφείς

Διαβάστε, διαβάστε, διαβάστε.  Μη φοβάστε να αντιγράψετε τη δουλειά που θαυμάζετε. Μερικές φορές μια τολμηρή απομίμηση είναι ασύγκριτα απελευθερωτική- διαμέσω της μπορεί να βρείτε το δρόμο για τις δικές σας λέξεις.  Μην αποφεύγετε όσα φοβάστε ή ντρέπεστε να γράψετε. Συχνά εκεί όπου νιώθετε πιο άβολα, εκεί θα γράψετε καλύτερα, με περισσότερη ακρίβεια και πρωτοτυπία.

 

Tessa Hadley, Το παρελθόν, μτφρ. Μαρία Αγγελίδου, Gutenberg

Βρες το εδώ

 

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here